Η επίσκεψη σε έναν ψυχολόγο αποτελεί ακόμα και στις μέρες μας θέμα ταμπού. Το ότι κάποιος αναζητά τη βοήθεια ενός ειδικού είναι συχνά συνυφασμένο με την «τρέλα» ή την «αδυναμία».

Αντιλαμβανόμαστε, φυσικά, ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει στ’ αλήθεια. Το ότι κανείς επιζητά βοήθεια στο πρόβλημα ή τη δυσκολία που του παρουσιάζεται, σημαίνει ότι έχει τη δύναμη και τη λογική να το αντιμετωπίσει. Απλά, μπορεί να είναι αρκετά πιεσμένος ώστε αυτό να μην είναι σε θέση να το κάνει μόνος του, με τους φίλους ή την οικογένειά του.

Σε ποιες περιπτώσεις αναζητά κανείς τη βοήθεια του ειδικού:

Λίγες είναι οι περιπτώσεις εκείνες που κανείς επισκέπτεται έναν ψυχολόγο, χωρίς κάποιο σύμπτωμα ή δυσκολία, με μόνο κίνητρο την προσωπική αυτοβελτίωση κι εξέλιξη.

Συχνότερα, κάποιος προσέρχεται με δυσκολίες, όπως: έντονο άγχος, πεσμένη διάθεση, θυμό, σωματικούς πόνους, πένθος/απώλεια, βίωση τραυματικού γεγονότος, συζυγικές δυσκολίες, ανησυχίες για το παιδί ή για κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας, επίμονες σκέψεις, δυσκολία στις σχέσεις κλπ.

Τι μπορεί να κάνει ο ψυχολόγος;

Ο ψυχολόγος σίγουρα δεν είναι εκεί για να σου υποδείξει τι να κάνεις. Είναι εκεί, όμως, για να σε καθοδηγήσει να πάρεις την καλύτερη απόφαση για τον εαυτό σου, ώστε να αισθανθείς ανακούφιση, χαρά και ικανοποίηση. Αυτό που, σίγουρα, χρειάζεται είναι το δικό σου κίνητρο και θέληση.

Πώς είναι να μιλάς τόσο προσωπικά σε έναν άγνωστο;

Η αλήθεια είναι πως μόλις γνωρίζεις κάποιον για πρώτη φορά, είναι δύσκολο να αρχίσεις να εξωτερικεύεσαι. Φοβάσαι να εμπιστευτείς, φοβάσαι την επίκριση και διστάζεις.

Η συζήτηση, όμως, με έναν ψυχολόγο είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Αρχικά, ξέρεις ότι η φύση του επαγγέλματος σε προστατεύει με το επαγγελματικό απόρρητο. Επιπλέον, στόχος του ψυχολόγου είναι η εγκαθίδρυση της θεραπευτικής σχέσης/συμμαχίας προκειμένου να «δουλέψετε» από κοινού. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αποδοχής.

Βέβαια, ο κάθε θεραπευόμενος έχει τους δικούς του ρυθμούς, τις δικές του άμυνες και χρειάζεται χρόνο προκειμένου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.

Πώς να επιλέξω τον κατάλληλο ψυχολόγο;

Η επιλογή του κατάλληλου ειδικού είναι μια προσωπική υπόθεση, όπως άλλωστε συμβαίνει και με κάθε άλλο επαγγελματία υγείας.

Σημαντικό είναι ο ψυχολόγος, που θα επιλεγεί, να διαθέτει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και να έχει ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του σε κάποια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση.

Καλό είναι ο ενδιαφερόμενος να ρωτήσει άτομα του περιβάλλοντός του, με τα οποία νιώθει άνετα, αν γνωρίζουν κάποιον ειδικό να του συστήσουν και τον οποίο εμπιστεύονται.

Ακόμα, όμως, κι αν δεν είναι εφικτό κάτι τέτοιο, χρήσιμο είναι να εξετάσει κανείς το πώς νιώθει στη θεραπεία του: Νιώθει άνετα; Αισθάνεται ότι ο θεραπευτής τον καταλαβαίνει; Ταιριάζει μαζί του; Βέβαια, χρειάζεται -όπως αναφέρθηκε πιο πάνω- να «δώσει» και λίγο χρόνο στην ανάπτυξη της μεταξύ τους σχέσης.

Διάρκεια της θεραπείας

Θεραπευτής και θεραπευόμενος από κοινού καθορίζουν τους στόχους και τη λήξη της θεραπείας. Σε κάποιες περιπτώσεις η θεραπεία έχει σύντομη διάρκεια, ενώ σε άλλες το χρονικό διάστημα είναι μεγαλύτερο. Όλα τα παραπάνω εξαρτώνται, βέβαια, από τη δέσμευση του θεραπευόμενου και από το αν θέλει απλά να περιορίσει τα συμπτώματα που τον οδήγησαν στον ειδικό ή επιθυμεί μια εκ βαθέων αναζήτηση και κατανόηση του εαυτού του.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Η εφηβεία αποτελεί την κατεξοχήν περίοδο ανάπτυξης και ολοκλήρωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας. Πρόκειται για την τελευταία φάση ανάπτυξης του ατόμου πριν την οριστική είσοδό του σε αυτό που αποκαλούμε ωριμότητα ή ενήλικη ζωή. Είναι η περίοδος κατά την οποία το άτομο, θεωρητικά τουλάχιστον, δεν ανήκει πλέον στην παιδική ηλικία, αλλά ούτε και στην κανονική ενήλικη ζωή.

Τι είναι η εφηβεία;

  • Είναι μια μεταβατική φάση από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή
  • Είναι η φάση όπου το άτομο «απομακρύνεται» σιγά-σιγά από την οικογένεια
  • Ξεκινούν οι σεξουαλικές αναζητήσεις και η κοινωνική ένταξη, κυρίως μέσω της ομάδας των συνομηλίκων
  • Επαναδιαπραγμάτευση πολλών θεμάτων και δυσκολιών, που υπήρχαν από την παιδική ηλικία (π.χ. δυσκολίες στις σχέσεις με τους γονείς, θέματα αυτονομίας)

Τα Χαρακτηριστικά των Εφήβων;

  • Αυθορμητισμός & άμεση έκφραση του συναισθήματος
  • Ανάγκη από αναγνώριση, επιβεβαίωση, και επιβράβευση
  • Ιδεολόγοι & οραματιστές
  • Αποφασιστικότητα, ισχυρή θέληση και πάθος στα πιστεύω τους
  • Ασυμβίβαστοι (εξαιτίας της έλλειψης πείρας και του αυθορμητισμού)
  • Έχουν έντονες κοινωνικές ευαισθησίες (αντιδρούν στην αδικία και την εκμετάλλευση)

Η ρευστότητα της σημερινής οικογενειακής δομής δημιουργεί πλήθος αντιφάσεων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο βιώνουν τα παιδιά και οι γονείς τον ρόλο τους. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τον έφηβο, που βρίσκεται σε μια φάση αναζήτησης, έτσι και ο γονέας βρίσκεται σε μια φάση αναζήτησης νέας ταυτότητας και νέου γονεϊκού ρόλου.

Ο γονέας καλείται ουσιαστικά να ισορροπήσει ανάμεσα στις εμπειρίες του ως παιδί και στις απαιτήσεις που προβάλει η σύγχρονη πραγματικότητα. Από την εποχή που ως παιδί ήταν πλήρως συμμορφωμένος προς την γονεϊκή εξουσία, έχει καταλήξει να λειτουργεί με τελείως διαφορετικό τρόπο. Δηλαδή, χαρακτηρίζεται από αδυναμία επιβολής ορίων, στερήσεων, απαγορεύσεων, κανόνων και περιορισμών.

Σχέση με Γονείς

  • Ο έφηβος αποφεύγει μπροστά στους γονείς του να συμπεριφέρεται σαν παιδί. Αποφεύγει να ζητά πράγματα και δεν επιτρέπει στον εαυτό του να φανεί μικρός, ανήμπορος, ανενημέρωτος και χωρίς άποψη.
  • Απαιτεί από τους γονείς του να του φέρονται ως ενήλικας και να μην τον μειώνουν. Απεχθάνεται τις πολύ μητρικές συμπεριφορές και επιθυμεί την ελευθερία του λόγου και των κινήσεών του.
  • Αναζητά, με λίγα λόγια, την αναγνώρισή του ως ξεχωριστού και αυτόνομου ατόμου.
  • Σε πρακτικό επίπεδο θέλει να έχει το δικό του δωμάτιο, όπως το θέλει, να ντύνεται όπως ο ίδιος επιθυμεί, να ακούει τη μουσική που θέλει και να κάνει παρέα με όποιον εκείνος διαλέξει.

Η Κρίση της Εφηβείας

Ο όρος «κρίση» χρησιμοποιείται ώστε να αναδειχθεί μια κατάσταση ανισορροπίας ή αδιεξόδου, την οποία βιώνει ο έφηβος σε ψυχολογικό επίπεδο και προέρχεται από τις σωματικές και ψυχικές αλλαγές που συμβαίνουν αυτήν την περίοδο.

Σε γενικές γραμμές, μεγάλο ποσοστό των εφήβων βιώνει μια «ομαλή και προοδευτική κατάσταση αλλαγής», την οποία δε θεωρεί διαταρακτική της σχέσης του με τον εαυτό του, το σώμα του και τον περίγυρό του.

Η Γονεϊκή κρίση

Οι αλλαγές στην εφηβεία προκαλούν συχνά μια αόριστη αναστάτωση ή ένα αίσθημα απώλειας και στους γονείς. Η συναισθηματική αυτή αναστάτωση δεν οφείλεται στην περίεργη συμπεριφορά του εφήβου, αλλά στο ίδιο το γεγονός της αυτονόμησης και της ωρίμανσής του. Ο έφηβος πλέον δε μιλά πολύ, αναπτύσσει προσωπική ζωή που δεν ελέγχει ο γονέας.

Οι γονείς νιώθουν ότι «χάνουν» το παιδί τους. Συχνά, αναζητούν συμβουλευτική υποστήριξη σε σχέση με τον έφηβο, μη αναγνωρίζοντας την δική τους αδυναμία να περάσουν και οι ίδιοι σε ένα διαφορετικό αναπτυξιακό στάδιο (φόβος για το δικό τους μέλλον, πλέον έχουν άλλο ρόλο διαφορετικό από εκείνο του φροντιστή και ελεγκτή, περνούν σε μια άλλη ηλικιακή φάση και πρέπει να το δεχτούν).

Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι παράλληλα με τον έφηβο που βιώνει αλλαγές και προχωράει σ’ ένα επόμενο στάδιο ανάπτυξης, έτσι και οι γονείς αντίστοιχα μεταβαίνουν σε ένα επόμενο αναπτυξιακό στάδιο.  Μιλάμε, συνεπώς, για τον κύκλο ζωής της οικογένειας η οποία κάθε φορά που βιώνει νέες αλλαγές δυσκολεύεται και επιστρέφει στις γνώριμες και οικείες συμπεριφορές, καθώς κάθε τι καινούριο φαντάζει απειλητικό. Ωστόσο, όταν αυτές οι αλλαγές επιτραπεί να βιωθούν βρίσκεται μια καινούρια ισορροπία στις σχέσεις των μελών της οικογένειας, η οποία περνά στην επόμενη αναπτυξιακή φάση όντας λειτουργική.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Η κυκλική φύση (συχνές υποτροπές) της διπολικής διαταραχής δεν επηρεάζει μόνο τους πάσχοντες. Μπορεί να έχει αρνητική επίδραση στα μέλη της οικογένειας ή στους φίλους του ασθενούς. Οι ακραίες και απρόβλεπτες εναλλαγές στη διάθεση μπορεί να αλλάξουν και τη δική τους καθημερινότητα, να φθείρουν τις διαπροσωπικές σχέσεις. Από την άλλη, η οικογένεια και οι φίλοι μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής. Μπορούν να βοηθήσουν τον πάσχοντα να δημιουργήσει και να εφαρμόσει ένα πλάνο αντιμετώπισης των συμπτωμάτων όταν το άτομο είναι στα «πάνω» του, καθώς και να τον υποστηρίξουν όταν είναι στα «κάτω» του.

Οι υποτροπές και η πορεία της ανάρρωσης είναι πολύ πιθανό να επηρεαστούν από τον τρόπο που σχετίζονται οι ασθενείς με τους σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή τους. Ένα ανεκτικό και ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντικό για να μειώσει επεισόδια κατάθλιψης ή μανίας. Η διπολική διαταραχή έχει μια βιολογική γενετική βάση, αλλά είναι και μια διαταραχή διάθεσης και άγχους που σημαίνει ότι το βιολογικό πρόβλημα αλληλεπιδρά με το ψυχοκοινωνικό στρες. Ωστόσο είναι δύσκολο κάποιες φορές να διατηρηθεί μια ήπια ατμόσφαιρα. Συνήθως η αλληλεπίδραση των διπολικών ατόμων με τα μέλη της οικογένειάς τους χαρακτηρίζεται από αρνητισμό, θυμωμένα σχόλια, αδυναμία εποικοδομητικής επίλυσης των προβλημάτων. Αυτό μπορεί να προκύπτει από την πεποίθηση κάποιων συγγενών πως οι πάσχοντες θα μπορούσαν να ελέγξουν τα συμπτώματά τους αν προσπαθούσαν περισσότερο. Είναι χρήσιμο να συνειδητοποιήσουν πως οι παρορμητικές ή και καταστροφικές συμπεριφορές των διπολικών ασθενών δεν μπορούν απλά να αποδίδονται σε κακές προθέσεις ή σε χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. Οι απότομες διακυμάνσεις της διάθεσης που χαρακτηρίζουν την ασθένεια δυσκολεύουν πολύ την ικανότητα του ατόμου να ελέγξει τη συμπεριφορά του.

Κι από την άλλη, το φορτίο που σηκώνει η οικογένεια του ασθενούς μπορεί να είναι πολύ βαρύ συναισθηματικά, ειδικά αν το άτομο φέρεται επικίνδυνα, ενοχλητικά, επιθετικά ή και προκλητικά. Στη φάση της μανίας (υπέρμετρη έξαρση, διέγερση) ο συγγενής ή φίλος του ασθενούς μπορεί να νιώσει εκνευρισμό ή απελπισία.

Η ψυχοεκπαίδευση σχετικά με τα συμπτώματα, τις αιτίες καθώς και τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής είναι μείζονος σημασίας για τους ασθενείς και την οικογένεια. Είναι σημαντικό για τα άτομα που είναι στο άμεσο περιβάλλον των διπολικών ασθενών να ξέρουν ποια είναι τα προειδοποιητικά σημεία όταν πρόκειται να υποτροπιάσουν (το κλάμα μπορεί να είναι ένα σημείο). Ακόμα και η ελάχιστη αλλαγή στον κύκλο ύπνου-εγρήγορσης επηρεάζει τη διάθεση του ατόμου. Οι λιγότερες ώρες ύπνου προκαλούν περισσότερη ενεργητικότητα ενώ αν το άτομο κοιμηθεί περισσότερο μπορεί να νιώσει κατάθλιψη.

Σημαντικά θέματα που πρέπει να γνωρίζουμε:

  • Κανείς δεν επιλέγει την διπολική του διαταραχή. Δεν αλλάζει επίτηδες τη διάθεσή του ούτε προκαλεί την αρρώστια του. Υπάρχουν βιοχημικές υποθέσεις για την αιτιολογία της διαταραχής.
  • Το σοβαρό άγχος μπορεί να πυροδοτήσει ένα επεισόδιο ή να το επιδεινώσει. Γι’ αυτό το λόγο είναι σημαντική η εκμάθηση μεθόδων εποικοδομητικής επίλυσης διαπροσωπικών συγκρούσεων.
  • Για την πιο αποτελεσματική διαχείριση μιας υποτροπής είναι βοηθητικό να αναγνωρίζει η οικογένεια την ευαλωτότητα του ασθενούς σε μελλοντικά επεισόδια. Γι’ αυτό είναι αναγκαία η αμοιβαία αναγνώριση των πρόδρομων συμπτωμάτων (τα πρώτα σημάδια ότι αρχίζει ο κύκλος της διαταραχής) όπως η ιδεοφυγή (οι σκέψεις που τρέχουν).
  • Τα φάρμακα είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση των επεισοδίων μανίας και κατάθλιψης, τη σταθεροποίηση της διάθεσης και την πρόληψη νέων επεισοδίων. Είναι σημαντικό λοιπόν η οικογένεια να υποστηρίζει την αναγκαιότητα της φαρμακευτικής αγωγής. Ωστόσο αν ο ασθενής παραπονιέται για κάποιο συγκεκριμένο φάρμακο, η οικογένεια πρέπει να παίρνει στα σοβαρά το αίτημά του και να τον παροτρύνει να επικοινωνεί με τον ειδικό ψυχικής υγείας.
  • Οι διπολικοί ασθενείς εμφανίζουν υψηλό κίνδυνο για αυτοκτονία. Τα σχόλια του ατόμου για αυτοκτονική συμπεριφορά πρέπει να τα παίρνουμε στα σοβαρά. Όταν η οικογένεια εισπράττει τέτοιου είδους σχόλια ως χειριστικά, αυτό είναι μια σοβαρή ένδειξη έλλειψης αμοιβαίας ενσυναίσθησης, καθώς και της ανάγκης για βελτίωση των μεθόδων επικοινωνίας.
  • Η νοσηλεία είναι μια θεραπευτική επιλογή. Δεν είναι τιμωρία. Μερικές φορές κρίνεται απαραίτητη για να σώσει τη ζωή ενός αυτοκτονικού ασθενούς. Επίσης τα μέλη της οικογένειας δεν πρέπει να νιώθουν ενοχές αν αισθάνονται πως η νοσηλεία θα τους απαλλάξει από ένα μεγάλο βάρος.
  • Όσο καλύτερα κατανοήσουμε τη διαταραχή και μπορέσουμε να διακρίνουμε τις φυσιολογικές διακυμάνσεις της διάθεσης από τα συμπτώματα της αρρώστιας, τότε ως συγγενείς και φίλοι θα είμαστε πιο ρεαλιστές ως προς τις προσδοκίες μας από τον ασθενή, καθώς και πιο υποστηρικτικοί.

Η οικογένεια μπορεί να παίξει έναν σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της σταθεροποίησης της διάθεσης στη ζωή των διπολικών ασθενών. Η ανάπτυξη καλύτερων μοτίβων επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια καθώς και ο ενεργητικός τρόπος επίλυσης προβλημάτων για τις προκλήσεις που περιλαμβάνει η διπολική διαταραχή μπορούν να διευκολύνουν την πρόοδο του πάσχοντα ενώ ωφελούν όλη την οικογένεια.

Τσώλα Δήμητρα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Η επικοινωνία μέσω του λόγου, οι λέξεις που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε, η ταχύτητα και η ένταση με την οποία μιλάμε, η στάση, η κίνηση ή η ακινησία του σώματός μας, οι χειρονομίες και οι εκφράσεις του προσώπου μας μπορεί να αποτελέσουν «γέφυρες» ή και «τείχη» που χτίζονται ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους, όταν αλληλεπιδρούμε. Ο τρόπος που επικοινωνούμε μπορεί να δημιουργεί ένα κλίμα συμπάθειας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό μας, άνεσης ή αμηχανίας, συναισθηματικής εγγύτητας ή απόστασης με τους γύρω μας, σαφήνειας ή ασάφειας, ασφάλειας και εμπιστοσύνης ή σύγχυσης και δυσπιστίας.  Όλα τα ανωτέρω είναι πολύ προσωπικά στοιχεία που διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο λόγω της προσωπικής, αλλά και της κοινωνικο-πολιτισμικής του ιστορίας, συστήνουν και συντείνουν σ’ ένα μεγάλο μέρος (σ)το ποιοι είμαστε.

Στο παρόν άρθρο (α' μέρος), ο πυρήνας του οποίου έχει ξεκινήσει να σχηματίζεται χρόνια πριν στους χώρους εκπαίδευσής μου και με αφορμή την παρατήρηση στους χώρους δουλειάς, θα γίνει μία προσπάθεια παράθεσης συγκεκριμένων παραδειγμάτων λειτουργικότερης επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μας, δίνοντας έμφαση στα παιδιά, με στόχο τις πιο απολαυστικές σχέσεις στη ζωή μας.

1. Κατά λάθος

Πολλές φορές, στην καθημερινή μας επικοινωνία με τους ανθρώπους, χρησιμοποιούμε ορισμένες εκφράσεις που δεν ανταποκρίνονται στην κυριολεκτική τους σημασία. Για παράδειγμα -από συνήθεια ή μιμούμενοι ή άθελά μας– μπορεί να απευθυνόμαστε σ’ ένα άτομο και το «μήνυμα» που του μεταδίδουμε να είναι σαν να απευθυνόμαστε σ’ ένα αντικείμενο, υποτιμώντας την αξία του, ως άτομο ή θέτοντας τον σε μία εξαρτητική -σε σχέση με εμάς- θέση ή δημιουργώντας μία εξουσιαστική συνθήκη. Παρακάτω παρατίθενται ενδεικτικά ορισμένα τέτοια παραδείγματα:

Αποπροσανατολιστικό μήνυμα Επιθυμητό μήνυμα
«Την έστειλα» να πάρει εφημερίδα «Της ζήτησα» να πάρει εφημερίδα
«Την κατέβασα» κάτω «Κατεβήκαμε» κάτω
«Σε πήρα» μαζί μου «Πήγαμε» μαζί
«Τους πήρα» βόλτα «Βγήκαμε» βόλτα
«Λες ψέματα» «Διαφωνώ» ή «πιστεύω πως αυτό δεν έγινε έτσι»

 Το τι μήνυμα στέλνουμε επηρεάζει κατά πολύ το τι μήνυμα λαμβάνουμε! Αν στείλω ένα απαξιωματικό μήνυμα ίσως λάβω πίσω ένα επιθετικό ή αμυντικό μήνυμα. Η συνεπής λεκτική και εξωλεκτική έκφραση αυτού που θέλω να πω και να δείξω, μειώνει την προσωπική συναισθηματική ένταση, αλλά επίσης καθιστά και πιο ξεκάθαρο το να αξιολογήσω αυτό (την απόκριση /το μήνυμα) που θα λάβω πίσω.

2.  Όταν οι άλλοι καλούνται να κάνουν τις «δουλειές» μας…

Ορισμένες φορές αναθέτουμε στους άλλους (στους φίλους, στους μαθητές, στα παιδιά μας, στους λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας, στο σύντροφό μας) να κάνουν ορισμένες δραστηριότητες, που δεν τους αφορούν και δη προς όφελός μας ή μόνο για τη δική μας εξυπηρέτηση και ευχαρίστηση. Για παράδειγμα:

α) μπορεί να ζητήσουμε να μας φτιάξει κάποιος /-α ένα ρόφημα (χωρίς να διερευνήσουμε π.χ. αν το επιθυμεί), β) να μας αγοράσει κάτι χωρίς ο ίδιος να έχει βγει για δικά του ψώνια, γ) να καλέσουν οι νεότεροι συνάδελφοι κάποιο μέλος του προσωπικού στη δουλειά που θέλουμε να του πούμε κάτι ή δ) αντί να πούμε εμείς σε κάποιον /-α ότι τον /την ζητούν στο τηλέφωνο που σηκώσαμε, λέμε σε κάποιον άλλο να του/ της το πει (το είπαμε στο σκύλο μας κι εκείνος στην ουρά του!) ε) μεταφέρουμε κάποιο μήνυμα στο παιδί μας για να το πει στον άλλο γονιό («πες στη μάνα σου»). Όλα τα παραπάνω αφορούν δραστηριότητες που σχετίζονται με την επικοινωνία των μελών ενός συστήματος (π.χ. οικογενειακού, εργασιακού κ.τ.λ.).

Ο κάθε ένας από εμάς οφείλει (υπό την έννοια ότι του αναλογεί η προσωπική ευθύνη) να αναρωτηθεί πριν δράσει ή ζητήσει κάτι, κατά πόσο και σε τί επίπεδο η εμπλοκή ενός άλλου ανθρώπου σε ένα θέμα ή σε μία δράση τον αφορά, του αρμόζει ή τον ωφελεί.

Αν μία παρόμοια κατάσταση «αναζήτησης θελημάτων» παγιωθεί, ο άλλος τίθεται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με εμάς, βάσει της οποίας μας “επιτρέπεται” να του αναθέτουμε τις «δουλειές» μας. Είναι πιθανό για παράδειγμα, στο μέλλον ο άνθρωπος αυτός να μας ρωτά: «θες να σου πάρω τίποτα από το περίπτερο;», «θες κάτι να φας;» κ.τ.λ. χωρίς να του ζητείται καν, μιας και αυτός ο τρόπος πλέον μπορεί να είναι ο μόνος που νιώθει σημαντικός για εμάς! Όταν κάτι τέτοιο γίνει και οι ρόλοι παγιωθούν (στο συγκεκριμένο παράδειγμα οι ρόλοι αφορούν σε «αυτόν που ζητά» και σε «αυτόν που εξυπηρετεί») η σχέση μπορεί να «βαλτώσει» δηλ. οι δύο αυτοί άνθρωποι υπάρχει περίπτωση να αδυνατούν να σχετιστούν διαφορετικά. Η σχέση που βαλτώνει συχνά δεν επιτρέπει πιο ισότιμους ρόλους που να εναλλάσσονται.

Χρειάζεται προσοχή να μη γενικεύσουμε τα παραπάνω με αποτέλεσμα να μην ενθαρρύνουμε καθόλου την επικοινωνία π.χ. με τα παιδιά μας ή με τα αδέλφια μεταξύ τους. Χρειάζεται συχνά να συνυπολογίζουμε το ύφος μας και τη στιγμή που λέμε κάτι. Π.χ. μπορούμε να δώσουμε την οδηγία (και όχι την εντολή) να βοηθήσει ένα παιδί τον αδελφό του στη μεταφορά ενός αντικειμένου. Επίσης, μπορούμε να τον ενθαρρύνουμε να είναι ευγενικός και π.χ. να ρωτήσει τους καλεσμένους μιας οικογένειας ή κάποιο μέλος της οικογένειας αν χρειάζεται κάτι από το περίπτερο, με την ευκαιρία που βγαίνει έξω για δική του αγορά.

3.  Όταν τα παιδιά, μας επιτίθενται λεκτικά…

Α.  Όταν δεν υπάρχει προφανής λόγος για την επίθεση αυτή και τα παιδιά είναι αρκετά μικρά:

i)   καλό είναι να μη την ενισχύουμε. Ενίσχυση μπορεί να είναι ο διάλογος εκείνη τη στιγμή ή να είναι η ανταπάντησή μας [έτσι «παίζουμε (με) το παιχνίδι του»]:

•   Καλό είναι να αποφεύγουμε να μιλάμε κι εμείς με προκλητικές εκφράσεις και με εριστικό ύφος του τύπου: «Άλλες βρισιές δεν ξέρεις;»

•   Καλό είναι επίσης, τη στιγμή της έντασης να ζητάμε από το παιδί μας ένα πράγμα τη φορά ή τη στιγμή εκείνη, όχι π.χ. και να μη βρίζει και να πάει στο δωμάτιό του και να φορέσει τα παπούτσια του/ της κ.τ.λ.

ii) τις περισσότερες φορές καλό είναι να αδιαφορούμε για την προκλητική αυτή συμπεριφορά –όχι για το άτομο- αποστρέφοντας ακόμη και το βλέμμα μας (να μην τον /την κοιτάμε). Ίσως να χρειαστεί ακόμη και να αποχωρήσουμε από το χώρο που βρίσκεται το άτομο που βρίζει, όταν αυτό είναι εφικτό και ασφαλές. Έτσι, προστατεύουμε αρχικά τον εαυτό μας και την ψυχική μας ηρεμία και του δείχνουμε έμπρακτα -και όχι με λεκτική παρατήρηση που μπορεί να κουράζει- πως αυτή η συμπεριφορά μας ενοχλεί πραγματικά και του το δείχνουμε.

Β.  Όταν υπάρχει σε εμάς προφανής λόγος για τη λεκτική επιθετικότητα ή πιστεύουμε πως κάτι έχει ενοχλήσει το άτομο, καλό είναι να διερευνήσουμε εκείνη τη στιγμή τους λόγους του εκνευρισμού του, ρωτώντας π.χ. «τι συμβαίνει;», αλλά παράλληλα, καθιστούμε σαφές πώς δε θέλουμε να μας απευθύνεται το παιδί μας βρίζοντας. Η κουβέντα από μόνη της ίσως να αποφορτίσει την ένταση και να μας δώσει στοιχεία για το τι ενοχλεί τον γιο ή την κόρη μας και ανάλογα να παρέμβουμε. Για παράδειγμα, να χαμηλώσουμε την ένταση της τηλεόρασης, να του δώσουμε τα χρήματα της εβδομάδας, να σταματήσουμε να φωνάζουμε μπροστά του /της κ.τ.λ.

Σχεδόν πάντα –και στις 2 παραπάνω περιπτώσεις- φαίνεται αποτελεσματική η δική μας ψυχραιμία. Μιλάμε δηλαδή, με ήπιο και σταθερό τόνο στη φωνή μας, όντας σε τέτοια απόσταση από τον άλλο που να μη νιώθει απειλή ή φόβο και δίχως να του μεταβιβάζουμε τον πανικό ή την αγανάκτησή μας. Δεν ξεχνάμε δε πως τα παιδιά μας, μιμούνται εμάς: αν εμείς ως ενήλικες γονείς βρίζουμε ως μέσο επίλυσης των διαφορών μας ή ως έκφραση του θυμού μας ή ακόμη και για ψύλλου πήδημα, το να ζητάμε από τα παιδιά μας να μην το κάνουν φαίνεται στα μάτια τους τουλάχιστον ασυνεπές και υποκριτικό.

4.  Όταν απευθυνόμαστε στα παιδιά μας…

Γενικά όταν δίνουμε κάποια οδηγία στον γιο /στην κόρη μας ή όταν του/ της απευθυνόμαστε είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούμε ολοκληρωμένες προτάσεις και όχι ελλιπείς λέγοντας: Μαρία, μπάνιο ή σφουγγάρισμα κ.τ.λ.!! Χρησιμοποιώντας ολοκληρωμένες προτάσεις:

α) προάγουμε την εκπαίδευση στον επικοινωνιακό λόγο (ακόμη και για τα παιδιά που δεν έχουν ανεπτυγμένο λόγο εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας τους ή λόγω κάποιας ψυχοκινητικής δυσκολίας),

β) διατηρούμε το υγιές πρότυπο συμπεριφοράς,

γ) αποφεύγουμε να υποδεικνύουμε με ύφος εντολής στο παιδί μας τι να κάνει,

δ) αποφεύγουμε την παρεξήγηση στα λεγόμενα μας.

Άλλωστε, αν το σκεφτούμε καλύτερα η πρόταση «Γιώργο, σφουγγάρισμα» δε σημαίνει κάτι συγκεκριμένο και εύκολα ο κάθε ένας μπορεί να το εκλάβει διαφορετικά. Ειδικά στους ανθρώπους που έχουν κάποια ψυχική, νοητική ή αναπτυξιακή διαταραχή, ο λόγος μας είναι καλό να είναι άμεσος, σαφής και συγκεκριμένος. Τέλος, έτσι είμαστε και πιο ευγενικοί!

5.  Όταν κάνουμε «πλάκα» με τα παιδιά που έχουν δυσκολίες

 Βεβαίως το να γελάμε μαζί με τα παιδιά μας και να λέμε αστεία με τα αδέλφια μας, μπορεί να ενθαρρύνει την επικοινωνία μας μαζί τους με ευχάριστο τρόπο και αυτό είναι πολύ επιθυμητό. Το γέλιο ξεκουράζει, εκτονώνει, αναζωογονεί! Όμως σε καμία περίπτωση δεν ωφελεί να γελάμε με τις δυσκολίες, το παραλήρημα ή τις μειονεξίες τους, όταν είμαστε μπροστά τους. Αυτό μπορεί να γίνεται π.χ. όταν μιμούμαστε τις στερεοτυπίες τους, τον τόνο της φωνής τους, τις τελετουργίες τους κ.τ.λ. ή όταν τους ειρωνευόμαστε και τους περιπαίζουμε, ειδικά μπροστά σε άλλους. Όταν χρησιμοποιούμε το παραλήρημά τους ή τις μειονεξίες τους για να γελάσουμε μπορεί να τους κάνουμε, τόσο να νιώθουν υποτιμημένοι, όσο και να χάσουμε το σεβασμό που τρέφουν για ’μας, καταρρίπτοντας εμείς οι ίδιοι την εικόνα του προτύπου και της ωριμότητας.

Ας φροντίσουμε λοιπόν την επικοινωνία μας, όπως θα θέλαμε να μας την έχουν φροντίσει και όσο φροντισμένα θέλουμε να τη δεχόμαστε στο εξής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
  • Χάιντς, Ε. (2000). Συζυγική θεραπεία: Τρόποι βελτίωσης της συζυγικής επικοινωνίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. 

Τζίκου Ελένη

Ψυχολόγος

Ειδίκευση στις Χοροθεραπευτικές Παρεμβάσεις

Εκπαίδευση στην Οικογενειακή Θεραπεία

Η διαταραχή πανικού χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες απροσδόκητες προσβολές πανικού. Η προσβολή πανικού είναι μια διακριτή περίοδος έντονου άγχους που χαρακτηρίζεται από συμπτώματα όπως ταχυκαρδία, αίσθημα δύσπνοιας, εφίδρωση, τρεμούλα ή έντονο τρόμο, ναυτία, ρίγη, φόβο απώλειας ελέγχου ή ότι το άτομο τρελαίνεται, φόβο ότι θα πεθάνει. Η έντονη δυσφορία κορυφώνεται μέσα σε μερικά λεπτά.

Οι γυναίκες που παθαίνουν προσβολές πανικού κατά την επιλόχεια περίοδο βιώνουν κοινά συμπτώματα με τις γυναίκες που παθαίνουν προσβολές πανικού σε μια οποιαδήποτε άλλη περίοδο στη ζωή τους. Ωστόσο έχουν παρουσιαστεί στις πρώτες κάποια επιπλέον συμπτώματα όπως υστερικό κλάμα, αποπροσανατολισμός, και πονοκέφαλοι. Έχει επίσης παρατηρηθεί πως οι γυναίκες αυτές νιώθουν εκτός ελέγχου, εξαντλούνται από την προσπάθειά τους να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους, έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση ενώ νιώθουν πως απογοητεύουν τον εαυτό τους και την οικογένειά τους. Επιπλέον φοβούνται πολύ το ενδεχόμενο η συναισθηματική τους ανησυχία να επιδράσει αρνητικά στις ίδιες καθώς και στις οικογένειές τους. Οι ενοχές, η ντροπή, η ανησυχία και ο φόβος ότι δεν θα είναι ικανές να φροντίσουν το νεογέννητο προκαλούν ακόμα περισσότερη δυσφορία.

Όταν η διαταραχή πανικού προϋπάρχει, τα συμπτώματα πανικού φαίνεται να επιδεινώνονται κατά την επιλόχεια περίοδο. Ειδικά αν το άτομο σταματήσει να παίρνει την φαρμακευτική του αγωγή.

Οι αιτίες της διαταραχής πανικού κατά την επιλόχεια περίοδο (έναρξη ή επιδείνωση) συμπεριλαμβάνουν κοινωνικοδημογραφικούς, βιολογικούς καθώς και ψυχολογικούς παράγοντες.

Κοινωνικοδημογραφικοί παράγοντες

  • Ηλικία: όσο νεότερη η μητέρα, τόσο περισσότερο το άγχος της αν θα ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της νέας κοινωνικής κατάστασης. Επίσης η νεαρή ηλικία του πατέρα συμβάλλει στην αύξηση του άγχους της μητέρας (για τον ίδιο λόγο) 
  • Μορφωτικό επίπεδο: το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης της μητέρας μπορεί να της προκαλέσει αίσθημα ανεπάρκειας και ανασφάλειας
  • Οικογενειακή κατάσταση: είναι περισσότερες οι πιθανότητες για την ανύπαντρη μητέρα ή αυτήν που είχε μια σύντομη σχέση με τον πατέρα του νεογέννητου να ανησυχούν για την δέσμευση και την εμπλοκή του πατέρα στη φροντίδα του παιδιού
  • Οικονομική κατάσταση: οι οικονομικές δυσκολίες μπορεί να οδηγήσουν σε καταστάσεις υψηλού στρες

Βιολογικοί παράγοντες

  • Οιστρογόνα: οι αλλαγές στα επίπεδα των οιστρογόνων επηρεάζουν την έναρξη και την επιδείνωση των συμπτωμάτων πανικού
  • Προγεστερόνη: έχει αναφερθεί πως τα συμπτώματα πανικού αυξάνονται κατά την επιλόχεια περίοδο επειδή τα επίπεδα προγεστερόνης μειώνονται δραματικά και παρουσιάζεται αύξηση στα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα (CO2)

Ψυχολογικοί παράγοντες

  • Οι γυναίκες που έχουν προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό άγχους ή κατάθλιψης έχουν περισσότερες πιθανότητες να βιώσουν συμπτώματα πανικού κατά την επιλόχεια περίοδο.
  • Ο παραποιημένος τρόπος σκέψης (καταστροφοποίηση) επίσης παίζει ρόλο στην ανάπτυξη της συμπτωματολογίας: οι γυναίκες που έχουν την τάση να προβλέπουν την αρνητική έκβαση διαφόρων καταστάσεων έχουν περισσότερες πιθανότητες να πάθουν προσβολές πανικού.

Η ψυχολογική παρέμβαση στις ιδέες ενοχής, και αναξιότητας που βιώνουν οι γυναίκες αυτές είναι σημαντική. Νιώθουν ανεπαρκείς και ως μητέρες και ως σύζυγοι. Η ψυχολογική θεραπεία που θα εστιάσει στις διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις θα βοηθήσει τις νέες μητέρες να αξιολογήσουν τον εαυτό τους ρεαλιστικά και να δουν τις θετικές και υγιείς πτυχές του εαυτού τους στο νέο τους ρόλο.

Τσώλα Δήμητρα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

 

Η πλειοψηφία των ελληνικών οικογενειών πιστεύει ότι η εφηβεία είναι ένας Γολγοθάς, που όταν περάσει, όλα θα είναι καλύτερα. Είναι όμως έτσι;

 

Η μεγάλη πρόκληση της μετάβασης στην ενήλικη ζωή είναι η γεφύρωση της ομαδικότητας και των κοινών οικογενειακών και φιλικών δραστηριοτήτων με την πορεία προς την ατομικότητα και ανεξαρτητοποίηση. Κατά την εφηβεία, το άτομο αποφασίζει να εξυπηρετήσει δικούς του σκοπούς, με δικά του μέσα, καθώς και τον τρόπο και το βαθμό που θα διαφοροποιηθεί τόσο από το οικογενειακό όσο και από το φιλικό περιβάλλον. Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνει την ατομική του ταυτότητα, δομικό στοιχείο της ανεξαρτητοποίησης.

Σήμερα οι νέοι καθυστερούν όλο και περισσότερο χρονικά αυτή την ανεξαρτητοποίηση τους τόσο από την πατρική οικογένεια όσο και από την ομαδικότητα της παρέας. Η οικονομική κρίση και η ανεργία δεν βοηθούν τους νέους ενήλικους να μείνουν μόνοι τους και να είναι οικονομικά ανεξάρτητοι. Επιπλέον, όπως ισχύει παραδοσιακά στην Ελληνική οικογένεια, οι γονείς αντιμετωπίζουν με τρόμο την προοπτική να φύγουν τα παιδιά τους από το σπίτι και οι ίδιοι να έρθουν αντιμέτωποι με τις προκλήσεις που συνδέονται με το σύνδρομο της άδειας φωλιάς. Έτσι η ανεξαρτητοποίηση και η ανάληψη ευθύνης της προσωπικής ζωής αναβάλλεται μέχρι το μη περαιτέρω. Τα αποτελέσματα αυτής της συγχώνευσης είναι οι δυσκολίες προσαρμογής στην ενήλικη ζωή και στη δημιουργία μιας ικανοποιητικής δυαδικής σχέσης και τελικά στη δημιουργία οικογένειας.

 

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό και τη διαχείριση των συνθηκών που προβάλλουν ως εμπόδια στην ενηλικίωση ενός ατόμου. Έτσι ώστε να βοηθήσει στη μετατροπή των προβληματικών σχέσεων σε δημιουργικές καθώς και στην ανάληψη της προσωπικής ευθύνης για την ζωή του κάθε ατόμου. Με άλλα λόγια, η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην ενηλικίωση ενός ατόμου ανεξάρτητα από την ηλικία που γράφει η ταυτότητα του.

Αλεξία Ζήση

M.Sc. Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Το διαζύγιο είναι σχεδόν πάντα τραυματικό για τα παιδιά. Παρόλα αυτά οι γονείς μπορούν να μειώσουν τις αρνητικές επιπτώσεις επιτυγχάνοντας μια ανοιχτή και καλή επικοινωνία. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να γνωρίζουν κάποια από τα συναισθήματα που μπορεί να βιώσουν τα παιδιά τους ώστε να τα βοηθήσουν να προσαρμοστούν όσο γίνεται πιο ομαλά στις νέες συνθήκες.

  • Ενοχές: τα παιδιά που είναι λίγο μεγαλύτερα από τεσσάρων χρονών μπορεί να θεωρούν πως είναι υπεύθυνα τα ίδια για το διαζύγιο των γονιών τους ή ότι δεν έκαναν αρκετά για να το αποτρέψουν. Ακόμα και η ανακούφιση που μπορεί να νιώσουν μετά την απόφαση του διαζυγίου επειδή οι συγκρούσεις και οι καυγάδες μειώθηκαν μπορεί να τους προκαλέσει ενοχές.
  • Θλίψη: νοσταλγούν τη δομή της οικογένειας και θα ήθελαν να δουν τους γονείς τους πάλι μαζί.
  • Μοναξιά: επιδιώκουν να είναι μόνα τους προκειμένου να κρύβουν τα συναισθήματά τους.
  • Θυμός: απέναντι στους γονείς που διατάραξαν την οικογενειακή ενότητα.
  • Σύγχυση: δεν ξέρουν τι να περιμένουν, τι να πιστέψουν. Έχουν ανάμεικτα και αντικρουόμενα συναισθήματα τα οποία δεν μπορούν να εξηγήσουν.
  • Φόβος: φοβούνται μήπως οι γονείς τους τα εγκαταλείψουν όπως άφησαν ο ένας τον άλλον. Ανησυχούν μήπως σταματήσουν να τα αγαπούν όπως σταμάτησαν να αγαπούν ο ένας τον άλλον. Αναρωτιούνται αν θα μετακομίσουν ή αν θα συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους κανονικά. Μπορεί να φοβούνται μήπως δεν ξαναδούν το γονιό που θα φύγει από το σπίτι.

Πως μπορούν οι γονείς να μειώσουν το αρνητικό αντίκτυπο του διαζυγίου:

  • Να ενθαρρύνουν την ανοιχτή επικοινωνία επιτρέποντας στα παιδιά να κάνουν ερωτήσεις, βοηθώντας τα να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Κάποια παιδιά ανησυχούν πως αν εκφράσουν αυτό που νιώθουν θα επιδεινώσουν μια ήδη αποδιοργανωμένη κατάσταση. Μπορεί να διστάζουν να εκφράσουν το θυμό τους μη τυχόν βγει εκτός ελέγχου και καταστρέψει ότι έχει απομείνει. Μερικά παιδιά φοβούνται πως αν σκεφτούν ή συζητήσουν κάτι τρομερό θα αυξήσουν τις πιθανότητες να συμβεί.
  • Να είναι μαζί όταν θα ανακοινώσουν στα παιδιά την απόφασή τους να πάρουν διαζύγιο. Η κοινή παρουσία τους καθησυχάζει τα παιδιά περνώντας το μήνυμα ότι παρόλο που ο γάμος έφτασε στο τέλος του, οι γονείς θα συνεχίσουν να είναι μαζί για θέματα που αφορούν τα παιδιά τους.
  • Να παραμείνουν και οι δύο στη ζωή των παιδιών τους συμμετέχοντας σε κάθε τομέα – σχολικό, κοινωνικό, συναισθηματικό. Έτσι δείχνουν πως εξακολουθούν να είναι διαθέσιμοι και πως τα αγαπούν και μετά το διαζύγιο.  
  • Να παρέχουν μια υγιή, συγκροτημένη καθημερινότητα. Το προβλέψιμο πρόγραμμα και η ρουτίνα θα βοηθήσουν τα παιδιά να συνεχίσουν να αισθάνονται ασφαλή και να έχουν μια αίσθηση ελέγχου της ζωής τους. Και κυρίως θα είναι σίγουρα πως θα βλέπουν σταθερά και τον γονιό που λείπει πλέον από το σπίτι.
  • Να είναι υποστηρικτικοί και θετικοί όσον αφορά τον άλλο γονιό. Να μιλούν με σεβασμό ο ένας για τον άλλον. Αυτό θα έχει θετική επίπτωση στις σχέσεις τους με τα παιδιά τους, αλλά και στις σχέσεις των παιδιών με άλλους ανθρώπους μακροπρόθεσμα.
  • Όταν οι ίδιοι χρειάζονται υποστήριξη να απευθύνονται σε ενήλικες. Τα παιδιά δεν μπορούν να διαχειριστούν το βάρος των συναισθηματικών αντιδράσεων των γονιών τους. Κάτι τέτοιο θα προκαλούσε στα παιδιά ενοχές, τα οποία θα ένιωθαν υπεύθυνα να φροντίσουν τα συναισθήματα των γονιών τους, ενώ δεν είναι αυτός ο ρόλος τους.

Τσώλα Δήμητρα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Της Άσπας Καρακώστα,

Ψυχολόγου

O Reinhold Niebuhr, ένας αμερικανός θεολόγος θεωρείται εμπνευστής μιας δήλωσης η οποία σήμερα αποτελεί θεμέλιο λίθο των κινημάτων ψυχολογικής ανάκαμψης : «..θεέ μου δως μου το θάρρος να αλλάξω αυτά που μπορώ, τη δύναμη να αποδεχτώ αυτά που δεν μπορώ να αλλάξω και τη σοφία να καταλαβαίνω τη διαφορά μεταξύ των δυο…». Κατ’ αντιπαραβολή, ο Αμερικανός ψυχοθεραπευτής  David Richo, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν πέντε αλήθειες για τη ζωή, οι οποίες είναι αδιαμφισβήτητες για όλους. Ύστερα από χρόνια ψυχοθεραπευτικής πρακτικής, διαπίστωσε ότι στις συνεδρίες με πελάτες του εμφανιζόταν κατ’ επανάληψη κάποια θέματα προς συζήτηση-δεδομένα ζωής, έναντι των οποίων όλοι είμαστε ανίσχυροι:

  • Τα πάντα αλλάζουν και τελειώνουν
  • Τα πράγματα δεν έρχονται πάντα όπως τα περιμένουμε
  • Η ζωή δεν είναι δίκαιη για όλους
  • Ο πόνος είναι κομμάτι της ζωής
  • Οι άνθρωποι δεν μας αγαπούν και δεν είναι πιστοί όλη την ώρα

Σύμφωνα με τον Richo, όσο αντιστεκόμαστε σε αυτές τις πέντε αντιλήψεις ζωής, η καθημερινότητα μας αρχίζει να εμπεριέχει σειρά ματαιώσεων και απογοητεύσεων,  αλλά και σύνθλιψη. Απεναντίας, όσο πιο ενεργά το άτομο συμμερίζεται τα παραπάνω, έρχεται σε συμμαχία με το γεγονός ότι όλοι χρειαζόμαστε κουράγιο, αυτοσυμπόνοια και ωριμότητα, προκειμένου να ζήσουμε μια ζωή με νόημα. Η ειδοποιός διαφορά εδώ συνίσταται στο στοιχείο της ενεργούς αποδοχής, όσων μας συμβαίνουν. Η ενεργός αποδοχή, φαίνεται ότι αποτελεί αντίδοτο στο φόβο και θέτει τα θεμέλια για την ανάπτυξη εμπιστοσύνης  στον εαυτό και στις ικανότητες του. Παραδείγματος χάριν, όταν τα πράγματα αλλάζουν ή τελειώνουν, μας ωθούν να αποδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να ελέγχουμε τα πάντα. Όταν ενστερνιζόμαστε την αντίληψη, ότι πολλές φορές η ζωή είναι άδικη, μαθαίνουμε να συγχωρούμε πιο εύκολα. Όταν ο πόνος γίνεται μέρος της ζωής μας, ενεργητική αποδοχή σημαίνει ότι καλλιεργούμε τόσο την αυτοσυμπόνοια, όσο και την συμπόνοια για άλλους, όσους υποφέρουν. Όταν συνειδητοποιήσουμε ότι οι άλλοι δεν μας αγαπούν και δεν είναι πιστοί σε μας όλοι την ώρα, καλλιεργούμε μια διαφορετική πτυχή της δεξιότητας της αποδοχής, την οποία οι ψυχολόγοι ονομάζουν «άνευ όρων αποδοχή». Εν προκειμένω, «άνευ όρων αποδοχή» σημαίνει ότι απελευθερωνόμαστε από την ανάγκη να βλάψουμε ή να απορρίψουμε ό,τι μας απογοήτευσε. Η έρευνα στον τομέα της προαγωγής ψυχικής υγείας έχει δείξει ότι συχνά οι ψυχικές δυσκολίες των ανθρώπων συνδέονται με την ύπαρξη δυσλειτουργικών αντιλήψεων του ατόμου, σε σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, τις σχέσεις με τον περιβάλλοντα κόσμο αλλά και το μέλλον του. Ως εκ τούτου, προτείνει δεξιότητες παραγωγικής διαχείρισης των δυσκολιών, τις οποίες χρειάζεται να αναπτύξει ο άνθρωπος προκειμένου να ενισχύσει την ψυχική του υγεία, όπως :

  • Ενεργητική αποδοχή του προβλήματος: με τον τρόπο αυτό το άτομο απελευθερώνεται από τα δεσμά του προβλήματος και διαχειρίζεται το πρόβλημα νοητικά και γνωστικά, λέγοντας στον εαυτό του, λεπτομερώς πως αισθάνεται. Κάτι τέτοιο, συνήθως παρακινεί το άτομο σε αποτελεσματική δράση έναντι του προβλήματος
  • Ψυχολογική ευελιξία και συμμαχία: ένα άτομο που βιώνει πόνο ή φόβο σε απόλυτο βαθμό, συχνά αισθάνεται ότι ο πόνος ή ο φόβος μειώνεται, όταν το ίδιο εφιστά την προσοχή του σε αυτόν. Με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει ότι το άτομο χρειάζεται να αποδεχθεί πλήρως τον πόνο και να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες σχετικά με αυτόν.
  • Εξάσκηση σε δηλώσεις που βοηθούν το άτομο να έρθει ένα βήμα πιο κοντά στη διαχείριση του προβλήματος όπως: «Αυτό έχει συμβεί και τώρα χρειάζεται να ασχοληθώ με το θέμα».
  • Μην ξεχνάτε ειδικά όταν αντιμετωπίζετε μια δυσκολία ότι το αίσθημα ικανοποίησης από τη ζωή, δεν καθορίζεται τόσο από τα γεγονότα που μας συμβαίνουν, όσο κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρινόμαστε και διαχειριζόμαστε αυτό που μας συμβαίνει.

Οι παραπάνω σκέψεις συγκλίνουν στο συμπέρασμα, ότι κάθε πρόβλημα πιθανώς καθρεφτίζει και μια δεξιότητα, την οποία καλούμαστε να αναπτύξουμε. Ως άτομα, χρειάζεται συνεχώς να εμπλουτίζουμε τις δεξιότητες μας,  για τις σχέσεις με τους άλλους, για την κοινωνία με τους άλλους, για τον έρωτα, για το γάμο, για την ανατροφή των παιδιών, για την ψυχική υγεία και νόσο, για τη ζωή και το θάνατο, ως στοιχεία της υπερβατικής διάστασης της ανθρώπινης φύσης. Ενδεχομένως, αυτές οι δεξιότητες αναπτύσσονται πολύ πιο αποτελεσματικά μέσα από ψυχολογική ευελιξία και συμμαχία με τα προβλήματα και τις δυσκολίες. Εν ολίγοις, με το να «αγαπάμε» τα προβλήματα μας.

Η Άσπα Καρακώστα είναι ψυχολόγος και στο Αnimus Corpus (συν) εργάζεται ψυχοθεραπευτικά με άτομα, οικογένειες και ομάδες.

Σελίδα 5 από 5

Επικοινωνία

Βασιλίσσης Σοφίας 54

Ιλίσια / Αθήνα

Τ: +30 210 72 22 214
F: +30 210 72 22 282

email: [email protected], [email protected]