Η παχυσαρκία συχνά κουβαλάει ένα πολύ αρνητικό κοινωνικό στίγμα. Σε μια κοινωνία που εξιδανικεύει και προωθεί το αδύνατο σώμα, τα άτομα που είναι υπέρβαρα έχουν ενσωματώσει τα αρνητικά συναισθήματα που συνοδεύουν την προκατάληψη για το αυξημένο βάρος με αποτέλεσμα να δέχονται πολλές φορές την διάκριση εναντίον τους ως κάτι φυσιολογικό. Ακόμα και στο πλαίσιο της εργασίας μπορεί να αντιμετωπίσουν όχι κολακευτικά ή και υποτιμητικά σχόλια με τη μορφή χιούμορ, ή να βιώσουν διακρίσεις σε θέματα πρόσληψης, ή προαγωγής. Συνεπώς τα άτομα αυτά παρουσιάζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και κοινωνικό άγχος, ενώ αναφέρουν χαμηλή ποιότητα ζωής. Κυρίως παχύσαρκα άτομα με νεαρή ηλικία έναρξης παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα δυσαρέσκειας για την εικόνα του σώματός τους. Μπορεί να έχουν δεχτεί πειράγματα σχετικά με το βάρος τους ή το σωματότυπό τους με αποτέλεσμα να νιώθουν αμηχανία στο να δείχνουν το σώμα τους ή να ξεκινήσουν κάποια φυσική δραστηριότητα. Ενώ λοιπόν η παχυσαρκία είναι ένας σημαντικός παράγοντας επικινδυνότητας εμφάνισης της κατάθλιψης, έρευνες έχουν δείξει πως κάποιοι άνθρωποι καταναλώνουν μεγαλύτερη ποσότητα φαγητού όταν είναι επηρεασμένοι από κατάθλιψη και άγχος. Πρόκειται για έναν κύκλο παχυσαρκίας – κατάθλιψης στον οποίο πιο ευάλωτες παρουσιάζονται οι γυναίκες. Η παχυσαρκία προκαλεί την κατάθλιψη και η κατάθλιψη επηρεάζει την παχυσαρκία. Διάφοροι στρεσογόνοι παράγοντες όπως ανεργία, απώλεια αγαπημένου προσώπου, διαπροσωπικές δυσκολίες, διαζύγιο, μπορεί να εκλύσουν ή να επιδεινώσουν έναν ανθυγιεινό τρόπο διατροφής. Όσο πιο μεγάλες οι συναισθηματικές συγκρούσεις και δυσκολίες τόσο πιο μεγάλη η πιθανότητα της τάσης για μια προβληματική διατροφική συμπεριφορά. Κι από την άλλη, οι παρενέργειες κάποιων ψυχοτρόπων φαρμάκων συμβάλλουν στην ανάπτυξη της παχυσαρκίας. Η αύξηση του βάρους περιλαμβάνεται ανάμεσα στις πιο προβληματικές παρενέργειες αυτών των φαρμάκων (αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά, σταθεροποιητές διάθεσης).

Παχυσαρκία και Διαταραχή Υπερφαγίας

Παρόλο που σύμφωνα με το DSM-5 (Διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο ψυχικών διαταραχών, πέμπτη έκδοση) η παχυσαρκία δεν αποτελεί ψυχική διαταραχή, σχετίζεται με την διαταραχή υπερφαγίας που ανήκει στις διαταραχές πρόσληψης τροφής. Η διαταραχή αυτή χαρακτηρίζεται από επανειλημμένα επεισόδια υπερφαγίας – κατανάλωση μιας ποσότητας φαγητού μεγαλύτερη από όση θα έτρωγαν οι περισσότεροι άνθρωποι μέσα σε μια διακριτή χρονική περίοδο – τα οποία συνοδεύονται από μια αίσθηση απώλειας ελέγχου – το άτομο νιώθει ότι δεν μπορεί να μη φάει ή να σταματήσει να τρώει από τη στιγμή που άρχισε, με απουσία συστηματικής χρησιμοποίησης ακατάλληλης αντισταθμιστικής συμπεριφοράς (όπως πρόκληση εμέτου). Η διαταραχή αυτή συναντάται σε πολλά παχύσαρκα άτομα τα οποία ντρέπονται για το διατροφικό τους πρόβλημα και προσπαθούν να το κρύψουν. Παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τη συμπεριφορά αυτή περιλαμβάνουν αρνητικά συναισθήματα των ατόμων για το βάρος τους και το σχήμα του σώματός τους. Οι έρευνες δείχνουν πως υπάρχουν αρκετές διαφορές ανάμεσα στα παχύσαρκα άτομα με διαταραχή υπερφαγίας και στους παχύσαρκους χωρίς τη διαταραχή. Οι πρώτοι παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα ψυχοπαθολογίας – καταθλιπτικές και διπολικές διαταραχές, αγχώδεις διαταραχές. Υπάρχουν επίσης διαφορές στο περιεχόμενο των αντιλήψεών τους, με τους ασθενείς που υποφέρουν από τη διαταραχή υπερφαγίας να έχουν πιο διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις για την εικόνα σώματος. Οι συνέπειες είναι αρνητική αυτοεκτίμηση και δυσαρέσκεια για τον εαυτό τους ενώ εκδηλώνουν πιο έντονη ενασχόληση με το βάρος τους. 

Ο ρόλος της ψυχοθεραπείας

Καθώς η παχυσαρκία σχετίζεται με ψυχολογικές συνέπειες, η ψυχοθεραπεία μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπισή της.

  • Μειώνει το άγχος που βιώνουν οι παχύσαρκοι ασθενείς με διαταραχή υπερφαγίας.
  • Βοηθά το άτομο να συνειδητοποιήσει την ασυνείδητη προέλευση και σημασία που έχει γι’ αυτόν η υπερβολική κατανάλωση φαγητού.
  • Βοηθά τους ασθενείς να διαχειριστούν τις συνέπειες της προκατάληψης που επικρατούν σε μια κοινωνία όπου οι αρνητικές αντιλήψεις για την παχυσαρκία είναι εδραιωμένες
  • Ενισχύει την αυτοαποδοχή σε παχύσαρκους ασθενείς που έχουν μάθει να νιώθουν ντροπή για το βάρος τους. Η μεγαλύτερη αυτοαποδοχή και συνεπώς η αύξηση της αυτοπεποίθησης δρουν καταλυτικά στην ανάπτυξη ενός κινήτρου για πιο υγιεινό τρόπο διατροφικής συμπεριφοράς ή για μια προσπάθεια μείωσης του βάρους.
  • Βοηθά το άτομο να διατηρήσει το μειωμένο βάρος όταν αυτό επιτευχθεί
  • Παρόλο που η υπερβολική κατανάλωση φαγητού και η ανεπαρκής άσκηση αποτελούν μέρη ενός περίπλοκου βιοψυχοκοινωνικού προβλήματος, με σημαντικά γενετικά αίτια και τον μεταβολισμό να παίζει καθοριστικό παράγοντα, η συμπεριφοριστική θεραπεία είναι διαδεδομένη.
  • Η γνωσιακή – συμπεριφοριστική θεραπεία που εστιάζει στις διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις σχετικά με την εικόνα σώματος, καθώς και η διαπροσωπική θεραπεία που δίνει έμφαση στη δυναμική των  διαπροσωπικών σχέσεων και πως αυτή επηρεάζει τον τρόπο διατροφής, έχουν θετική επίδραση στη μείωση της υπερφαγίας.

Τσώλα Δήμητρα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Οι γονείς, στη σύγχρονη εποχή, φαίνεται να έχουν ανάγκη από «τεχνικές», που να τους βοηθούν να κατανοήσουν τα παιδιά τους και να αποκαταστήσουν μαζί τους μια ποιοτική και διαρκή επικοινωνία. Ωστόσο, οι τρόποι πειθαρχίας που θα μεταχειριστεί ένας γονιός εξαρτώνται από τη δική του ιδιοσυγκρασία, καθώς και αυτή του παιδιού του. Τι ταιριάζει στον ίδιο, με ποιο τρόπο θα το κάνει, τι «πιάνει» στο παιδί του; Ό,τι ξέρει ο γονιός γύρω από το χαρακτήρα και τις ευαισθησίες του παιδιού του είναι ιδιαίτερα χρήσιμο.

Η σημασία της οριοθέτησης για τα ίδια τα παιδιά

Έρευνες δείχνουν ότι γονείς που θέτουν σταθερά όρια χωρίς να περιορίζουν ευκαιρίες για πειραματισμό, έχουν παιδιά με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, τα οποία είναι ανεξάρτητα, υπεύθυνα, μαθαίνουν να επιλύουν προβλήματα και έχουν καλές κοινωνικές δεξιότητες, καθώς έχουν καλύτερη προσαρμογή στην ομάδα των συνομιλήκων.

Η σημασία της οριοθέτησης για όλη την οικογένεια

Η οριοθέτηση είναι πολύ σημαντική για τη διαμόρφωση της ταυτότητας όλων των μελών του οικογενειακού συστήματος, για την κατανόηση των ρόλων τους και την ανάδειξη της εμπιστοσύνης προς τους ίδιους. Βοηθά τους γονείς να ισχυροποιήσουν την προσωπικότητά και το ρόλο τους, να ενισχύσουν τις αξίες και τις στάσεις τους απέναντι στη ζωή και να μπορέσουν να μεταδώσουν όλα αυτά με ένα τρόπο που να μπορεί με ασφάλεια να τροποποιεί κάθε φορά τα χαρακτηριστικά των μελών της οικογένειας.

Τα όρια συντελούν στο να υπάρχει ομαλότητα στην επικοινωνία, στις σχέσεις και στην αλληλεπίδραση, βοηθάνε την οικογένεια να μπορεί να αντιμετωπίζει κάθε δυσκολία που προκύπτει και οι κανόνες να μπαίνουν με ένα τρόπο κατανοητό και άμεσο έτσι ώστε η οριοθέτηση να ωφελεί την οικογένεια να ανατρέχει σε αυτούς με ασφάλεια όταν υπάρξει κάποιο πρόβλημα στις σχέσεις.

Έλλειψη ορίων

Αν δεν υπάρχουν όρια στην οικογένεια, τότε το παιδί δεν μαθαίνει την υποχώρηση, την εκτίμηση και τον σεβασμό προς άλλα πρόσωπα. Ένα παιδί που δεν γνωρίζει όρια είναι ανασφαλές και βιώνει συχνά την απόρριψη. Για παράδειγμα, παιδιά που δεν έχουν ακούσει το όχι από τους γονείς τους δυσκολεύονται να κάνουν πραγματικούς φίλους γιατί περιμένουν από τους άλλους να ικανοποιούν τις ανάγκες τους και επιπλέον δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν οτιδήποτε έχουν γιατί το θεωρούν δεδομένο.

Πότε είναι η κατάλληλη ηλικία για οριοθέτηση των παιδιών;

Όσο πιο νωρίς αρχίζει η οριοθέτηση της συμπεριφορά του παιδιού, τόσο το καλύτερο. Αν από την νηπιακή ηλικία το παιδί μας μάθει να ελέγχει τη συμπεριφορά του, να δέχεται κανόνες, να εκφράζει με υγιή τρόπο τα συναισθήματα του και να γίνεται υπεύθυνο, τότε μεγαλώνοντας θα μπορέσει να αποφύγει τους κινδύνους και να είναι ευτυχισμένο. Τα όρια, φυσικά, πρέπει να συμβαδίζουν με το στάδιο ανάπτυξης του παιδιού και να προσαρμόζονται στα χαρακτηριστικά της ηλικίας του.

Πώς πετυχαίνουν τα όρια;

  • Σταθερότητα και συνέπεια από την πλευρά των γονέων.
  • Θετική διατύπωση (Προσπαθούμε να σκεφτόμαστε θετικά και να διατυπώνουμε τις προτάσεις μας με θετικό τρόπο, όπως για παράδειγμα, αντί για «Μην χοροπηδάς πάνω στο κρεβάτι σου», είναι προτιμότερο να πούμε «Σε παρακαλώ, κατέβα από το κρεβάτι σου, γιατί μπορεί να χτυπήσεις»).
  • Περιορίστε τα πολλά όχι (Ιεραρχήστε τα θέματα για τα οποία θέλετε να διεκδικήσετε μία συγκεκριμένη συμπεριφορά από τα παιδιά, και για τα λιγότερο σημαντικά θέματα ας είμαστε περισσότερο ανεκτικοί).

Πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι τα όρια δεν πρέπει να εμποδίζουν το παιδί να μεγαλώσει, αλλά να το ακολουθούν στο μεγάλωμά του. Τα όρια είναι ένδειξη αγάπης και μέρος της φροντίδας που παρέχουν οι γονείς στα παιδιά τους. Είναι κάτι που χρησιμοποιούμε, ώστε να τα διδάξουμε να ξεχωρίζουν αυτό που επιτρέπεται από αυτό που δεν επιτρέπεται και να κατορθώσουν να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα στην υπόλοιπη ζωή τους.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Συνεργάτης του Ψυχοθεραπευτικού Κέντρου – Πολυχώρου Animus Corpus

Οι διαταραχές διατροφής χαρακτηρίζονται από σημαντική διαταραχή της συμπεριφοράς στην πρόσληψη τροφής. Οι δύο κύριες διαταραχές είναι η ψυχογενής ανορεξία  και η ψυχογενής βουλιμία.

Ψυχογενής ανορεξία:

 Αποτελεί μια πολύ σοβαρή κατάσταση, δυνητικά θανατηφόρο. Εμφανίζεται, κυρίως, σε κορίτσια εφηβικής ηλικίας ή και σε νεαρές γυναίκες. Σπανιότερα, εμφανίζεται και σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, καθώς και σε αγόρια εφηβικής ή νεαρής ηλικίας.

Τα άτομα με ψυχογενή ανορεξία χαρακτηρίζονται από: 

  • Διαταραγμένη εικόνα σώματος.
  • Επιβολή αυστηρών διαιτητικών περιορισμών (υποσιτισμός).
  • Δραματική μείωση βάρους.
  • Αυστηρά προγράμματα άσκησης.
  • Τακτικά επεισόδια υπερφαγίας.
  • Πρόκληση εμέτων, λήψη καθαρκτικών, διουρητικών και φαρμάκων κατασταλτικών της όρεξης.
  • Αμηνόρροια (στις γυναίκες).

Ψυχογενής βουλιμία: 

Η κατανομή ηλικίας και φύλου είναι παρόμοια προς εκείνη της ψυχογενούς ανορεξίας, αλλά η ηλικία έναρξης τείνει να είναι ελαφρώς καθυστερημένη.

Τα άτομα με ψυχογενή βουλιμία χαρακτηρίζονται από:

  • Επανειλημμένα επεισόδια υπερφαγίας σε σύντομο χρονικό διάστημα.
  • Ακατανίκητη επιθυμία για λήψη τροφής.
  • Υπερβολική ενασχόληση με τον έλεγχο του σωματικού βάρους.
  • Πρόκληση εμέτων, κατάχρηση καθαρτικών ουσιών, εναλλασσόμενες περίοδοι αποχής από τη λήψη τροφής, χρήση διουρητικών και φαρμάκων κατασταλτικών της όρεξης.
  • Νοσηρός φόβος πάχυνσης.
  • Συχνά, ιστορικό ψυχογενούς ανορεξίας.

Αιτίες: 

Δεν είμαστε σίγουροι για το ποιες είναι οι αιτίες της ψυχογενούς ανορεξίας και βουλιμίας. Παίζει ρόλο ένα σύνολο βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων.

Ωστόσο, συχνό γνώρισμα ατόμων με διατροφικές διαταραχές είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση, τα αισθήματα απελπισίας και η έντονη δυσαρέσκεια για την εμφάνισή τους. Επίσης, ειδικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας συνδέονται με κάθε μία από τις διαταραχές. Οι άνθρωποι με ανορεξία π.χ. τείνουν να είναι τελειομανείς, ενώ τα άτομα με βουλιμία είναι συχνά παρορμητικά.

Αντιμετώπιση: 

Οι διατροφικές διαταραχές μπορούν να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά. Αν οι διατροφικές διαταραχές αντιμετωπισθούν από νωρίς, αυτό θα βελτιώσει την έκβαση της ανάρρωσης. Η ανάρρωση μπορεί να πάρει μήνες ή χρόνια, αλλά η πλειοψηφία των ατόμων αναρρώνουν.

Όταν γίνει η διάγνωση της διατροφικής διαταραχής, μπορεί να χρειασθεί η συμμετοχή διαφόρων ιατρικών ειδικοτήτων και επαγγελματιών υγείας, καθ’ ότι οι διαταραχές αυτές επηρεάζουν τα άτομα τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Σημαντικό ρόλο, διαδραματίζει και η εμπλοκή της οικογένειας του ατόμου που πάσχει από διατροφική διαταραχή.

Η υποστήριξη και η επιμόρφωση, καθώς και η καλύτερη κατανόηση των θεμάτων αυτών από το κοινωνικό σύνολο, αποτελούν ένα σημαντικό μέρος της θεραπευτικής αγωγής.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Η επικοινωνία μέσω του λόγου, οι λέξεις που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε, η ταχύτητα και η ένταση με την οποία μιλάμε, η στάση, η κίνηση ή η ακινησία του σώματός μας, οι χειρονομίες και οι εκφράσεις του προσώπου μας μπορεί να αποτελέσουν «γέφυρες» ή και «τείχη» που χτίζονται ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους, όταν αλληλεπιδρούμε. Ο τρόπος που επικοινωνούμε μπορεί να δημιουργεί ένα κλίμα συμπάθειας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό μας, άνεσης ή αμηχανίας, συναισθηματικής εγγύτητας ή απόστασης με τους γύρω μας, σαφήνειας ή ασάφειας, ασφάλειας και εμπιστοσύνης ή σύγχυσης και δυσπιστίας. Όλα τα ανωτέρω είναι πολύ προσωπικά στοιχεία που διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο λόγω της προσωπικής, αλλά και της κοινωνικο - πολιτισμικής του ιστορίας, συστήνουν και συντείνουν σ’ ένα μεγάλο μέρος (σ)το ποιοι είμαστε.

Στο παρόν άρθρο, ο πυρήνας του οποίου έχει ξεκινήσει να σχηματίζεται χρόνια πριν στους χώρους εκπαίδευσής μου και με αφορμή την παρατήρηση στους χώρους δουλειάς, θα γίνει μία προσπάθεια παράθεσης συγκεκριμένων παραδειγμάτων λειτουργικότερης επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μας, με στόχο τις πιο απολαυστικές σχέσεις στη ζωή μας.

(Σημείωση: Το παρακάτω κείμενο αποτελεί το δεύτερο μέρος ενός ευρύτερου άρθρου).

Ενισχύοντας την εξωλεκτική επικοινωνία – ..αποφεύγοντας το διπλό μήνυμα!

Ένας απλός τρόπος ώστε να λάβει ο συνομιλητής μας το μήνυμα ότι τον προσέχουμε, τον ακούμε και δεν αδιαφορούμε ή δεν τον υποτιμούμε, είναι να διατηρούμε τη βλεμματική επαφή μαζί του, για όσο διαρκεί ο διάλογος. Ακόμη και όταν απλά μας χαιρετά ή μας ρωτά κάτι σύντομα κάποιος, καλό είναι να γυρίσουμε προς το μέρος του και να του απαντήσουμε, κοιτάζοντάς τον. Ορισμένες φορές μπορεί να απαντάμε σε κάποιον (= μήνυμα πως τον παρακολουθούμε, νιώθουμε καλά που είμαστε μαζί του και τον προσέχουμε), αλλά παράλληλα να ασχολούμαστε και με κάτι άλλο (π.χ. να βλέπουμε τηλεόραση, να γράφουμε, να κάνουμε δουλειές στο σπίτι κ.τ.λ.) και να μην τον κοιτάζουμε (= μήνυμα πως αδιαφορούμε ή μας κουράζει να μιλήσουμε μαζί του ή έχουμε κάτι σημαντικότερο ν’ ασχοληθούμε κ.τ.λ.). Η βλεμματική επαφή ωστόσο, δεν είναι ο μόνος τρόπος να δείξουμε σεβασμό στο διάλογο με τον συνομιλητή μας. Μπορούμε να δείχνουμε κατανόηση σε κάποιον από τον τόνο της φωνής μας, τη στάση του σώματος, τις εκφράσεις του προσώπου μας. Σε όλα τα ανωτέρω παίζει φυσικά σημαντικό ρόλο, το είδος της σχέσης με τον άλλο. Εννοώντας πως σε μία συντροφική η στενά φιλική σχέση, το να συνομιλούμε, αλλά και παράλληλα να κάνουμε κάποιες δουλειές στο σπίτι μπορεί να αντανακλά τη συναισθηματική εγγύτητα και την άνεση που έχω με τον άλλο.

Αδιέξοδος διάλογος…:

Ο αδιέξοδος διάλογος ναι μεν μπορεί να εκτονώνει ένταση (!), υπό την έννοια της «ανταλλαγής πυρών», αν ωστόσο συζητάμε για κάποιο σκοπό, δηλαδή, για να κατανοήσουμε τον άλλο, για να επιλύσουμε μία σύγκρουση καλό είναι να αποφεύγουμε συνειδητά να απαντούμε στους άλλους με ερώτηση!

Παράδειγμα:

(Ε.): «Δε μ’ αγαπάς;..».

(Π):  «Γιατί σου είπα εγώ ότι δε σ’ αγαπάω;».

Ορισμένες πιθανές εξελίξεις του περιστατικού αυτού μπορεί να είναι:

α)     Η διακοπή της επικοινωνίας,

β)     η δημιουργία εντύπωσης στον Ε πως είμαστε επιθετικοί απέναντί του μέσω λανθάνουσας («υπόγειας») επίπληξης, ειδικά εάν ο τόνος της φωνής μας εντείνει κάτι τέτοιο,

γ)     η επόμενη ερώτηση του Ε μπορεί να είναι π.χ. «γιατί σου είπα, πως μου είπες πως δε μ’ αγαπάς» (αδιέξοδος διάλογος)!!!

Εκείνη τη στιγμή ο Ε με αυτή τη φράση προφανώς προσπαθεί να μας πει κάτι άλλο… π.χ. μπορεί να προσπαθεί να μας επικοινωνήσει τη μοναξιά του …

Γενικά όταν μιλάμε ή απαντάμε καλό είναι:

1.  Να είμαστε ακριβείς και περιγραφικοί σε αυτό που λέμε (Χάιντς, 2000), χωρίς να γενικεύουμε (αποφεύγουμε δηλ. φράσεις τύπου «πάντα απρόσεκτός είσαι». Αντίθετα, μπορούμε να πούμε στον άλλο «προτείνω να κάνεις πιο αργές κινήσεις, όταν σερβίρεις...»),

2.  Να διατυπώνουμε τις σκέψεις μας με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι εμφανές ότι πρόκειται για τη δική μας, την προσωπική μας δηλαδή, άποψη ή εντύπωση (Χάιντς, 2000). Δηλαδή, «πιστεύω πως αυτή η μπλούζα δεν πάει με αυτό το παντελόνι» και όχι: «δεν έχεις γούστο», «αυτά τα ρούχα δεν πάνε» ή «τι έβαλες πάλι;» κ.τ.λ.

3.   Να αποφεύγουμε τους χαρακτηρισμούς (π.χ. είσαι “περίεργη”).

4.  Να είμαστε σίγουροι και ξεκάθαροι μέσα μας γι’ αυτό που θέλουμε να πούμε στον άλλο ή γι’ αυτό που του ζητάμε (Χάιντς, 2000) και επίσης να αξιολογούμε αν αυτό που απευθύνουμε ανταποκρίνεται στο επίπεδο, στο είδος και στη φάση της σχέσης που έχουμε με τον άλλο.

5.  Να φροντίζουμε τα λεγόμενά μας να περιλαμβάνουν το πώς νιώθουμε, αλλά και να δείχνουν πως κατανοούμε την άποψη ή τη θέση του άλλου. Παράδειγμα: «Καταλαβαίνω πως θέλεις τα λεφτά σου τώρα, αλλά δε μου είναι ευχάριστο με το που μπαίνω σπίτι ν’ ακούω παράπονα. Χρειάζομαι πρώτα λίγη ξεκούραση και φαγητό και θα συζητήσουμε σε μισή ώρα αυτό που θες».

Ανάγκη για τρυφερότητα, νοιάξιμο, συναισθηματική ασφάλεια.

Το συναισθηματικό μέρος της επικοινωνίας συνήθως μεταφέρεται μέσω της μη λεκτικής οδού (Παππά, 2013), δηλαδή της εξωλεκτικής και παραγλωσσικής επικοινωνίας μας (τόνος και ένταση φωνής, ταχύτητα του λόγου, στάση σώματος, εκφράσεις του προσώπου κ.τ.λ.) και όχι μέσω των λεγομένων μας. Μία / Ένας σύντροφος για παράδειγμα, που διαβεβαιώνει την / τον σύντροφό του πως την αγαπά, την επιθυμεί ερωτικά κ.τ.λ., αλλά π.χ. σπάνια την αγκαλιάζει, την ακουμπά, τη χαϊδεύει, θα γίνει λιγότερα πιστευτός για το συναίσθημά του από έναν σύντροφο που την αγκαλιάζει συχνά, τη χαϊδεύει, την προσεγγίζει ερωτικά κ.τ.λ.

Ο Mehrabian θεωρεί πως η συνολική επίδραση ενός μηνύματος είναι 7% λεκτική, 38% φωνητική και 55% μη λεκτική. Τα μη λεκτικά μηνύματα είναι περισσότερο αξιόπιστα, γιατί είναι κυρίως ασυνείδητα και μη ελεγχόμενα. Τα μη λεκτικά μέσα που κάποιος διαθέτει είναι εγγενή και οικουμενικά, ωστόσο καθορίζονται από τον πολιτισμό και γι’ αυτό μπορεί να διαφοροποιούνται από χώρα σε χώρα (Παππά, 2013).

Οι σχέσεις γονιού παιδιού και συντρόφων είναι σχέσεις που καθορίζονται ιδιαίτερα από το κομμάτι της μη λεκτικής επικοινωνίας και σχέσεις που χρειάζονται τη συναισθηματική ασφάλεια και την έκφραση της τρυφερότητας. Όταν ένα 2χρονο παιδί π.χ. πέφτει και χτυπά, έχει ανάγκη για να ανακουφιστεί και να νιώσει ασφάλεια την άμεση, ήρεμη και εγκάρδια αγκαλιά ως ένδειξη παρηγοριάς, συμπόνιας και «συναισθηματικού κρατήματος» από τον γονιό.

Ας φροντίσουμε λοιπόν την επικοινωνία μας, όπως θα θέλαμε να μας την έχουν φροντίσει και όσο φροντισμένα θέλουμε να τη δεχόμαστε στο εξής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
  • Χάιντς, Ε. (2000). Συζυγική θεραπεία: Τρόποι βελτίωσης της συζυγικής επικοινωνίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. 

Ελένη Τζίκου

Ψυχολόγος

Ειδίκευση στις Χοροθεραπευτικές Παρεμβάσεις

Εκπαίδευση στην Οικογενειακή Θεραπεία

Η κυκλική φύση (συχνές υποτροπές) της διπολικής διαταραχής δεν επηρεάζει μόνο τους πάσχοντες. Μπορεί να έχει αρνητική επίδραση στα μέλη της οικογένειας ή στους φίλους του ασθενούς. Οι ακραίες και απρόβλεπτες εναλλαγές στη διάθεση μπορεί να αλλάξουν και τη δική τους καθημερινότητα, να φθείρουν τις διαπροσωπικές σχέσεις. Από την άλλη, η οικογένεια και οι φίλοι μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής. Μπορούν να βοηθήσουν τον πάσχοντα να δημιουργήσει και να εφαρμόσει ένα πλάνο αντιμετώπισης των συμπτωμάτων όταν το άτομο είναι στα «πάνω» του, καθώς και να τον υποστηρίξουν όταν είναι στα «κάτω» του.

Οι υποτροπές και η πορεία της ανάρρωσης είναι πολύ πιθανό να επηρεαστούν από τον τρόπο που σχετίζονται οι ασθενείς με τους σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή τους. Ένα ανεκτικό και ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντικό για να μειώσει επεισόδια κατάθλιψης ή μανίας. Η διπολική διαταραχή έχει μια βιολογική γενετική βάση, αλλά είναι και μια διαταραχή διάθεσης και άγχους που σημαίνει ότι το βιολογικό πρόβλημα αλληλεπιδρά με το ψυχοκοινωνικό στρες. Ωστόσο είναι δύσκολο κάποιες φορές να διατηρηθεί μια ήπια ατμόσφαιρα. Συνήθως η αλληλεπίδραση των διπολικών ατόμων με τα μέλη της οικογένειάς τους χαρακτηρίζεται από αρνητισμό, θυμωμένα σχόλια, αδυναμία εποικοδομητικής επίλυσης των προβλημάτων. Αυτό μπορεί να προκύπτει από την πεποίθηση κάποιων συγγενών πως οι πάσχοντες θα μπορούσαν να ελέγξουν τα συμπτώματά τους αν προσπαθούσαν περισσότερο. Είναι χρήσιμο να συνειδητοποιήσουν πως οι παρορμητικές ή και καταστροφικές συμπεριφορές των διπολικών ασθενών δεν μπορούν απλά να αποδίδονται σε κακές προθέσεις ή σε χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. Οι απότομες διακυμάνσεις της διάθεσης που χαρακτηρίζουν την ασθένεια δυσκολεύουν πολύ την ικανότητα του ατόμου να ελέγξει τη συμπεριφορά του.

Κι από την άλλη, το φορτίο που σηκώνει η οικογένεια του ασθενούς μπορεί να είναι πολύ βαρύ συναισθηματικά, ειδικά αν το άτομο φέρεται επικίνδυνα, ενοχλητικά, επιθετικά ή και προκλητικά. Στη φάση της μανίας (υπέρμετρη έξαρση, διέγερση) ο συγγενής ή φίλος του ασθενούς μπορεί να νιώσει εκνευρισμό ή απελπισία.

Η ψυχοεκπαίδευση σχετικά με τα συμπτώματα, τις αιτίες καθώς και τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής είναι μείζονος σημασίας για τους ασθενείς και την οικογένεια. Είναι σημαντικό για τα άτομα που είναι στο άμεσο περιβάλλον των διπολικών ασθενών να ξέρουν ποια είναι τα προειδοποιητικά σημεία όταν πρόκειται να υποτροπιάσουν (το κλάμα μπορεί να είναι ένα σημείο). Ακόμα και η ελάχιστη αλλαγή στον κύκλο ύπνου-εγρήγορσης επηρεάζει τη διάθεση του ατόμου. Οι λιγότερες ώρες ύπνου προκαλούν περισσότερη ενεργητικότητα ενώ αν το άτομο κοιμηθεί περισσότερο μπορεί να νιώσει κατάθλιψη.

Σημαντικά θέματα που πρέπει να γνωρίζουμε:

  • Κανείς δεν επιλέγει την διπολική του διαταραχή. Δεν αλλάζει επίτηδες τη διάθεσή του ούτε προκαλεί την αρρώστια του. Υπάρχουν βιοχημικές υποθέσεις για την αιτιολογία της διαταραχής.
  • Το σοβαρό άγχος μπορεί να πυροδοτήσει ένα επεισόδιο ή να το επιδεινώσει. Γι’ αυτό το λόγο είναι σημαντική η εκμάθηση μεθόδων εποικοδομητικής επίλυσης διαπροσωπικών συγκρούσεων.
  • Για την πιο αποτελεσματική διαχείριση μιας υποτροπής είναι βοηθητικό να αναγνωρίζει η οικογένεια την ευαλωτότητα του ασθενούς σε μελλοντικά επεισόδια. Γι’ αυτό είναι αναγκαία η αμοιβαία αναγνώριση των πρόδρομων συμπτωμάτων (τα πρώτα σημάδια ότι αρχίζει ο κύκλος της διαταραχής) όπως η ιδεοφυγή (οι σκέψεις που τρέχουν).
  • Τα φάρμακα είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση των επεισοδίων μανίας και κατάθλιψης, τη σταθεροποίηση της διάθεσης και την πρόληψη νέων επεισοδίων. Είναι σημαντικό λοιπόν η οικογένεια να υποστηρίζει την αναγκαιότητα της φαρμακευτικής αγωγής. Ωστόσο αν ο ασθενής παραπονιέται για κάποιο συγκεκριμένο φάρμακο, η οικογένεια πρέπει να παίρνει στα σοβαρά το αίτημά του και να τον παροτρύνει να επικοινωνεί με τον ειδικό ψυχικής υγείας.
  • Οι διπολικοί ασθενείς εμφανίζουν υψηλό κίνδυνο για αυτοκτονία. Τα σχόλια του ατόμου για αυτοκτονική συμπεριφορά πρέπει να τα παίρνουμε στα σοβαρά. Όταν η οικογένεια εισπράττει τέτοιου είδους σχόλια ως χειριστικά, αυτό είναι μια σοβαρή ένδειξη έλλειψης αμοιβαίας ενσυναίσθησης, καθώς και της ανάγκης για βελτίωση των μεθόδων επικοινωνίας.
  • Η νοσηλεία είναι μια θεραπευτική επιλογή. Δεν είναι τιμωρία. Μερικές φορές κρίνεται απαραίτητη για να σώσει τη ζωή ενός αυτοκτονικού ασθενούς. Επίσης τα μέλη της οικογένειας δεν πρέπει να νιώθουν ενοχές αν αισθάνονται πως η νοσηλεία θα τους απαλλάξει από ένα μεγάλο βάρος.
  • Όσο καλύτερα κατανοήσουμε τη διαταραχή και μπορέσουμε να διακρίνουμε τις φυσιολογικές διακυμάνσεις της διάθεσης από τα συμπτώματα της αρρώστιας, τότε ως συγγενείς και φίλοι θα είμαστε πιο ρεαλιστές ως προς τις προσδοκίες μας από τον ασθενή, καθώς και πιο υποστηρικτικοί.

Η οικογένεια μπορεί να παίξει έναν σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της σταθεροποίησης της διάθεσης στη ζωή των διπολικών ασθενών. Η ανάπτυξη καλύτερων μοτίβων επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια καθώς και ο ενεργητικός τρόπος επίλυσης προβλημάτων για τις προκλήσεις που περιλαμβάνει η διπολική διαταραχή μπορούν να διευκολύνουν την πρόοδο του πάσχοντα ενώ ωφελούν όλη την οικογένεια.

Τσώλα Δήμητρα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

ΜΕΡΟΣ Β΄:  ή αλλιώς το Δικαίωμα του «Δεν ήμουν εκεί»

Η επικοινωνία στο πλαίσιο του δημόσιου διαδικτυακού περιβάλλοντος αντικατέστησε το ιδιωτικό παλιάς τεχνολογίας τηλέφωνο. Το μέσο θριάμβευσε επί του σκοπού (επικοινωνία) και άλλαξε το χαρακτήρα του τελευταίου.

Αρχικά, ο κλασικός, διακοπτόμενος, τονιζόμενος λόγος έδωσε τη θέση του στον σύντομο εικονοποιημένο λόγο. Στη συνέχεια, η επικοινωνία μετατράπηκε σε δημόσια εξομολόγηση και έλεγχο. Τα social media είναι «φίλοι – εξομολογητές» δημοσίου χαρακτήρα, πλειοψηφικής αισθητικής και ουσίας. Περαιτέρω είναι και ελεγκτές παρουσίας και αποδεκτής εικόνας και συμπεριφοράς.

Παλαιότερα, η επιβράβευση ή απόρριψη μιας θέσης, συμπεριφοράς ή εικόνας γινόταν μέσω προσωπικής επαφής, σύμφωνα με ένα παραδοσιακό σύστημα αξιών με ατομικές μεν διαφορές αλλά ενταγμένο σ’ ένα πλαίσιο γνωστό. Στα social media, ο χρήστης ανεβάζει κείμενα, σχόλια, συζητήσεις ή φωτογραφίες ανεξαρτήτως συστήματος αξιών και κυρίως σε δημόσια κρίση και πλαίσιο. Η επάρκεια της θέσης του, άποψης ή εικόνας κρίνεται πλειοψηφικά και αναλόγως της αποδοχής – διασημότητας στην ηλεκτρονική παρέα. Ο μηχανισμός ενοχής για την ανεπάρκεια ή την ηθική μεταφέρεται από τη σφαίρα της παραδοσιακής κοινωνικής ηθικής στην πρόθεση της απόλυτης πλειοψηφίας.

Για τα social media, δεν υπάρχει απόσυρση από το πεδίο. Δεν υπάρχει «δεν ήμουν εκεί», υπάρχει «ήμουν εκεί αλλά…». Ο έλεγχος έγινε αναπόσπαστο μέρος της νέας διαδικτυακής επικοινωνίας.

Για εμάς τα παραπάνω είναι επιλογή, αφού φαίνεται να προτιμούμε την εικονοποιημένη δημόσια επικοινωνία από την ιδιωτική, οριοθετημένη, του παρελθόντος. Τα παιδιά όμως έχουν την επιλογή να αποφασίσουν ελεύθερα και κυρίως ιδιωτικά?

Αλεξία Ζήση

M.Sc. Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

ΜΕΡΟΣ Α: Διαδικτυακά Παιχνίδια Νέας Εποχής

Η φαντασία είναι το εργαλείο με το οποίο τα παιδιά φέρνουν στα μέτρα τους την πραγματικότητα. Η καταβύθιση στην οθόνη του gaming ακυρώνει την πρωτοκαθεδρία της φαντασίας. Αυτή παραδίδεται στην δημόσια ηλεκτρονική πλατφόρμα.

Tο νεότερο περιβάλλον διαδικτυακών παιχνιδιών σε αντίθεση με το παλαιότερο (εποχή packman, arkanoid) έχει ως εξής:

  • ασαφή διάρκεια , αρχή και τέλος του παιχνιδιού.
  • απροσδιόριστοι στόχοι σε άτακτα χρονικά διαστήματα.
  • αμέτρητοι αντίπαλοι με αφύσικη ταχύτητα.
  • ατμόσφαιρα παιχνιδιού που δημιουργεί αίσθηση αιωνιότητας, άπειρης χρωματικής ποικιλίας και ξεχωριστών δυνάμεων.

Τα παραπάνω αντιτίθενται στην πραγματική παιδική ζωή, όπου οι περισσότερες δραστηριότητες είναι περιορισμένες χρονικά, βαρετές, έχουν αρχή και τέλος και όλα βαίνουν πιο αργά απ’ ότι στα παιχνίδια.

Η επιλογή αποχώρησης από την επίπλαστη πραγματικότητα του διαδικτυακού παιχνιδιού φαντάζει οικειοθελής αλλά στην πραγματικότητα στιγματίζει τον παίκτη. Σε κάποια παιχνίδια, αν ένα παιδί επιλέξει ατομικά να αποχωρήσει, του δίνεται αντίστροφη μέτρηση για να επανεξετάσει την αποχώρηση του και απειλείται να χαρακτηριστεί προδότης – ένοχος για την ομάδα του, αν τελικά το κάνει.

Mε την επιλογή αυτού του τρόπου διασκέδασης για τα παιδιά μας, συναινούμε στο να ζουν σε ένα ηλεκτρονικό βασίλειο αιώνιο, άπειρο, χρωματιστό, αφύσικα ταχύ, όπου η ηλεκτρονική προσωπικότητά τους αναμετράται με παντοδύναμους αντιπάλους. Όποιο παιδί κρίνεται ανεπαρκές σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ηλεκτρονικής του ταυτότητας, ή επιθυμεί κάποια στιγμή προσωρινά ή μόνιμα να απεκδυθεί αυτής, είναι ένοχο.

Η ηλεκτρονική «ικανότητα» του παιδιού δημοσιοποιείται και ελέγχεται από την διαδικτυακή παρέα. Ο βασιλιάς της ενοχής είναι παρών, κυριαρχεί από δημόσιο βήμα, αλλά δεν έχει πρόσωπο. Παλαιότερα η επιτυχία/ αποτυχία σε ηλεκτρονικό παιχνίδι ήταν προσωπική/ ιδιωτική.

Για τους ενήλικες τα διαδικτυακά παιχνίδια είναι επιλογή. Κρίνοντας από τη συχνότητα χρήσης τους, φαίνεται ότι τα προτιμούμε από τα παλιά παιχνίδια. Τα παιδιά όμως έχουν την επιλογή να αποφασίσουν ελεύθερα και κυρίως ιδιωτικά;

Αλεξία Ζήση

M.Sc. Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Η επικοινωνία μέσω του λόγου, οι λέξεις που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε, η ταχύτητα και η ένταση με την οποία μιλάμε, η στάση, η κίνηση ή η ακινησία του σώματός μας, οι χειρονομίες και οι εκφράσεις του προσώπου μας μπορεί να αποτελέσουν «γέφυρες» ή και «τείχη» που χτίζονται ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους, όταν αλληλεπιδρούμε. Ο τρόπος που επικοινωνούμε μπορεί να δημιουργεί ένα κλίμα συμπάθειας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό μας, άνεσης ή αμηχανίας, συναισθηματικής εγγύτητας ή απόστασης με τους γύρω μας, σαφήνειας ή ασάφειας, ασφάλειας και εμπιστοσύνης ή σύγχυσης και δυσπιστίας.  Όλα τα ανωτέρω είναι πολύ προσωπικά στοιχεία που διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο λόγω της προσωπικής, αλλά και της κοινωνικο-πολιτισμικής του ιστορίας, συστήνουν και συντείνουν σ’ ένα μεγάλο μέρος (σ)το ποιοι είμαστε.

Στο παρόν άρθρο (α' μέρος), ο πυρήνας του οποίου έχει ξεκινήσει να σχηματίζεται χρόνια πριν στους χώρους εκπαίδευσής μου και με αφορμή την παρατήρηση στους χώρους δουλειάς, θα γίνει μία προσπάθεια παράθεσης συγκεκριμένων παραδειγμάτων λειτουργικότερης επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μας, δίνοντας έμφαση στα παιδιά, με στόχο τις πιο απολαυστικές σχέσεις στη ζωή μας.

1. Κατά λάθος

Πολλές φορές, στην καθημερινή μας επικοινωνία με τους ανθρώπους, χρησιμοποιούμε ορισμένες εκφράσεις που δεν ανταποκρίνονται στην κυριολεκτική τους σημασία. Για παράδειγμα -από συνήθεια ή μιμούμενοι ή άθελά μας– μπορεί να απευθυνόμαστε σ’ ένα άτομο και το «μήνυμα» που του μεταδίδουμε να είναι σαν να απευθυνόμαστε σ’ ένα αντικείμενο, υποτιμώντας την αξία του, ως άτομο ή θέτοντας τον σε μία εξαρτητική -σε σχέση με εμάς- θέση ή δημιουργώντας μία εξουσιαστική συνθήκη. Παρακάτω παρατίθενται ενδεικτικά ορισμένα τέτοια παραδείγματα:

Αποπροσανατολιστικό μήνυμα Επιθυμητό μήνυμα
«Την έστειλα» να πάρει εφημερίδα «Της ζήτησα» να πάρει εφημερίδα
«Την κατέβασα» κάτω «Κατεβήκαμε» κάτω
«Σε πήρα» μαζί μου «Πήγαμε» μαζί
«Τους πήρα» βόλτα «Βγήκαμε» βόλτα
«Λες ψέματα» «Διαφωνώ» ή «πιστεύω πως αυτό δεν έγινε έτσι»

 Το τι μήνυμα στέλνουμε επηρεάζει κατά πολύ το τι μήνυμα λαμβάνουμε! Αν στείλω ένα απαξιωματικό μήνυμα ίσως λάβω πίσω ένα επιθετικό ή αμυντικό μήνυμα. Η συνεπής λεκτική και εξωλεκτική έκφραση αυτού που θέλω να πω και να δείξω, μειώνει την προσωπική συναισθηματική ένταση, αλλά επίσης καθιστά και πιο ξεκάθαρο το να αξιολογήσω αυτό (την απόκριση /το μήνυμα) που θα λάβω πίσω.

2.  Όταν οι άλλοι καλούνται να κάνουν τις «δουλειές» μας…

Ορισμένες φορές αναθέτουμε στους άλλους (στους φίλους, στους μαθητές, στα παιδιά μας, στους λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας, στο σύντροφό μας) να κάνουν ορισμένες δραστηριότητες, που δεν τους αφορούν και δη προς όφελός μας ή μόνο για τη δική μας εξυπηρέτηση και ευχαρίστηση. Για παράδειγμα:

α) μπορεί να ζητήσουμε να μας φτιάξει κάποιος /-α ένα ρόφημα (χωρίς να διερευνήσουμε π.χ. αν το επιθυμεί), β) να μας αγοράσει κάτι χωρίς ο ίδιος να έχει βγει για δικά του ψώνια, γ) να καλέσουν οι νεότεροι συνάδελφοι κάποιο μέλος του προσωπικού στη δουλειά που θέλουμε να του πούμε κάτι ή δ) αντί να πούμε εμείς σε κάποιον /-α ότι τον /την ζητούν στο τηλέφωνο που σηκώσαμε, λέμε σε κάποιον άλλο να του/ της το πει (το είπαμε στο σκύλο μας κι εκείνος στην ουρά του!) ε) μεταφέρουμε κάποιο μήνυμα στο παιδί μας για να το πει στον άλλο γονιό («πες στη μάνα σου»). Όλα τα παραπάνω αφορούν δραστηριότητες που σχετίζονται με την επικοινωνία των μελών ενός συστήματος (π.χ. οικογενειακού, εργασιακού κ.τ.λ.).

Ο κάθε ένας από εμάς οφείλει (υπό την έννοια ότι του αναλογεί η προσωπική ευθύνη) να αναρωτηθεί πριν δράσει ή ζητήσει κάτι, κατά πόσο και σε τί επίπεδο η εμπλοκή ενός άλλου ανθρώπου σε ένα θέμα ή σε μία δράση τον αφορά, του αρμόζει ή τον ωφελεί.

Αν μία παρόμοια κατάσταση «αναζήτησης θελημάτων» παγιωθεί, ο άλλος τίθεται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με εμάς, βάσει της οποίας μας “επιτρέπεται” να του αναθέτουμε τις «δουλειές» μας. Είναι πιθανό για παράδειγμα, στο μέλλον ο άνθρωπος αυτός να μας ρωτά: «θες να σου πάρω τίποτα από το περίπτερο;», «θες κάτι να φας;» κ.τ.λ. χωρίς να του ζητείται καν, μιας και αυτός ο τρόπος πλέον μπορεί να είναι ο μόνος που νιώθει σημαντικός για εμάς! Όταν κάτι τέτοιο γίνει και οι ρόλοι παγιωθούν (στο συγκεκριμένο παράδειγμα οι ρόλοι αφορούν σε «αυτόν που ζητά» και σε «αυτόν που εξυπηρετεί») η σχέση μπορεί να «βαλτώσει» δηλ. οι δύο αυτοί άνθρωποι υπάρχει περίπτωση να αδυνατούν να σχετιστούν διαφορετικά. Η σχέση που βαλτώνει συχνά δεν επιτρέπει πιο ισότιμους ρόλους που να εναλλάσσονται.

Χρειάζεται προσοχή να μη γενικεύσουμε τα παραπάνω με αποτέλεσμα να μην ενθαρρύνουμε καθόλου την επικοινωνία π.χ. με τα παιδιά μας ή με τα αδέλφια μεταξύ τους. Χρειάζεται συχνά να συνυπολογίζουμε το ύφος μας και τη στιγμή που λέμε κάτι. Π.χ. μπορούμε να δώσουμε την οδηγία (και όχι την εντολή) να βοηθήσει ένα παιδί τον αδελφό του στη μεταφορά ενός αντικειμένου. Επίσης, μπορούμε να τον ενθαρρύνουμε να είναι ευγενικός και π.χ. να ρωτήσει τους καλεσμένους μιας οικογένειας ή κάποιο μέλος της οικογένειας αν χρειάζεται κάτι από το περίπτερο, με την ευκαιρία που βγαίνει έξω για δική του αγορά.

3.  Όταν τα παιδιά, μας επιτίθενται λεκτικά…

Α.  Όταν δεν υπάρχει προφανής λόγος για την επίθεση αυτή και τα παιδιά είναι αρκετά μικρά:

i)   καλό είναι να μη την ενισχύουμε. Ενίσχυση μπορεί να είναι ο διάλογος εκείνη τη στιγμή ή να είναι η ανταπάντησή μας [έτσι «παίζουμε (με) το παιχνίδι του»]:

•   Καλό είναι να αποφεύγουμε να μιλάμε κι εμείς με προκλητικές εκφράσεις και με εριστικό ύφος του τύπου: «Άλλες βρισιές δεν ξέρεις;»

•   Καλό είναι επίσης, τη στιγμή της έντασης να ζητάμε από το παιδί μας ένα πράγμα τη φορά ή τη στιγμή εκείνη, όχι π.χ. και να μη βρίζει και να πάει στο δωμάτιό του και να φορέσει τα παπούτσια του/ της κ.τ.λ.

ii) τις περισσότερες φορές καλό είναι να αδιαφορούμε για την προκλητική αυτή συμπεριφορά –όχι για το άτομο- αποστρέφοντας ακόμη και το βλέμμα μας (να μην τον /την κοιτάμε). Ίσως να χρειαστεί ακόμη και να αποχωρήσουμε από το χώρο που βρίσκεται το άτομο που βρίζει, όταν αυτό είναι εφικτό και ασφαλές. Έτσι, προστατεύουμε αρχικά τον εαυτό μας και την ψυχική μας ηρεμία και του δείχνουμε έμπρακτα -και όχι με λεκτική παρατήρηση που μπορεί να κουράζει- πως αυτή η συμπεριφορά μας ενοχλεί πραγματικά και του το δείχνουμε.

Β.  Όταν υπάρχει σε εμάς προφανής λόγος για τη λεκτική επιθετικότητα ή πιστεύουμε πως κάτι έχει ενοχλήσει το άτομο, καλό είναι να διερευνήσουμε εκείνη τη στιγμή τους λόγους του εκνευρισμού του, ρωτώντας π.χ. «τι συμβαίνει;», αλλά παράλληλα, καθιστούμε σαφές πώς δε θέλουμε να μας απευθύνεται το παιδί μας βρίζοντας. Η κουβέντα από μόνη της ίσως να αποφορτίσει την ένταση και να μας δώσει στοιχεία για το τι ενοχλεί τον γιο ή την κόρη μας και ανάλογα να παρέμβουμε. Για παράδειγμα, να χαμηλώσουμε την ένταση της τηλεόρασης, να του δώσουμε τα χρήματα της εβδομάδας, να σταματήσουμε να φωνάζουμε μπροστά του /της κ.τ.λ.

Σχεδόν πάντα –και στις 2 παραπάνω περιπτώσεις- φαίνεται αποτελεσματική η δική μας ψυχραιμία. Μιλάμε δηλαδή, με ήπιο και σταθερό τόνο στη φωνή μας, όντας σε τέτοια απόσταση από τον άλλο που να μη νιώθει απειλή ή φόβο και δίχως να του μεταβιβάζουμε τον πανικό ή την αγανάκτησή μας. Δεν ξεχνάμε δε πως τα παιδιά μας, μιμούνται εμάς: αν εμείς ως ενήλικες γονείς βρίζουμε ως μέσο επίλυσης των διαφορών μας ή ως έκφραση του θυμού μας ή ακόμη και για ψύλλου πήδημα, το να ζητάμε από τα παιδιά μας να μην το κάνουν φαίνεται στα μάτια τους τουλάχιστον ασυνεπές και υποκριτικό.

4.  Όταν απευθυνόμαστε στα παιδιά μας…

Γενικά όταν δίνουμε κάποια οδηγία στον γιο /στην κόρη μας ή όταν του/ της απευθυνόμαστε είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούμε ολοκληρωμένες προτάσεις και όχι ελλιπείς λέγοντας: Μαρία, μπάνιο ή σφουγγάρισμα κ.τ.λ.!! Χρησιμοποιώντας ολοκληρωμένες προτάσεις:

α) προάγουμε την εκπαίδευση στον επικοινωνιακό λόγο (ακόμη και για τα παιδιά που δεν έχουν ανεπτυγμένο λόγο εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας τους ή λόγω κάποιας ψυχοκινητικής δυσκολίας),

β) διατηρούμε το υγιές πρότυπο συμπεριφοράς,

γ) αποφεύγουμε να υποδεικνύουμε με ύφος εντολής στο παιδί μας τι να κάνει,

δ) αποφεύγουμε την παρεξήγηση στα λεγόμενα μας.

Άλλωστε, αν το σκεφτούμε καλύτερα η πρόταση «Γιώργο, σφουγγάρισμα» δε σημαίνει κάτι συγκεκριμένο και εύκολα ο κάθε ένας μπορεί να το εκλάβει διαφορετικά. Ειδικά στους ανθρώπους που έχουν κάποια ψυχική, νοητική ή αναπτυξιακή διαταραχή, ο λόγος μας είναι καλό να είναι άμεσος, σαφής και συγκεκριμένος. Τέλος, έτσι είμαστε και πιο ευγενικοί!

5.  Όταν κάνουμε «πλάκα» με τα παιδιά που έχουν δυσκολίες

 Βεβαίως το να γελάμε μαζί με τα παιδιά μας και να λέμε αστεία με τα αδέλφια μας, μπορεί να ενθαρρύνει την επικοινωνία μας μαζί τους με ευχάριστο τρόπο και αυτό είναι πολύ επιθυμητό. Το γέλιο ξεκουράζει, εκτονώνει, αναζωογονεί! Όμως σε καμία περίπτωση δεν ωφελεί να γελάμε με τις δυσκολίες, το παραλήρημα ή τις μειονεξίες τους, όταν είμαστε μπροστά τους. Αυτό μπορεί να γίνεται π.χ. όταν μιμούμαστε τις στερεοτυπίες τους, τον τόνο της φωνής τους, τις τελετουργίες τους κ.τ.λ. ή όταν τους ειρωνευόμαστε και τους περιπαίζουμε, ειδικά μπροστά σε άλλους. Όταν χρησιμοποιούμε το παραλήρημά τους ή τις μειονεξίες τους για να γελάσουμε μπορεί να τους κάνουμε, τόσο να νιώθουν υποτιμημένοι, όσο και να χάσουμε το σεβασμό που τρέφουν για ’μας, καταρρίπτοντας εμείς οι ίδιοι την εικόνα του προτύπου και της ωριμότητας.

Ας φροντίσουμε λοιπόν την επικοινωνία μας, όπως θα θέλαμε να μας την έχουν φροντίσει και όσο φροντισμένα θέλουμε να τη δεχόμαστε στο εξής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
  • Χάιντς, Ε. (2000). Συζυγική θεραπεία: Τρόποι βελτίωσης της συζυγικής επικοινωνίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. 

Τζίκου Ελένη

Ψυχολόγος

Ειδίκευση στις Χοροθεραπευτικές Παρεμβάσεις

Εκπαίδευση στην Οικογενειακή Θεραπεία

Το διαζύγιο είναι σχεδόν πάντα τραυματικό για τα παιδιά. Παρόλα αυτά οι γονείς μπορούν να μειώσουν τις αρνητικές επιπτώσεις επιτυγχάνοντας μια ανοιχτή και καλή επικοινωνία. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να γνωρίζουν κάποια από τα συναισθήματα που μπορεί να βιώσουν τα παιδιά τους ώστε να τα βοηθήσουν να προσαρμοστούν όσο γίνεται πιο ομαλά στις νέες συνθήκες.

  • Ενοχές: τα παιδιά που είναι λίγο μεγαλύτερα από τεσσάρων χρονών μπορεί να θεωρούν πως είναι υπεύθυνα τα ίδια για το διαζύγιο των γονιών τους ή ότι δεν έκαναν αρκετά για να το αποτρέψουν. Ακόμα και η ανακούφιση που μπορεί να νιώσουν μετά την απόφαση του διαζυγίου επειδή οι συγκρούσεις και οι καυγάδες μειώθηκαν μπορεί να τους προκαλέσει ενοχές.
  • Θλίψη: νοσταλγούν τη δομή της οικογένειας και θα ήθελαν να δουν τους γονείς τους πάλι μαζί.
  • Μοναξιά: επιδιώκουν να είναι μόνα τους προκειμένου να κρύβουν τα συναισθήματά τους.
  • Θυμός: απέναντι στους γονείς που διατάραξαν την οικογενειακή ενότητα.
  • Σύγχυση: δεν ξέρουν τι να περιμένουν, τι να πιστέψουν. Έχουν ανάμεικτα και αντικρουόμενα συναισθήματα τα οποία δεν μπορούν να εξηγήσουν.
  • Φόβος: φοβούνται μήπως οι γονείς τους τα εγκαταλείψουν όπως άφησαν ο ένας τον άλλον. Ανησυχούν μήπως σταματήσουν να τα αγαπούν όπως σταμάτησαν να αγαπούν ο ένας τον άλλον. Αναρωτιούνται αν θα μετακομίσουν ή αν θα συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους κανονικά. Μπορεί να φοβούνται μήπως δεν ξαναδούν το γονιό που θα φύγει από το σπίτι.

Πως μπορούν οι γονείς να μειώσουν το αρνητικό αντίκτυπο του διαζυγίου:

  • Να ενθαρρύνουν την ανοιχτή επικοινωνία επιτρέποντας στα παιδιά να κάνουν ερωτήσεις, βοηθώντας τα να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Κάποια παιδιά ανησυχούν πως αν εκφράσουν αυτό που νιώθουν θα επιδεινώσουν μια ήδη αποδιοργανωμένη κατάσταση. Μπορεί να διστάζουν να εκφράσουν το θυμό τους μη τυχόν βγει εκτός ελέγχου και καταστρέψει ότι έχει απομείνει. Μερικά παιδιά φοβούνται πως αν σκεφτούν ή συζητήσουν κάτι τρομερό θα αυξήσουν τις πιθανότητες να συμβεί.
  • Να είναι μαζί όταν θα ανακοινώσουν στα παιδιά την απόφασή τους να πάρουν διαζύγιο. Η κοινή παρουσία τους καθησυχάζει τα παιδιά περνώντας το μήνυμα ότι παρόλο που ο γάμος έφτασε στο τέλος του, οι γονείς θα συνεχίσουν να είναι μαζί για θέματα που αφορούν τα παιδιά τους.
  • Να παραμείνουν και οι δύο στη ζωή των παιδιών τους συμμετέχοντας σε κάθε τομέα – σχολικό, κοινωνικό, συναισθηματικό. Έτσι δείχνουν πως εξακολουθούν να είναι διαθέσιμοι και πως τα αγαπούν και μετά το διαζύγιο.  
  • Να παρέχουν μια υγιή, συγκροτημένη καθημερινότητα. Το προβλέψιμο πρόγραμμα και η ρουτίνα θα βοηθήσουν τα παιδιά να συνεχίσουν να αισθάνονται ασφαλή και να έχουν μια αίσθηση ελέγχου της ζωής τους. Και κυρίως θα είναι σίγουρα πως θα βλέπουν σταθερά και τον γονιό που λείπει πλέον από το σπίτι.
  • Να είναι υποστηρικτικοί και θετικοί όσον αφορά τον άλλο γονιό. Να μιλούν με σεβασμό ο ένας για τον άλλον. Αυτό θα έχει θετική επίπτωση στις σχέσεις τους με τα παιδιά τους, αλλά και στις σχέσεις των παιδιών με άλλους ανθρώπους μακροπρόθεσμα.
  • Όταν οι ίδιοι χρειάζονται υποστήριξη να απευθύνονται σε ενήλικες. Τα παιδιά δεν μπορούν να διαχειριστούν το βάρος των συναισθηματικών αντιδράσεων των γονιών τους. Κάτι τέτοιο θα προκαλούσε στα παιδιά ενοχές, τα οποία θα ένιωθαν υπεύθυνα να φροντίσουν τα συναισθήματα των γονιών τους, ενώ δεν είναι αυτός ο ρόλος τους.

Τσώλα Δήμητρα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Της Άσπας Καρακώστα,

Ψυχολόγου

O Reinhold Niebuhr, ένας αμερικανός θεολόγος θεωρείται εμπνευστής μιας δήλωσης η οποία σήμερα αποτελεί θεμέλιο λίθο των κινημάτων ψυχολογικής ανάκαμψης : «..θεέ μου δως μου το θάρρος να αλλάξω αυτά που μπορώ, τη δύναμη να αποδεχτώ αυτά που δεν μπορώ να αλλάξω και τη σοφία να καταλαβαίνω τη διαφορά μεταξύ των δυο…». Κατ’ αντιπαραβολή, ο Αμερικανός ψυχοθεραπευτής  David Richo, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν πέντε αλήθειες για τη ζωή, οι οποίες είναι αδιαμφισβήτητες για όλους. Ύστερα από χρόνια ψυχοθεραπευτικής πρακτικής, διαπίστωσε ότι στις συνεδρίες με πελάτες του εμφανιζόταν κατ’ επανάληψη κάποια θέματα προς συζήτηση-δεδομένα ζωής, έναντι των οποίων όλοι είμαστε ανίσχυροι:

  • Τα πάντα αλλάζουν και τελειώνουν
  • Τα πράγματα δεν έρχονται πάντα όπως τα περιμένουμε
  • Η ζωή δεν είναι δίκαιη για όλους
  • Ο πόνος είναι κομμάτι της ζωής
  • Οι άνθρωποι δεν μας αγαπούν και δεν είναι πιστοί όλη την ώρα

Σύμφωνα με τον Richo, όσο αντιστεκόμαστε σε αυτές τις πέντε αντιλήψεις ζωής, η καθημερινότητα μας αρχίζει να εμπεριέχει σειρά ματαιώσεων και απογοητεύσεων,  αλλά και σύνθλιψη. Απεναντίας, όσο πιο ενεργά το άτομο συμμερίζεται τα παραπάνω, έρχεται σε συμμαχία με το γεγονός ότι όλοι χρειαζόμαστε κουράγιο, αυτοσυμπόνοια και ωριμότητα, προκειμένου να ζήσουμε μια ζωή με νόημα. Η ειδοποιός διαφορά εδώ συνίσταται στο στοιχείο της ενεργούς αποδοχής, όσων μας συμβαίνουν. Η ενεργός αποδοχή, φαίνεται ότι αποτελεί αντίδοτο στο φόβο και θέτει τα θεμέλια για την ανάπτυξη εμπιστοσύνης  στον εαυτό και στις ικανότητες του. Παραδείγματος χάριν, όταν τα πράγματα αλλάζουν ή τελειώνουν, μας ωθούν να αποδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να ελέγχουμε τα πάντα. Όταν ενστερνιζόμαστε την αντίληψη, ότι πολλές φορές η ζωή είναι άδικη, μαθαίνουμε να συγχωρούμε πιο εύκολα. Όταν ο πόνος γίνεται μέρος της ζωής μας, ενεργητική αποδοχή σημαίνει ότι καλλιεργούμε τόσο την αυτοσυμπόνοια, όσο και την συμπόνοια για άλλους, όσους υποφέρουν. Όταν συνειδητοποιήσουμε ότι οι άλλοι δεν μας αγαπούν και δεν είναι πιστοί σε μας όλοι την ώρα, καλλιεργούμε μια διαφορετική πτυχή της δεξιότητας της αποδοχής, την οποία οι ψυχολόγοι ονομάζουν «άνευ όρων αποδοχή». Εν προκειμένω, «άνευ όρων αποδοχή» σημαίνει ότι απελευθερωνόμαστε από την ανάγκη να βλάψουμε ή να απορρίψουμε ό,τι μας απογοήτευσε. Η έρευνα στον τομέα της προαγωγής ψυχικής υγείας έχει δείξει ότι συχνά οι ψυχικές δυσκολίες των ανθρώπων συνδέονται με την ύπαρξη δυσλειτουργικών αντιλήψεων του ατόμου, σε σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, τις σχέσεις με τον περιβάλλοντα κόσμο αλλά και το μέλλον του. Ως εκ τούτου, προτείνει δεξιότητες παραγωγικής διαχείρισης των δυσκολιών, τις οποίες χρειάζεται να αναπτύξει ο άνθρωπος προκειμένου να ενισχύσει την ψυχική του υγεία, όπως :

  • Ενεργητική αποδοχή του προβλήματος: με τον τρόπο αυτό το άτομο απελευθερώνεται από τα δεσμά του προβλήματος και διαχειρίζεται το πρόβλημα νοητικά και γνωστικά, λέγοντας στον εαυτό του, λεπτομερώς πως αισθάνεται. Κάτι τέτοιο, συνήθως παρακινεί το άτομο σε αποτελεσματική δράση έναντι του προβλήματος
  • Ψυχολογική ευελιξία και συμμαχία: ένα άτομο που βιώνει πόνο ή φόβο σε απόλυτο βαθμό, συχνά αισθάνεται ότι ο πόνος ή ο φόβος μειώνεται, όταν το ίδιο εφιστά την προσοχή του σε αυτόν. Με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει ότι το άτομο χρειάζεται να αποδεχθεί πλήρως τον πόνο και να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες σχετικά με αυτόν.
  • Εξάσκηση σε δηλώσεις που βοηθούν το άτομο να έρθει ένα βήμα πιο κοντά στη διαχείριση του προβλήματος όπως: «Αυτό έχει συμβεί και τώρα χρειάζεται να ασχοληθώ με το θέμα».
  • Μην ξεχνάτε ειδικά όταν αντιμετωπίζετε μια δυσκολία ότι το αίσθημα ικανοποίησης από τη ζωή, δεν καθορίζεται τόσο από τα γεγονότα που μας συμβαίνουν, όσο κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρινόμαστε και διαχειριζόμαστε αυτό που μας συμβαίνει.

Οι παραπάνω σκέψεις συγκλίνουν στο συμπέρασμα, ότι κάθε πρόβλημα πιθανώς καθρεφτίζει και μια δεξιότητα, την οποία καλούμαστε να αναπτύξουμε. Ως άτομα, χρειάζεται συνεχώς να εμπλουτίζουμε τις δεξιότητες μας,  για τις σχέσεις με τους άλλους, για την κοινωνία με τους άλλους, για τον έρωτα, για το γάμο, για την ανατροφή των παιδιών, για την ψυχική υγεία και νόσο, για τη ζωή και το θάνατο, ως στοιχεία της υπερβατικής διάστασης της ανθρώπινης φύσης. Ενδεχομένως, αυτές οι δεξιότητες αναπτύσσονται πολύ πιο αποτελεσματικά μέσα από ψυχολογική ευελιξία και συμμαχία με τα προβλήματα και τις δυσκολίες. Εν ολίγοις, με το να «αγαπάμε» τα προβλήματα μας.

Η Άσπα Καρακώστα είναι ψυχολόγος και στο Αnimus Corpus (συν) εργάζεται ψυχοθεραπευτικά με άτομα, οικογένειες και ομάδες.

Σελίδα 5 από 5

Επικοινωνία

Βασιλίσσης Σοφίας 54

Ιλίσια / Αθήνα

Τ: +30 210 72 22 214
F: +30 210 72 22 282

email: [email protected], [email protected]