Η βία κατά των γυναικών αποτελεί ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα παγκοσμίως. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), 1 στις 3 γυναίκες έχουν υποστεί σωματική βία κατά τη διάρκεια της ζωής τους από τον ερωτικό τους σύντροφο.

Μια γυναίκα κακοποιείται σωματικά όταν ο σύντροφός της τη σπρώχνει, τη χαστουκίζει, την κλωτσάει, τη χτυπάει με γροθιές ή με αντικείμενα, την τραβά από τα μαλλιά, την τσιμπά, τη δαγκώνει, την ακινητοποιεί ή την τραντάζει. Μπορεί να την απειλεί ή να της επιτίθεται με μαχαίρι, όπλο ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο. Να προσπαθεί να τη στραγγαλίσει ή να της κρατά το κεφάλι κάτω από το νερό, να τη δηλητηριάσει. Μπορεί να την κάψει (με τσιγάρο, καυτό νερό, σίδερο). Να την εγκαταλείψει σε ένα απομακρυσμένο ή επικίνδυνο μέρος.

Οι παραπάνω πράξεις αυτής της επικίνδυνης μορφής βίας που προκαλούν σημαντικό φόβο στη σύντροφο δεν είναι τυχαίες ή μεμονωμένες. Η βία εμφανίζεται μέσα σε ένα προβλέψιμο κύκλο που περιλαμβάνει τρία στάδια.

  • 1ο στάδιο: Κλιμάκωση της έντασης

Η γυναίκα συχνά διαισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά, και προσπαθεί να χρησιμοποιήσει διάφορες μεθόδους (αποστασιοποιείται ή υποχωρεί, είναι φροντιστική) ώστε να ηρεμήσει τον σύντροφό της και να αποφορτίσει την κατάσταση. Αυτές οι συμπεριφορές όχι μόνο δεν έχουν κάποια επίπτωση στην αποκλιμάκωση της έντασης, αλλά διαιωνίζουν τη θυματοποίηση της γυναίκας καθώς και την πεποίθησή της πως είναι ικανή να ελέγξει τη βίαιη συμπεριφορά του συντρόφου της. Το στάδιο αυτό μπορεί να διαρκέσει από ώρες έως βδομάδες.

  • 2ο στάδιο: Κακοποίηση

Το ξαφνικό και έντονο επεισόδιο βίας – με μια ασήμαντη αφορμή συμβαίνει στο δεύτερο στάδιο. Η ένταση απελευθερώνεται με μια βίαιη επίθεση εναντίον της γυναίκας. Είναι και η μικρότερη, σε διάρκεια, περίοδος του κύκλου, που διαρκεί μερικά λεπτά, ώρες, ή το πολύ κάποιες μέρες. Σ’ αυτό το στάδιο, η γυναίκα συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να ελέγξει το σύντροφό της που την κακοποιεί. Μόνο ο ίδιος θα αποφασίσει πότε θα σταματήσει την επίθεση.

  • 3ο στάδιο: Περίοδος μετάνοιας και έλλειψης έντασης

Σ’ αυτό το στάδιο ο άντρας που χτύπησε τη γυναίκα απολογείται, λέει δικαιολογίες ή εξηγεί τη συμπεριφορά του, βεβαιώνοντας με σιγουριά πως δεν θα τη ξαναχτυπήσει, ενώ υπόσχεται πως θα την αγαπά και θα τη φροντίζει.

Και η βία συνεχίζεται σ’ έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο. Μετά το τρίτο στάδιο (μετά από μέρες, βδομάδες, ή μήνες) ακολουθεί μια άλλη περίοδος αυξανόμενης έντασης. Συχνά η ένταση της βίας αυξάνεται καθώς επαναλαμβάνεται κάθε κύκλος.

Η ελπίδα πως μπορεί να αλλάξει…

Οι ‘καλύτερες’ στιγμές της σχέσης εντοπίζονται στο τρίτο στάδιο θυμίζοντας στη γυναίκα την περίοδο της ερωτικής πολιορκίας στην αρχή της σχέσης, όπου δεν συνέβαινε κακοποίηση παρά μόνο ασυνήθιστα τρυφερά αισθήματα αγάπης. Η σχέση φαίνεται να σταθεροποιείται όταν υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στο τίμημα της κακοποίησης και στα ‘οφέλη’ της σχέσης. Όταν δηλαδή η γυναίκα, βλέποντας τον σύντροφό της ήρεμο, εκδηλωτικό, ελπίζει να βελτιωθεί η σχέση αυτή.

Όμως όσο η βία κλιμακώνεται, η αναλογία αυτή αλλάζει και η σχέση γίνεται πιο ασταθής. Αν η γυναίκα απομακρυνθεί συναισθηματικά ή σωματικά, ο άντρας μπορεί να κλιμακώσει τη γοητευτική του συμπεριφορά ή την βίαιη συμπεριφορά του προκειμένου να σταθεροποιηθεί πάλι η σχέση. Και ο κύκλος συνεχίζεται. Με σοβαρές ψυχικές συνέπειες για τη γυναίκα αλλά και την απειλή της ίδιας της ζωής της.

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Το άγχος, η ανησυχία, η πίεση είναι συναισθήματα που βιώνουμε τακτικά πλέον στη ζωή μας, αφού οι ρυθμοί της, οι αυξημένες υποχρεώσεις, η απουσία προσωπικού χρόνου και η οικονομική στενότητα μας έχουν επηρεάσει, άλλους λίγο κι άλλους πολύ.

Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι το άγχος είναι ένα γνώριμο και οικείο συναίσθημα για όλους. Τόσο οι ενήλικες, όσο και τα παιδιά βιώνουν άγχος, ανησυχία ή φόβο υπό ορισμένες συνθήκες.

Ως άγχος ορίζεται «μία δυσάρεστη αίσθηση ανησυχίας, που συχνά συνοδεύεται από σωματικά συμπτώματα, όπως ο πονοκέφαλος, η εφίδρωση, η ταχυκαρδία, ο πόνος στο στήθος και το άτομο δυσκολεύεται να παραμείνει ήρεμο για μεγάλο χρονικό διάστημα».

Το άγχος, θα λέγαμε πως είναι ένα λειτουργικό συναίσθημα, το οποίο μας βοηθά να αντιμετωπίσουμε διάφορες δυσκολίες που συναντάμε στη ζωή μας. Για παράδειγμα, μας κινητοποιεί σε περιόδους εξετάσεων, στην απειλή ενός κινδύνου, κ.α. Επομένως, μας ενεργοποιεί και μας προετοιμάζει να ανταπεξέλθουμε στις εκάστοτε δύσκολες και νέες συνθήκες.

Ωστόσο, όταν το βίωμά του είναι υπερβολικό σε ένταση, δυσανάλογο σε σχέση με το ερέθισμα που το προκαλεί και με μεγάλη διάρκεια, τότε μετατρέπεται σε παθολογικό.

Σκόπιμο είναι να διακριθεί το φυσιολογικό από το παθολογικό άγχος, καθώς στις μέρες μας ακούμε καθημερινά τους γύρω μας να μιλούν για άγχος και πολύ συχνά να καταφεύγουν στη χρήση ηρεμιστικών κι αγχολυτικών χαπιών.

Το παθολογικό άγχος προκαλεί μεγάλη δυσφορία στο άτομο και παρεμποδίζει τις καθημερινές του δραστηριότητες. Προκαλεί διαταραχές στον ύπνο του, τη συγκέντρωση και τη μνήμη του, το εμποδίζει να ηρεμήσει θέτοντάς το συνεχώς σε επαγρύπνηση. Συχνά, το άτομο αποφεύγει περιστάσεις που του προκαλούν άγχος και με τον τρόπο αυτό αρχίζουν να δημιουργούνται προβλήματα στις επαγγελματικές, κοινωνικές και οικογενειακές του σχέσεις.

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε όλες αυτές τις καταστάσεις, το άγχος παρεμποδίζει εν γένει τη λειτουργικότητα του ατόμου και την προσαρμοστικότητά του. Αντί, δηλαδή, να προειδοποιεί το άτομο και να το προετοιμάζει να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, αντίθετα το προτρέπει να την αποφύγει.

Το παθολογικό άγχος εκφράζεται μέσα από τις εξής διαταραχές: Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή, Κοινωνική Φοβία, Διαταραχή Πανικού, Αγοραφοβία, Ειδικές Φοβίες.

Στην περίπτωση, που εμείς ή κάποιος δικός μας άνθρωπος αντιληφθεί ότι το άγχος που βιώνει έχει ξεπεράσει τα χαρακτηριστικά του φυσιολογικού, είναι χρήσιμο να επισκεφθεί κάποιον ειδικό προκειμένου να εξαλείψει τα συμπτώματα αυτά και να μπορέσει να ζήσει φυσιολογικά ανακτώντας τον έλεγχο της ζωής του.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Η διεκδικητικότητα έχει πολλά πρόσωπα. Είναι η ικανότητα

  • να εκφράζουμε ελεύθερα τα συναισθήματά μας και τις απόψεις μας
  • να υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντά μας με τόλμη και αυτοπεποίθηση
  • να κάνουμε επιλογές και να επιμένουμε σ’ αυτές
  • να διαφωνούμε ανοιχτά
  • να αλλάζουμε γνώμη ή τη συμπεριφορά μας
  • να ζητάμε να αλλάξουν οι άλλοι την προβληματική συμπεριφορά τους
  • να συναναστρεφόμαστε με άλλους και να παίρνουμε θετική ανταπόκριση

Ο διεκδικητικός τρόπος επικοινωνίας είναι σημαντικός γιατί

  • Βελτιώνει την ποιότητα των σχέσεων
    • οι υγιείς σχέσεις βασίζονται στην επικοινωνία που χαρακτηρίζεται από αμοιβαίο σεβασμό παρά τις πιθανές διαφωνίες. Οι σχέσεις αυτές είναι σημαντικές για την ευημερία μας
    • δημιουργεί τη βάση για ένα κλίμα συμφιλίωσης και μας επιτρέπει να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματά μας χωρίς να καταπατάμε τα δικαιώματα των άλλων
    • προωθεί την αλληλοκατανόηση και δεν αφήνει χώρο για παρερμηνείες, καθώς επικοινωνούμε τις προθέσεις μας πιο ξεκάθαρα
  • Ενισχύει την αυτοπεποίθηση
    • εκφράζουμε τον εαυτό μας άμεσα, αποτελεσματικά

Αρκετές φορές νιώθουμε αμήχανοι με τους άλλους ανθρώπους, απογοητευόμαστε, νιώθουμε πως μας εκμεταλλεύτηκαν, μας εξαπάτησαν, μας απέκλεισαν από κάτι. Και πολύ συχνά επίσης δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τα νόμιμα δικαιώματά μας, για τις ανάγκες μας. Και τότε λέμε στον εαυτό μας «φοβάμαι πως δεν θα με πάρουν στα σοβαρά», «δεν θα αλλάξει τίποτα», «δεν μπορώ να διεκδικήσω κάποια πράγματα». Αισθανόμαστε ασήμαντοι να επιφέρουμε αλλαγές στην ίδια μας τη ζωή το οποίο συνεπάγεται χαμηλή αυτοεκτίμηση.

  • διαπραγματευόμαστε εποικοδομητικά με αυτούς που μας απογοητεύουν

Μέσα από την προσωπική μας εξέλιξη και ωρίμανση, αναλαμβάνουμε την ευθύνη της ποιότητας των σχέσεων που έχουμε με τους άλλους. Αντί να παίρνουμε το ρόλο του μάρτυρα που υποφέρει σιωπηλά, μιλάμε για λογαριασμό μας. Κατονομάζουμε τι θα θέλαμε να κάνουμε ή να έχουμε. Αυτό μας δίνει την αίσθηση της αυτεπάρκειας και ενισχύει την αυτοαξία μας.

  • αναλύουμε διεκδικητικά μια κατάσταση, βρίσκουμε μια λογική λύση, επιλέγουμε μια διεκδικητική γλώσσα

Αξιολογούμε και εντοπίζουμε καταστάσεις στις οποίες η αλλαγή είναι σημαντικός αλλά και ρεαλιστικός στόχος. Αντιμετωπίζουμε την κατάσταση όχι μόνο με διεκδικητική γλώσσα, αλλά και με σταθερό τόνο της φωνής, στάση σώματος που εκπέμπει σιγουριά.

  • Μειώνει το στρες

Η αδυναμία να επιλύσουμε διαπροσωπικές συγκρούσεις μας προκαλεί αρκετό στρες. Ο διεκδικητικός τρόπος επικοινωνίας παρέχει τον κατάλληλο τρόπο πώς να διαφωνούμε ανοιχτά, πώς να εκφράζουμε πιο εύκολα τις επιθυμίες μας ή αυτά που δεν μας αρέσουν. Καθώς μαθαίνουμε να ζητάμε αυτό που θέλουμε, να λέμε όχι, αυξάνεται η αίσθηση ελέγχου στις καταστάσεις της ζωής μας και στις σχέσεις μας.

Πως επιδρά η έλλειψη διεκδικητικής συμπεριφοράς;

Όρια

Η έλλειψη διεκδικητικής συμπεριφοράς συνδέεται με δυσκολίες του ατόμου στην εγκαθίδρυση των προσωπικών του ορίων. Συχνά το άτομο αυτό αγνοεί τις προσωπικές του επιθυμίες, συνήθως επειδή αισθάνεται πως δεν του αξίζει να τις ικανοποιήσει.

Αποφυγή

Το άτομο αντιμετωπίζει τη ζωή με μια διαρκή στάση αποφυγής, φεύγοντας διαρκώς από οτιδήποτε τον κάνει να νιώσει άσχημα αντί να ακούει και να ικανοποιεί τις πραγματικές του ανάγκες και αξίες του εαυτού του.

Θυμός

Σαν αποτέλεσμα των παραπάνω αισθάνεται έντονο θυμό που μπορεί να βρει την έκφρασή του μέσω της παθητικής επιθετικότητας ή μέσω εκρήξεων οργής.

Ποια είναι τα εμπόδια και οι παράγοντες που κάνουν δύσκολη τη διαδικασία της διεκδίκησης;

  • Δυσλειτουργικοί τύποι επικοινωνίας

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η διεκδικητικότητα θα τους μετατρέψει σε αγενείς και επιθετικούς, σε ανθρώπους που διαρκώς παραπονιούνται. Η διεκδικητικότητα ωστόσο διαφοροποιείται από την επιθετικότητα ή την παθητικότητα.

Το άτομο που είναι επιθετικό διεκδικεί τα δικαιώματά του αγνοώντας τα συναισθήματα των άλλων. Δεν σέβεται τα δικαιώματα και τις ανάγκες των άλλων ανθρώπων. Αντίθετα, το διεκδικητικό άτομο αποφεύγει την επίθεση γιατί μπορεί να επιλύσει τα προβλήματά του πιο εύκολα. Υπερασπίζεται το συμφέρον του σταθερά, αποφασιστικά, χωρίς να εκραγεί. Ισορροπεί τη δύναμη ανάμεσα στις δυο πλευρές ώστε να επιλυθεί η σύγκρουση.

Ο παθητικός τύπος συμπεριφοράς αφορά στην τάση κάποιου να θεωρεί έγκυρες μόνο τις ανάγκες και τις επιθυμίες των άλλων. Το άτομο δυσκολεύεται να εκφράσει τα αληθινά του συναισθήματα και τις απόψεις του. Αποφεύγοντας την αντιπαράθεση, σπάνια βιώνει απόρριψη. Ωστόσο ακολουθεί τις επιλογές των άλλων, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται στην επίτευξη των δικών του στόχων. Αυτό μπορεί να του προκαλέσει απέχθεια για τον εαυτό του και ενοχές.

Από την άλλη, κάποια άτομα προσπαθούν να πετύχουν αυτό που θέλουν μέσω της παθητικής επιθετικότητας. Ο προβληματικός αυτός τρόπος επικοινωνίας αποτελεί το έμβλημα της ανεπάρκειας γιατί είναι η μόνη μορφή επιθετικότητας που έχει απομείνει στο άτομο που νιώθει αβοήθητο. Το άτομο μπορεί να τιμωρεί τον άλλον μέσω της σιωπής. Μπορεί να εφαρμόζει μια ποικιλία ευρηματικών μεθόδων, πχ. ‘ξεχνά’ να αγοράσει αυτό που του ζήτησαν, υπονομεύει τη σχέση του κάνοντας τον ‘δύσκολο’, αποσύρεται, χειραγωγεί τον άλλον ώστε να νιώσει ένοχος.

  • Παράλογες σκέψεις για τις συνέπειες της διεκδικητικότητας

Οι μη διεκδικητικοί άνθρωποι έχουν την τάση να υπερεκτιμούν την πιθανότητα της αποτυχίας και το κόστος της. Ή μπορεί να φοβούνται τις αντιδράσεις των άλλων, μια σύγκρουση, ακόμα και τη διάλυση της σχέσης.

  • Αρνητική εικόνα για τον εαυτό

Το άτομο που έχει λειτουργήσει μη διεκδικητικά για πολύ καιρό δεν εκτιμά τον εαυτό του. Η αρνητική εικόνα του εαυτού επηρεάζει τις φιλοδοξίες του ατόμου, τις ελπίδες του, τις πράξεις του. Η αποτίμηση της αυτοαξίας αποκτιέται από τη γνώμη των άλλων: η χαμηλή αυτοεκτίμηση επηρεάζει τις δηλώσεις προς εαυτό «δεν αξίζω τίποτα». Αυτό οδηγεί σε ηττοπαθή συμπεριφορά (συμπεριφορά που υπονομεύει τον ίδιο τον εαυτό και προδιαθέτει στην αποτυχία) που με τη σειρά της προκαλεί αρνητική αντίδραση από τους άλλους. Αυτό ενισχύει την αυτοκριτική στάση και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται.

  • Φόβος για την αντιπαράθεση / συγκρούσεις

Το άτομο μπορεί να έχει ένα ιστορικό από αρνητικές εμπειρίες: στο παρελθόν προσπάθησε να είναι διεκδικητικός και απέτυχε. Ή μπορεί να μην ξέρει πώς να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τις συγκρούσεις. Η εκπαίδευση για την απόκτηση διεκδικητικών δεξιοτήτων είναι απαραίτητη, όπως πώς να παραπονεθεί, πώς να ζητήσει μια αλλαγή συμπεριφοράς, ποια στάση σώματος να έχει, πώς να κάνει βλεμματική επαφή.

Ενισχύστε λοιπόν τη διεκδικητικότητά σας

  • ασκώντας τα προσωπικά σας δικαιώματα, παίρνοντας υπόψιν τις ανάγκες του άλλου. Σκοπός είναι η αμοιβαία ικανοποίηση. Κι όχι να βγείτε από πάνω ή να κατατροπώσετε τον άλλον. Εστιάστε στο πρόβλημα όχι στο άτομο
  • πείτε όχι χωρίς ενοχές. Μην αφήνετε τους άλλους να σας εκμεταλλεύονται. Μπορείτε να ζητήσετε να σας φέρονται δίκαια
  • εκφράστε τη διαφωνία σας χωρίς άγχος, ενεργητικά, άμεσα
  • να επιμένετε. Αν έχετε ένα παράπονο που έχει λογική βάση, συνεχίστε να το θέτετε ακόμα κι αν η άλλη πλευρά αντιστέκεται, μέχρι να ικανοποιηθεί το αίτημά σας
  • μην επιχειρηματολογείτε για κάθε τι που λέτε. Αποφεύγετε να δικαιολογείτε κάθε άποψη που εκφράζετε. Βασικό στοιχείο της μη διεκδικητικότητας είναι η εσωτερική σας αίσθηση να εξηγήσετε στον άλλον, και να φροντίσετε τις ανάγκες του. Έχετε το δικαίωμα να πείτε ‘γιατί έτσι νιώθω’ και να είναι η απόλυτη δικαιολογία
  • εκφράστε τις επιθυμίες σας με άνεση, αυθορμητισμό, παρά σε ουδέτερο ύφος
  • χρησιμοποιείστε τις φράσεις ‘νιώθω’, ‘σκέφτομαι’, ‘νομίζω’ όποτε είναι απαραίτητο
  • όταν πετυχαίνετε κάτι ή κάνετε κάτι ενδιαφέρον μοιραστείτε το με φίλους
  • να είστε φιλικοί, χαμογελάστε σε ανθρώπους που θέλετε να γνωρίσετε καλύτερα
  • δεχτείτε κομπλιμέντα και ανταμείψτε το άτομο που σας κάνει φιλοφρόνηση
  • μιλήστε και με τις εκφράσεις του προσώπου σας, τον τόνο της φωνής σας. Διατηρείτε βλεμματική επαφή
  • διαφωνήστε ήπια όταν θέλετε. Μην κάνετε πως συμφωνείτε για να ηρεμήσετε τα πνεύματα. Σηκώστε τα φρύδια σας, κάντε μια γκριμάτσα, αλλάξτε θέμα συζήτησης
  • ζητήστε διευκρινίσεις για κάτι που δεν κατανοείτε. Αντί να αποχωρήσετε μπερδεμένοι ζητήστε να σας επαναλάβουν τις οδηγίες
  • εξασκηθείτε σε μικρές διεκδικήσεις ώστε στη συνέχεια να προετοιμάσετε τον εαυτό σας για μεγαλύτερες διεκδικήσεις

Έχουμε το βασικό δικαίωμα να διορθώσουμε προβληματικές καταστάσεις. Και η διεκδικητική προσέγγιση είναι αυτή που έχει τη δύναμη να επηρεάσει και να αλλάξει τη συμπεριφορά των άλλων. Να διευκολύνει την κατανόηση των αναγκών μας και να μας οδηγήσει σε μια πιο ειλικρινή σχέση με τον εαυτό μας και τους άλλους.

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Η ψυχολογική ή συναισθηματική κακοποίηση συμβαίνει αρκετά συχνά στις ερωτικές σχέσεις. Μπορεί να συνυπάρχει με την σωματική κακοποίηση ή και όχι, ενώ αποτελεί παράγοντα κινδύνου εμφάνισης της δεύτερης.

 

Πρόκειται για

  • συμπεριφορές που μειώνουν την αυτοεκτίμηση του ατόμου, όπως προσβολές, βρισιές, ταπείνωση, εξευτελισμός, συχνή και έντονη κριτική
  • συναισθηματικός εκφοβισμός: απειλές σωματικής βίας προς το ίδιο το άτομο ή τα παιδιά του, τους συγγενείς του, το κατοικίδιό του, καθώς και απειλές εγκατάλειψης, απιστίας, ακόμα και αυτοκτονίας, καταστροφή προσωπικών αντικειμένων
  • περιορισμός της ιδιωτικής σφαίρας: έλεγχος της προσωπικής ελευθερίας, απομόνωση από το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, παραβίαση της ιδιωτικής ζωής, οικονομικός έλεγχος, κτητικότητα και υπερβολικές εκδηλώσεις ζήλειας χωρίς λόγο

Η συναισθηματική κακοποίηση μπορεί να είναι και μη λεκτική: παθητική – επιθετική συμπεριφορά, όπως αδιαφορία και ψυχρότητα, περιφρόνηση.

 

Στατιστικά οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να πέσουν θύματα ψυχολογικής κακοποίησης. Οι έρευνες έχουν δείξει πως οι γυναίκες που κακοποιούνται ψυχολογικά βιώνουν σοβαρότερες συνέπειες στην ψυχική τους υγεία από εκείνες που κακοποιούνται σωματικά, καθώς σταδιακά αποδυναμώνονται, ενώ μειώνεται η αίσθηση της αυτοαξίας τους. Μπορεί να εμφανίσουν ψυχολογικά και ψυχοσωματικά συμπτώματα όπως άγχος, κατάθλιψη, ημικρανίες, χρόνιους πόνους.

 

Ενώ η σωματική βία ακολουθεί έναν κύκλο φάσεων έντασης με μεσοδιαστήματα ηρεμίας και μεταμέλειας, η ψυχολογική κακοποίηση τείνει να έχει τη μορφή μιας γραμμικής κλιμάκωσης.

 

Αυτή η επώδυνη μορφή βίας μπορεί να διαστρεβλώσει την αντίληψη της πραγματικότητας της γυναίκας και να πλήξει την αίσθηση της αυτο-αποτελεσματικότητάς της. Για παράδειγμα, ο σύντροφος που κακοποιεί ψυχολογικά κατηγορεί την ίδια τη γυναίκα για τη συμπεριφορά του ενώ της λέει πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εκείνη. Αυτό μπορεί να προκαλέσει ανάμεικτα συναισθήματα και ενοχές στη γυναίκα, να κατηγορεί τον εαυτό της, ή να αισθάνεται πως ότι και να κάνει είναι λάθος, και να νιώθει ότι χάνει τον έλεγχο της ζωής της.

 

Ορισμένες φορές η κακοποίηση είναι εμφανής π.χ ο σύντροφος κυριαρχεί στη συζήτηση ακόμα και με τον τόνο της φωνής του, ή είναι φανερά αδιάφορος – συμπεριφέρεται σαν να μη νοιάζεται για τη σύντροφό του ή την αγνοεί επιδεικτικά. Μπορεί επίσης να την παρακολουθεί ή να ελέγχει διαρκώς τι κάνει και που πάει, ή να τη δυσφημεί διαδίδοντας στο φιλικό περιβάλλον πως «δεν είναι στα καλά της». Και άλλες φορές η ψυχολογική κακοποίηση είναι πιο ύπουλη, π.χ ο θύτης υπονομεύει τη σύντροφό του κάνοντάς τη να νιώθει πως έχει πρόβλημα, πως δεν μπορεί να φροντίσει η ίδια τον εαυτό της, πως κανείς άλλος δεν θα θέλει να είναι μαζί της, ή την αποθαρρύνει από το να ασχολείται με δραστηριότητες που την ευχαριστούν. Μπορεί να φέρεται σαν να μη τον νοιάζει και ύστερα να θυμώνει, ή να την απομονώνει από το οικογενειακό περιβάλλον και τους φίλους της. Η γυναίκα αρχίζει να αμφιβάλλει για την κρίση της όσον αφορά τον εαυτό της και τους άλλους.

 

Ο κυριότερος στόχος των ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων είναι να σταματήσει η κακοποίηση. Οι ψυχολογικοί παράγοντες που επιτρέπουν και διαιωνίζουν την συναισθηματική κακοποίηση διερευνώνται και ο θεραπευτικός σχεδιασμός εστιάζει σε θέματα ισχύος και ελέγχου μέσα στη σχέση, καθώς και σε προσωπικά ελλείμματα που προωθούν την ευαλωτότητα στην κακοποίηση.

 

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Όταν η Πανδώρα άνοιξε το απαγορευμένο πιθάρι και ξεχύθηκαν όλα τα κακά στη γη, τελευταία έμεινε η ελπίδα και εκείνη πιάστηκε από αυτήν.

 

Πράγματι, η ελπίδα βρίσκεται στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στην ευδαιμονία και τον φόβο. Η ελπίδα είναι η κινητήρια δύναμη που μπορεί να μας κάνει να νικήσουμε τους κακούς μας δαίμονες.

 

Σύμφωνα με τον ορισμό του Snyder ελπίδα είναι μια θετική κινητήρια δύναμη η οποία βασίζεται σε μια αίσθηση επιτυχίας, σε στοχοθετημένες ενέργειες και στον σχεδιασμό για την επίτευξη αυτών των στόχων.

 

Περιλαμβάνει δε, τέσσερις παραμέτρους. Τους στόχους, που είναι οι πυξίδες της ελπίδας και δίνουν την κατεύθυνση αλλά και το τέλος της ελπιδοφόρας σκέψης. Οι στόχοι έχουν την ιδιότητα να είναι πολύτιμοι αλλά και αβέβαιοι.

 

Στη συνέχεια διακρίνουμε τα μονοπάτια της σκέψης, πώς δηλαδή ονειρευόμαστε να φτάσουμε στους στόχους μας, αλλά και τα μέσα της ελπιδοφόρας σκέψης, την κινητοποίηση δηλαδή που έχουμε για να ακολουθήσουμε τα μονοπάτια που θα μας οδηγήσουν στην επίτευξη των στόχων μας.

 

Τέλος υπάρχουν τα εμπόδια στην επίτευξη των στόχων μας. Όταν παρουσιάζονται τα εμπόδια έχουμε δυο επιλογές, είτε να σταματήσουμε τις προσπάθειες πραγματοποίησης των στόχων μας, είτε να βρούμε καινούρια μονοπάτια για την επίτευξη τους.

 

Η ελπίδα διαφοροποιείται από την αισιοδοξία ως προς το ότι η αισιοδοξία είναι μια κατάσταση όπου πιστεύουμε ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο. Η ελπίδα, από την άλλη, συμπεριλαμβάνει ένα σχέδιο ώστε να πραγματοποιήσουμε τους στόχους μας.

 

Με αυτή την έννοια, η ελπίδα είναι κινητήρια δύναμη.

Σύμφωνα με έρευνες, οι άνθρωποι που ελπίζουν μοιράζονται τέσσερις κοινές πεποιθήσεις:

  1. Ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο από το παρόν
  2.  Ότι έχουν τη δύναμη να το κάνουν αυτό
  3.  Ότι υπάρχουν πολλά μονοπάτια που μπορούν να τους οδηγήσουν στους στόχους τους και
  4.  Ότι κανένα από αυτά τα μονοπάτια δεν είναι χωρίς εμπόδια.

Η έννοια της ελπίδας περιλαμβάνει τη στοχοθεσία αλλά και την εξεύρεση τρόπων υλοποίησης τους. Μα πάνω απ’ όλα, η ελπίδα είναι ένα συναίσθημα και σχετίζεται με την αντίληψή μας ότι μπορούμε να καταφέρουμε κάτι.

 

Αυτό το συναίσθημα είναι ιδιαίτερα έντονο στην αρχή κάθε τι καινούριου. Έτσι στην αρχή της καινούριας χρονιάς συνηθίζουμε να κάνουμε έναν απολογισμό και να βάζουμε τους επόμενους στόχους μας. Η ελπίδα μας οδηγεί σε μια καλύτερη ζωή και μας συντροφεύει στο ταξίδι μας ως εκεί. Γι’ αυτό, είναι πολύτιμη.

 

Βιβλιογραφία

  • What exactly is hope and how we can measure it, by K. Hanson, Positive Psychology.org.uk. 2009
  • The hope of Psychology, by M. Tartakovsky, PsyCentral.com

Αλεξία Ζήση

M.Sc. Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Η κατάθλιψη πολλές φορές επηρεάζει την ικανότητά μας να δίνουμε ή να δεχόμαστε αγάπη. Η μοναχικότητα και η απομόνωση που τη συνοδεύουν συχνά επιβαρύνουν τις σχέσεις. Η κατάθλιψη καταλαμβάνει το χώρο και το χρόνο μας προκαλώντας μας ενοχές, δυστυχία, αλλά και θυμό.

Πως μπορούμε να βελτιώσουμε τη σχέση μας με το αγαπημένο μας πρόσωπο που είναι κακοδιάθετο, αποφεύγει την επαφή μαζί μας, ή καταφεύγει στο αλκοόλ για να ηρεμήσει, ή δεν έχει όρεξη για σεξ; Πως θα διαχειριστούμε τα καθημερινά συναισθήματα που εισπράττουμε όπως τη μιζέρια, την απελπισία, την ευερεθιστότητα;

Η γνώση είναι δύναμη. Διορθώνοντας ανακρίβειες σχετικά με τα αίτια της κατάθλιψης καθώς και τον τρόπο αντιμετώπισής της, θα μπορέσουμε να συμβάλουμε στη μείωση της επιβάρυνσης και θα βελτιώσουμε την ποιότητα της ζωής μας.

Ακούγεται πως η κατάθλιψη είναι μια ασθένεια της μόδας. Μια ιστορική αναδρομή όμως θα μας πάει πολύ πίσω, στην αρχαιότητα όταν ο Ιπποκράτης ονόμασε ‘μελαγχολία’ την επίδραση της μέλαινας (μαύρης) χολής στο μυαλό, με κυρίαρχα συναισθήματα το άγχος, τον ψυχικό πόνο, τις ενοχές.

Οι επιδημιολογικές έρευνες δείχνουν ότι το 6% περίπου του γενικού πληθυσμού πάσχει από κλινικά διαπιστωμένη κατάθλιψη η οποία δεν ξεχωρίζει ηλικία, εθνικότητα, οικονομική κατάσταση ή μορφωτικό επίπεδο. Όσον αφορά το φύλο, είναι δύο φορές πιο συχνή στις γυναίκες απ’ ότι στους άντρες.

Αν και υπάρχει ετερογένεια, και η κατάθλιψη μπορεί να έχει μια κλινική εικόνα διαφορετική από άτομο σε άτομο, τα χαρακτηριστικά συμπτώματα περιλαμβάνουν:

  • Καταθλιπτική διάθεση, σχεδόν κάθε μέρα και κατά το μεγαλύτερο μέρος της μέρας
  • Ανηδονία: απώλεια ενδιαφέροντος και απόλαυσης για δραστηριότητες ευχάριστες στο παρελθόν, όπως το σεξ, τα χόμπι
  • Διαταραχές στην όρεξη: μείωση ή αύξηση της όρεξης για φαγητό και μεταβολή του βάρους
  • Διαταραχές στον ύπνο: αϋπνία (δυσκολία του ατόμου να αποκοιμηθεί, διακεκομμένος ύπνος, αφύπνιση νωρίς το πρωί), ή υπερυπνία
  • Αλλαγές στην κινητική δραστηριότητα: ψυχοκινητική ανησυχία ή επιβράδυνση. Το άτομο παρουσιάζει ένταση, εκνευρισμό, ή επιβράδυνση της σκέψης και των κινήσεων – απλανές βλέμμα
  • Κόπωση που δεν οφείλεται σε οργανικά αίτια, απώλεια ενεργητικότητας – ακόμα και οι απλές δουλειές φαίνονται αβάσταχτες
  • Ιδέες αυτομομφής, χαμηλή αυτοεκτίμηση, αίσθημα αναξιότητας και ενοχής
  • Δυσκολία στη συγκέντρωση και αναποφασιστικότητα, προβλήματα μνήμης
  • Σκέψεις θανάτου και ιδέες αυτοκτονίας (αυτοκτονικός ιδεασμός) ή απόπειρα αυτοκτονίας
  • Σωματικά ενοχλήματα όπως πονοκέφαλοι, μυϊκοί πόνοι
  • Έντονη ευερεθιστότητα και επιθετική διάθεση

Τα συμπτώματα είναι αρκετά σοβαρά ώστε να επηρεάζουν σημαντικά τη λειτουργικότητα του ατόμου σε διάφορους τομείς - ακαδημαϊκό, επαγγελματικό, διαπροσωπικό. Στους εφήβους και στα παιδιά εμφανίζεται ευερέθιστη αντί για καταθλιπτική διάθεση. Επίσης, η κατάθλιψη εκδηλώνεται διαφορετικά σε άντρες και γυναίκες. Οι άντρες μπορεί να δυσκολεύονται να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και να παρουσιάζουν μια επιθετική διάθεση, ή να καταφεύγουν στο αλκοόλ. Αναφέρονται σε προβλήματα στην εργασία τους και σε δυσκολίες συγκέντρωσης. Από την άλλη, η κατάθλιψη στις γυναίκες συχνά εκφράζεται με κλάματα, υπερβολικές ενοχές.

Πολλοί θεωρούν πως η κατάθλιψη είναι σημάδι αδυναμίας και ότι τους λείπει η «δύναμη της θέλησης» για να την ξεπεράσουν. Δεν είναι θέμα ισχυρής θέλησης. Πρόκειται για μια σοβαρή κατάσταση η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια ασθένεια ή να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του ατόμου. Η έγκαιρη διάγνωση οδηγεί στην κατάλληλη αντιμετώπιση και είναι σημαντικό να βοηθήσουμε το άτομο

  • Να αναγνωρίσει τα συμπτώματα της κατάθλιψης
  • Να κατανοήσει πως είναι μια πραγματική ασθένεια. Δεν είναι τεμπελιά ή ένδειξη ηττοπάθειας
  • Να διαχωρίσει την κακή διάθεση ή την απογοήτευση ως μια φυσιολογική αντίδραση σε κάποιο ψυχοπιεστικό γεγονός από την κλινική κατάθλιψη

Σύμφωνα με το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο, η αιτιολογία της κατάθλιψης είναι πολυπαραγοντική: γενετικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν με νευροβιολογικούς και ψυχοκοινωνικούς παράγοντες

  • Δεν υπάρχει κάποιο γονίδιο που προκαλεί κατάθλιψη. Αυτό που κληρονομείται είναι μια βιολογική ευαλωτότητα – προδιάθεση που εκδηλώνεται σαν επεισόδιο της αρρώστιας όταν το άτομο βρίσκεται σε μια κατάσταση που του προκαλεί σοβαρό άγχος
  • Χημικές ανισορροπίες κάποιων νευροδιαβιβαστών του εγκεφάλου - κυρίως σεροτονίνης, ντοπαμίνης και νοραδρεναλίνης -  «αποσυντονίζουν» την ικανότητα ρύθμισης της συναισθηματικής κατάστασης. Επίσης η κατάθλιψη σχετίζεται με ορμονικές διαταραχές (όπως υποθυρεοειδισμός), οργανικές ασθένειες (π.χ νόσος του Parkinson, διαβήτης), χρήση φαρμάκων (π.χ αντιυπερτασικά) και κατάχρηση ουσιών
  • Ψυχοκοινωνικοί παράγοντες όπως στρεσογόνα ερεθίσματα, σωματική, σεξουαλική και ψυχολογική κακοποίηση, απώλειες (θάνατος, χωρισμός), τραυματικά γεγονότα στην παιδική ηλικία μπορεί να πυροδοτήσουν το βιολογικό υπόβαθρο της κατάθλιψης
  • Κάποια στοιχεία της προσωπικότητας όπως η τελειομανία, η αγχώδης αντιμετώπιση των καταστάσεων της ζωής ή βασικές εσφαλμένες πεποιθήσεις μπορούν να συμβάλουν στην εκδήλωση της κατάθλιψης

Η θεραπεία της κατάθλιψης συχνά συνδυάζει τη ψυχοθεραπεία με την φαρμακοθεραπεία. Συχνά όμως η θεραπεία στιγματίζεται και οδηγεί το άτομο να υποφέρει σιωπηλά. Πως μπορείτε να βοηθήσετε:

  • Εξηγείστε στο αγαπημένο σας πρόσωπο πως το να αναζητήσει και να λάβει βοήθεια δεν ισοδυναμεί με αποτυχία
  • Είναι σημαντικό να κατανοήσετε από πού προκύπτει η άρνησή του να απευθυνθεί σε κάποιο ειδικό για να μιλήσετε για αυτά τα εμπόδια – αίσθημα ντροπής, στερεότυπα που αφορούν τη ψυχική ασθένεια
  • Συζητείστε μαζί του τις θεραπευτικές επιλογές. Η ψυχοθεραπεία βοηθά στη διερεύνηση και αλλαγή του δυσλειτουργικού τρόπου σκέψης καθώς και στην επίλυση προβλημάτων. Τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα επαναφέρουν την ισορροπία στα επίπεδα των νευροδιαβιβαστών βελτιώνοντας τη διάθεση, την ενεργητικότητα, τον ύπνο, τον έλεγχο του φαγητού
  • Πολλά άτομα πιστεύουν πως τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα προκαλούν εθισμό. Είναι σημαντικό να επικοινωνήσετε ότι ο εθισμός αναφέρεται σε ανάγκη για αυξημένη ποσότητα της ουσίας για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, το οποίο δεν συμβαίνει στη θεραπεία με αντικαταθλιπτικά φάρμακα
  • Μπορεί το άτομο να θεωρεί πως η φαρμακευτική αγωγή θα μειώσει την επαγγελματική του απόδοση. Συζητήστε μαζί του πως η κατάθλιψη είναι ήδη αρκετά σοβαρή ώστε να προκαλέσει έντονη έκπτωση στην λειτουργικότητά του και γι’ αυτό απαιτεί θεραπεία
  • Ενθαρρύνετε τη θεραπεία για ιατρικές παθήσεις που σχετίζονται με την κατάθλιψη: θα σταματήσει την κατάθλιψη
  • Δεν χρειάζεται να δίνετε πάντα συμβουλές ή λύσεις στα προβλήματα. Η αποδοχή και η κατανόηση έχουν θετικό αποτέλεσμα
  • Το άτομο μπορεί να κυριεύεται από αισθήματα αναξιότητας και ενοχής για αποτυχίες ή λάθη στο παρελθόν. Η απλή αναγνώριση και επιβεβαίωση των θετικών χαρακτηριστικών του είναι πολύ σημαντική
  • Αν αντιληφθείτε πως σκέφτεται την αυτοκτονία, ακούστε το άτομο με προσοχή χωρίς επικρίσεις ή κατηγορίες. Δείξτε ενδιαφέρον και συμπόνοια. Μπορεί να φοβάται ότι θα αντιδράσετε απορριπτικά αν εκφράσει τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του. Σε περίπτωση υψηλού κινδύνου, μην αφήσετε το άτομο μόνο του και καλέστε βοήθεια
  • Μην αμελείτε τον εαυτό σας. Η συμβίωση με ένα άτομο που έχει κατάθλιψη μπορεί να σας εξουθενώσει συναισθηματικά. Η δική σας ενδυνάμωση θα σας επιτρέψει να παρέχετε την κατάλληλη φροντίδα και υποστήριξη στο αγαπημένο σας πρόσωπο

Το να συνειδητοποιήσουμε την κατάθλιψη είναι το πρώτο βήμα για να την αντιμετωπίσουμε. Η δυνατότητα θετικής εξέλιξης της πορείας της και η θεραπεία είναι εφικτή. Και το άτομο που υποφέρει από κατάθλιψη θα μπορέσει να απαλύνει τον πόνο του, να ανακτήσει την αίσθηση ελέγχου της ζωής του, να αγαπήσει ξανά και να αγαπηθεί.

Τσώλα Δήμητρα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Για έναν μεγάλο αριθμό ατόμων, κυρίως γυναικών, η σχέση με την διατροφή είναι προβληματική και αποτελεί μια πηγή έντονου άγχους. Η διαταραγμένη αυτή σχέση με το φαγητό μπορεί να εκδηλωθεί με τη μορφή των διατροφικών διαταραχών. Προκαταλήψεις για το πάχος, διατροφικοί περιορισμοί, μυστικότητα και ενοχές, καθώς και μια αίσθηση αυτοαξίας βασισμένη στην εξωτερική εμφάνιση είναι κάποια κοινά χαρακτηριστικά.

Οι κυριότερες διατροφικές διαταραχές – Νευρική Ανορεξία, Νευρική Βουλιμία, Αδηφαγική Διαταραχή είναι σοβαρές ψυχικές διαταραχές που χαρακτηρίζονται από υπερβολική ανησυχία και ενασχόληση με το βάρος και την εικόνα του σώματος προκαλώντας αρνητικές σωματικές και ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις.

Τα βασικά χαρακτηριστικά της Νευρικής Ανορεξίας (Anorexia Nervosa) είναι

  • έντονη φοβία για την αύξηση βάρους
  • επιμονή διατήρησης χαμηλού σωματικού βάρους (χαμηλότερο από τα κατώτερα φυσιολογικά επίπεδα) μέσω δίαιτας, αποφυγής παχυντικών τροφίμων, υπερβολικής γυμναστικής. Μπορεί να παρουσιάζονται εκκαθαριστικές συμπεριφορές όπως αυτοπροκαλούμενοι εμετοί, χρήση καθαρτικών
  • διαστρεβλωμένη εικόνα σώματος – το άτομο πιστεύει πως είναι παχύ

Η Νευρική Bουλιμία (Bulimia Nervosa) χαρακτηρίζεται από

  • συχνά επεισόδια υπερφαγίας όπου το άτομο καταναλώνει μεγάλες ποσότητες τροφής σε σύντομο χρονικό διάστημα (π.χ 2 ώρες)
  • αίσθηση απώλειας ελέγχου – το άτομο αισθάνεται ότι δεν μπορεί να σταματήσει να τρώει ή να ελέγξει τι ή πόσο τρώει
  • ακατάλληλες αντισταθμιστικές συμπεριφορές – πρόκληση εμετού, χρήση καθαρτικών, υπερβολική γυμναστική
  • τα υπερφαγικά επεισόδια και οι αντισταθμιστικές συμπεριφορές συμβαίνουν τουλάχιστον 1 φορά την εβδομάδα για 3 μήνες

Στην Αδηφαγική Διαταραχή (Binge Eating Disorder)

  • τα επανειλημμένα επεισόδια υπερφαγίας συνοδεύονται από μια αίσθηση απώλειας ελέγχου και σχετίζονται με 3 από τα ακόλουθα:
    • το άτομο τρώει πολύ πιο γρήγορα από το φυσιολογικό
    • τρώει μέχρι να νιώσει δυσφορία
    • τρώει μόνο του ή κρυφά επειδή νιώθει ντροπή και αμηχανία
    • τρώει χωρίς να πεινάει
    • μετά το επεισόδιο νιώθει απέχθεια για τον εαυτό του, και ενοχές
  • υπάρχει έντονη δυσφορία και άγχος για την υπερφαγία
  • τα υπερφαγικά επεισόδια συμβαίνουν τουλάχιστον 1 φορά τη βδομάδα για 3 μήνες
  • δεν χρησιμοποιούνται μέθοδοι εκκαθάρισης

Τι προκαλεί τις διατροφικές διαταραχές;

Αν και η αιτιολογία των διατροφικών διαταραχών είναι πολύπλοκη, αναφέρονται κάποιοι προδιαθεσικοί και εκλυτικοί παράγοντες που πυροδοτούν την εκδήλωσή τους.

  • Το κοινωνικό μήνυμα του εξιδανικευμένου αδύνατου σώματος είναι πολύ ισχυρό. Γίνεται αντιληπτό σε αρκετά νεαρή ηλικία: τα παιδιά ακούνε από μικρά ότι το υπέρβαρο σώμα είναι κακό ενώ όσα έχουν αυξημένο σωματικό βάρος μπορεί να δέχονται πειράγματα και υποτιμητικά σχόλια
  • Στην εφηβεία η δίαιτα είναι μια διαδεδομένη συμπεριφορά – συχνότερα σε κορίτσια. Ενισχύεται κυρίως από τη δυσαρέσκεια για το σώμα που αλλάζει και τις ψυχολογικές μεταβολές αυτής της κρίσιμης περιόδου. Η δίαιτα δεν προκαλεί διατροφική διαταραχή από μόνη της αλλά η διατροφική διαταραχή συνήθως ξεκινά με μια δίαιτα
  • Αμφίδρομη σχέση εικόνας σώματος και αυτοεκτίμησης: από τη μία, η αρνητική εικόνα σώματος επηρεάζει την αυτοεκτίμηση του ατόμου και αποτελεί το κίνητρο της διατροφικής διαταραχής, και από την άλλη, η χαμηλή αυτοεκτίμηση και ο φαύλος κύκλος της διατροφικής διαταραχής αυξάνουν τα επίπεδα δυσαρέσκειας για την εικόνα σώματος
  • Ο έλεγχος φαίνεται να είναι κυρίαρχο στοιχείο της διατροφικής διαταραχής: η βασική ανάγκη κάθε ατόμου να αισθάνεται ότι έχει την απαραίτητη αίσθηση του ελέγχου στη ζωή του μπορεί να μετατεθεί στον έλεγχο του βάρους και της τροφής
  • Εκτόνωση συναισθήματος στο φαγητό: το άτομο ‘καταπίνει’ και στη συνέχεια ‘ξεφορτώνεται’ οδυνηρά συναισθήματα όπως θυμό, θλίψη, ντροπή αντί να τα εκφράζει. Το φαγητό λειτουργεί σαν μηχανισμός άμυνας ώστε να ανακουφιστεί από το άγχος
  • Κληρονομικότητα σε διδύμους και συγγενείς πρώτου βαθμού
  • Τραύμα ή απώλεια στην παιδική ηλικία
  • Κατάχρηση ουσιών
  • Οικογενειακό ιστορικό παχυσαρκίας, μη υγιεινές διατροφικές συνήθειες
  • Η διαστρεβλωμένη εικόνα σώματος της μητέρας αντικατοπτρίζεται στην έφηβη κόρη ενώ η δίαιτα ή η διατροφική διαταραχή του γονέα μπορεί να περάσει στο παιδί
  • Χαρακτηριστικά προσωπικότητας όπως τελειομανία, παρορμητικότητα, ψυχαναγκασμοί
  • Ο ρόλος της βιοχημείας: η υπογλυκαιμία που προκαλείται από τον περιορισμό γευμάτων και την ασιτία μπορεί να οδηγήσει το άτομο στην υπερφαγία. Η υπερινσουλιναιμία που παράγεται προκαλεί περισσότερη πτώση της γλυκόζης και ο φαύλος κύκλος ξεκινά. Ο υποσιτισμός και η εκκαθάριση στερούν το σώμα από θρεπτικά συστατικά και επηρεάζουν τους νευροδιαβιβαστές που ρυθμίζουν το σύστημα πείνας και κορεσμού.

Οι επιπτώσεις των διατροφικών διαταραχών σχετίζονται με σοβαρές ιατρικές επιπλοκές όπως καρδιαγγειακά προβλήματα, οστεοπόρωση, έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, αναιμία, διαβήτη, ηλεκτρολυτικές διαταραχές (η χειρότερη επιπλοκή της νευρικής ανορεξίας είναι ο θάνατος). Παρουσιάζονται επίσης ψυχολογικά προβλήματα όπως κατάθλιψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση, νευρικότητα, εμμονές, αδυναμία συγκέντρωσης.

Η θεραπεία εστιάζει στην αποκατάσταση της βιοχημικής ισορροπίας, στη διόρθωση των ιατρικών επιπλοκών, στην αναγνώριση και τροποποίηση των μη βοηθητικών συμπεριφορών και πεποιθήσεων που σχετίζονται με τον διαστρεβλωμένο τρόπο διατροφής. Η ολιστική προσέγγιση είναι απαραίτητη σε ένα πρόβλημα που έχει τόσο βιολογική όσο και ψυχολογική διάσταση.

Τσώλα Δήμητρα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Συχνά είμαστε εκτεθειμένοι σε καταστάσεις ζωής οι οποίες ξεπερνούν την ικανότητα προσαρμογής μας. Ψυχοπιεστικά γεγονότα όπως μια σωματική ασθένεια, ένας χωρισμός, μια οικονομική καταστροφή, η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, συγκρούσεις στην οικογένεια μπορούν να μας αποδιοργανώσουν.

Οι δραματικές αλλαγές στη ζωή μας αλλά και οι λιγότερο στρεσογόνες καταστάσεις που διαταράσσουν την καθημερινότητά μας όπως μια μετακόμιση, νέες υποχρεώσεις, μια απογοήτευση στον επαγγελματικό τομέα, μπορεί να οδηγήσουν σε συναισθήματα ανασφάλειας και άγχους.

Πως θα μπορέσουμε να βρούμε ξανά την ισορροπία μας; Τι είναι αυτό που θα μας βοηθήσει να βρούμε το κουράγιο και τη δύναμη να αντιμετωπίσουμε τις αντιξοότητες και να συνεχίσουμε να εξελισσόμαστε;

Οι έρευνες έχουν δείξει πως τα άτομα που προσαρμόζονται θετικά στις σημαντικές αλλαγές που συμβαίνουν στη ζωή τους και διαχειρίζονται το στρες αποτελεσματικά έχουν τρία χαρακτηριστικά:

  • την πεποίθηση πως μπορούν να ελέγξουν τα στρεσογόνα γεγονότα και να επηρεάσουν το αποτέλεσμα
  • την ικανότητα να δεσμεύονται και να αφοσιώνονται σε διάφορους τομείς της ζωής τους
  • την αντιμετώπιση των αλλαγών ως ευκαιρίες για πρόκληση και μάθηση καθώς και περεταίρω προσωπική εξέλιξη

Ας δούμε πώς αυτοί οι προστατευτικοί παράγοντες – ο έλεγχος, η δέσμευση, και η πρόκληση – βοηθούν το άτομο να προσεγγίζει τις νέες καταστάσεις

  • Έλεγχος

Ενώ μπορεί το στρες να αφορά σε εξωτερικά ερεθίσματα, το άτομο πιστεύει πως μπορεί να επηρεάσει την νέα εμπειρία του και το αποτέλεσμα. Δεν αρνείται το πρόβλημα και δεν μένει παθητικός, ούτε νιώθει έρμαιο των επιλογών των άλλων. Το πώς θα εξελιχτούν τα πράγματα είναι στο χέρι του. Αποδέχεται τις συνθήκες που δεν μπορεί να αλλάξει, κι αυτό του επιτρέπει να παρεμβαίνει σε πράγματα που μπορεί να διορθώσει ή να βελτιώσει. Βάζει ρεαλιστικούς και εφικτούς στόχους και κάνει μικρά, σταδιακά βήματα για να τους επιτύχει. Υποδιαιρεί τους στόχους σε μικρότερους, πιο επιτεύξιμους. «Τι μπορώ να κάνω σήμερα – ένα πράγμα – που θα με πάει εκεί που θέλω»; Τα μικρά επιτεύγματα τον βοηθούν να αισθάνεται επαρκής και αποτελεσματικός και τον οδηγούν σε πιο μακροπρόθεσμους στόχους.

Το άτομο με εσωτερικό σημείο ελέγχου έχει την πεποίθηση ότι μπορεί να επηρεάσει το πεπρωμένο του ενώ αποδίδει τις επιτυχίες του και τις αποτυχίες του σε εσωτερικούς παράγοντες δηλ. τις δικές του δυνάμεις και ικανότητες. Η αίσθηση του προσωπικού ελέγχου αφορά στην ιδέα πως συμβάλλει στα γεγονότα και τις εξελίξεις. Και τότε αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του και ορίζει ο ίδιος τη ζωή του.

  • Δέσμευση

Το άτομο γνωρίζει ποιες είναι οι αρχές του και οι προτεραιότητές του. Οι επιλογές του βασίζονται στο αξιακό του σύστημα, και αγωνίζεται γι’ αυτό που έχει νόημα για τον ίδιο. Αφοσιώνεται σ’ ένα σκοπό που είναι μέρος ενός γενικότερου πλάνου ζωής. Είτε είναι μια καριέρα, είτε προσωπική ωρίμανση, ή διαπροσωπικές σχέσεις ή μια καλύτερη ζωή για τον ίδιο και την οικογένειά του. Ο σκοπός αυτός του παρέχει μια εσωτερική ισορροπία και μια δομή ώστε να αντιμετωπίσει τη δύσκολη κατάσταση που του αλλάζει τη ζωή. Και δεσμεύεται να βρει ένα νέο νόημα στην αλλαγή αυτή.

Απευθύνεται στο υποστηρικτικό δίκτυο που έχει – οικογένεια, φίλους, κοινότητα – ώστε να αναζητήσει βοήθεια όταν χρειάζεται. Το ότι δέχεται στήριξη από ανθρώπους που τον νοιάζονται τον ενδυναμώνει, του ενισχύει την ελπίδα, την αίσθηση ασφάλειας στο καινούριο. Σε μια περίοδο ανασφάλειας και άγχους η δέσμευση και η αφοσίωση στις σχέσεις αποτελεί μια εξαιρετική αντίσταση στο στρες. Κι αυτό του δίνει το κίνητρο να εμπλακεί στο νέο περιβάλλον με ζωντάνια και ενεργητικότητα παρά να μένει παθητικός και ανήμπορος.

  • Πρόκληση

Το άτομο προσεγγίζει την αλλαγή στη ζωή του περισσότερο σαν ευκαιρία για μάθηση, σαν πρόκληση, παρά σαν απειλή. Πιστεύει πως μέσα από αυτή την εμπειρία θα μάθει κάτι χρήσιμο. Είτε είναι θετική εμπειρία είτε αρνητική. Ακόμα και μέσα από τα λάθη του και τις αποτυχίες του μαθαίνει. Αισθάνεται ότι θα μπορέσει να εξελιχθεί μέσα από την αλλαγή, και παίρνει ρίσκα. Δεν αποφεύγει καταστάσεις προκειμένου να μη βγει από τη ζώνη ασφαλείας του.

Έχει συνειδητοποιήσει τις ικανότητες του και τις δυνάμεις του και πιστεύει στη σπουδαιότητα αυτών. Και τις εφαρμόζει. Αντί να αποσυρθεί από το πρόβλημα ή να το αρνηθεί, περνά στη δράση αποφασιστικά. Ένα βήμα τη φορά. Η θετική στάση απέναντι στις αλλαγές και τις νέες εμπειρίες καθώς και μια ψυχολογική ευελιξία που τον βοηθά να επικεντρώνεται στο παρόν – παρά στα λάθη του παρελθόντος ή τις εμμονές που αφορούν στο μέλλον – τον οδηγεί να πάρει τη ζωή στα χέρια του. Και η αλλαγή μπορεί να είναι τελικά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη.

Τσώλα Δήμητρα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Όταν μιλάμε για αναβλητικότητα εννοούμε μια δυσλειτουργική διαδικασία συμπεριφορικής αποφυγής που χαρακτηρίζεται από την επιθυμία να αποφύγουμε μια δραστηριότητα, την υπόσχεση ότι θα την κάνουμε αργότερα, καθώς και τη χρήση της δικαιολογίας για να εξηγήσουμε την καθυστέρηση και να αποφύγουμε την ευθύνη, παρόλο που γνωρίζουμε τις αρνητικές επιπτώσεις της καθυστέρησης αυτής.

Οι συνέπειες μπορεί να είναι αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική μας υγεία όπως άγχος και κατάθλιψη, απελπισία, εκνευρισμός. Μπορεί να παρουσιαστούν προβλήματα στην εργασία και στην επαγγελματική απόδοση, στο σχολείο, στην εκπαίδευση, στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Κατανόηση της αναβλητικότητας

Η αναβλητικότητα μπορεί να θεωρηθεί μια επίκτητη συμπεριφορά, μια συνήθεια που προφανώς λειτούργησε στο παρελθόν αλλά πια είναι δυσλειτουργική και πρέπει να ξεμάθουμε.

Πότε ήταν η πρώτη φορά που αναβάλαμε; Ήταν στο σχολείο; Ήταν κάτι που ζήτησαν οι γονείς; Πως κατέληξε όλο αυτό; Μέσω της αναβλητικότητας μπορεί να αποφεύγουμε δυσάρεστες αναμνήσεις, τον φόβο της αποτυχίας ή της επιτυχίας, τον φόβο του ελέγχου, ή τον φόβο του αποχωρισμού στις σχέσεις. Αν καταλάβουμε τι νιώθουμε και γιατί το νιώθουμε, θα αποκτήσουμε καλύτερη σχέση με τον εαυτό μας και θα συνεχίσουμε το έργο μας χωρίς άλλη αναβολή.

Φόβος αποτυχίας

Όταν η απόδοση γίνεται το μοναδικό μέτρο αξιολόγησης του εαυτού μας, τότε νιώθουμε πως μόνο αν τα καταφέρουμε θα είμαστε αποδεκτοί. Μία εξαιρετική απόδοση δείχνει ένα εξαιρετικό άτομο, ενώ μία μέτρια απόδοση δείχνει ένα μέτριο άτομο. Ο ρόλος της αναβλητικότητας εδώ είναι προστατευτικός: σπάει την ισοδυναμία της ικανότητας με την απόδοση. Μας επιτρέπει να πιστεύουμε πως οι ικανότητές μας υπερέχουν του αποτελέσματος. ‘Θα τα κατάφερνα καλύτερα αν είχα ξεκινήσει νωρίτερα’. Είναι πιο ανώδυνο να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας για αποδιοργάνωση ή τεμπελιά παρά για ανεπάρκεια.

Φόβος επιτυχίας

Αν νιώθουμε άγχος όποτε μας επαινούν, υπάρχει περίπτωση να φοβόμαστε την επιτυχία. Μπορεί να ανησυχούμε πως θα πληγώσουμε τους δικούς μας ανθρώπους. ‘Αν πετύχω στη δουλειά μου θα βγάζω περισσότερα χρήματα από το σύζυγό μου και δεν θέλω να τον πληγώσω’. Μπορεί να φοβόμαστε πως οι άλλοι θα έχουν πάντα μεγάλες προσδοκίες από μας και δεν θα μπορούμε να ανταποκριθούμε. Έτσι αποφεύγουμε την κάθε είδους δέσμευση γιατί φοβόμαστε μήπως κάνουμε λάθος.

Φόβος ελέγχου

Η αναβλητικότητα μερικές φορές γίνεται ο τρόπος να πούμε ‘όχι δεν θα με αναγκάσεις να το κάνω’. Συνήθως προέρχεται από παιδικά βιώματα όπου μας επέβαλαν πολλούς κανόνες και περιορισμούς. Παρόλο που δεν είμαστε πια παιδιά, νιώθουμε την ίδια πίεση. Η αναβλητικότητα αυξάνει την αίσθηση αυτονομίας μας. Η συμπεριφορά μας όμως καταλήγει να είναι αυτοηττώμενη - να υπονομεύει τον ίδιο μας τον εαυτό.

Φόβος αποχωρισμού

Κάποιοι από μας βασιζόμαστε στην αναβλητικότητα επειδή δεν μπορούμε να βασιστούμε στον εαυτό μας. Φοβόμαστε την ανεξαρτησία και νιώθουμε πως δεν μπορούμε να επιβιώσουμε χωρίς την προστασία που μας παρέχει η σχέση μας, ακόμα κι όταν δεν παίρνουμε αυτό που χρειαζόμαστε απ’ αυτήν. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τις συντροφικές σχέσεις. Ο αιώνιος φοιτητής, για παράδειγμα, αναβάλλει να αφήσει την ασφάλεια και την καθοδήγηση του πανεπιστημίου. 

Φόβος οικειότητας

Η αναβλητικότητα γίνεται μερικές φορές το μέσο της διαφυγής μας ώστε να μην απορροφηθούμε από τις σχέσεις. Η αναβλητικότητα μας προστατεύει από τον πόνο, την εγκατάλειψη, την απόρριψη. Όταν φιλτράρουμε τις σχέσεις μας μέσα από παλιές επώδυνες εμπειρίες αποφασίζουμε να μη ρισκάρουμε να τις επαναλάβουμε. Αναβάλλουμε λοιπόν να γνωρίσουμε νέα άτομα, να βελτιώσουμε την εμφάνισή μας, να κάνουμε νέες σχέσεις. Η αναβλητικότητα είναι απαραίτητη για να κρατά τους γύρω σε μια απόσταση ασφαλείας αλλά μας αποτρέπει από το να ωριμάσουμε, να εξελιχθούμε σαν άτομα.

Όταν η τελειομανία γίνεται πρόβλημα, η αναβλητικότητα μπορεί επίσης να γίνει πρόβλημα.

Η αναβλητικότητα σχετίζεται με την τελειομανία. Μερικοί από μας επιδιώκουμε την τελειότητα θεωρώντας τα λάθη μη ανεκτά. Επειδή όμως τα λάθη είναι αναπόφευκτο μέρος της ανθρώπινης φύσης, η αναβλητικότητα εξυπηρετεί ένα σκοπό: να μη νιώσουμε περιφρόνηση για τον μέτριο εαυτό μας και να αποφύγουμε αισθήματα κατωτερότητας.

Αναβλητικότητα: μια περίπλοκη σχέση με το χρόνο

Δεν εκτιμούμε σωστά πόσο χρόνο θα μας πάρει μια δουλειά, δεν προλαβαίνουμε τις προθεσμίες. Δεν χρειάζεται να έχουμε εχθρική σχέση με το ρολόι μας. Ο χρόνος δεν είναι καλός ή κακός, γρήγορος ή αργός, φίλος ή εχθρός. Απλά είναι. Η δουλειά μας είναι να συμφιλιωθούμε με αυτόν και να ζήσουμε τη ζωή μας όσο πιο ολοκληρωμένα μπορούμε μέσα στα όριά του. 

Ο ρόλος της διάθεσης

Η καταθλιπτική διάθεση οδηγεί στην αναβλητικότητα. Πχ. η έλλειψη ενέργειας που παρατηρείται στην κατάθλιψη παρεμβαίνει στην ανάληψη δράσης. Επίσης η κατάθλιψη σχετίζεται με χαμηλή αυτοπεποίθηση: με λιγότερη αυτοπεποίθηση είναι πιο πιθανό κάποιος να τα παρατήσει ειδικά αν βρει εμπόδιο.

Έχετε δυο επιλογές: να αναβάλετε ή να δράσετε

  • Μπορείτε να δράσετε ακόμα κι αν δεν νιώθετε πολύ καλά
  • Το παρελθόν δεν μπορεί να σας ελέγχει στο παρόν
  • Δεν είναι απαραίτητο να είστε τέλειοι για να αξίζετε
  • Μπορείτε να απολαμβάνετε τις προκλήσεις γιατί μέσα από αυτές ωριμάζετε και εξελίσσεστε
  • Η μεγαλύτερη αυτοεπιβράβευση είναι ότι θα νιώσετε καλύτερα εσείς οι ίδιοι

Τσώλα Δήμητρα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Είναι στο χέρι μας να γίνουμε πιο ευτυχισμένοι αρκεί να πάρουμε την απόφαση

Τι είναι η ευτυχία;

Η έννοια της ευτυχίας αφορά σε μία μακρόχρονη και συνολική αίσθηση ψυχικής ευεξίας και ικανοποίησης από τη ζωή. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη η ευτυχία ανήκει στον αυτάρκη, ενώ κατά τον Δαλάι Λάμα, η ευτυχία βρίσκεται στις σχέσεις μας με τους άλλους. Όσο και να ποικίλλουν οι ορισμοί της ευτυχίας, όλοι είμαστε σε θέση να καταλάβουμε πότε είμαστε ευτυχισμένοι και πότε όχι.

Τι θα μας έκανε πιο ευτυχισμένους; Μια σχέση; Μια καινούργια δουλειά με μεγαλύτερο εισόδημα; Η απόκτηση του δικού μας σπιτιού; Ένα παιδί; Να δείχνουμε νεότεροι; Να βελτιώσουμε το βάρος μας; Ένα μικρό ποσοστό της ευτυχίας μας καθορίζεται από τις περιστάσεις της ζωής μας. Αν είμαστε φτωχοί ή πλούσιοι, γοητευτικοί ή συνηθισμένοι, άρρωστοι ή υγιείς, παντρεμένοι ή χωρισμένοι. Πολλοί από μας εστιάζουμε στο να αλλάξουμε παρόμοιες συνθήκες με την ελπίδα πως αυτές οι αλλαγές θα φέρουν την ευτυχία. Κι όμως οι έρευνες έχουν δείξει πως αυτό διαρκεί για λίγο. Διότι ο άνθρωπος έχει την εξαιρετική ικανότητα να προσαρμόζεται. Προσαρμόζεται στον πλούτο, στο καινούργιο σπίτι, στην απόκτηση ομορφιάς, στο γάμο. Ακόμα και οι πιο θετικές αλλαγές σε λίγο θα θεωρούνται δεδομένες καθώς τις συνηθίζουμε, και η επίδρασή τους στην ευτυχία θα είναι ελάχιστη. Ωστόσο ένα μεγάλο ποσοστό της ευτυχίας μας καθορίζεται από τις σκέψεις μας και τη συμπεριφορά μας. Όλοι μπορούμε να βελτιώσουμε την ευτυχία μας κάνοντας αλλαγές στον τρόπο που σκεφτόμαστε και ενεργούμε. Αυτό σημαίνει πως όλοι μπορούμε να γίνουμε πιο ευτυχισμένοι.

Στρατηγικές για να βελτιώσουμε την ευτυχία μας

Ευγνωμοσύνη

Σύμφωνα με έρευνες, η βίωση ευγνωμοσύνης φαίνεται ότι έχει θετικά αποτελέσματα. Όταν εκτιμούμε τι έχουν κάνει κάποια άτομα για μας, ή πόσα έχουμε καταφέρει νιώθουμε μια αίσθηση επάρκειας και αποτελεσματικότητας, και περισσότερη αυτοπεποίθηση. Αυτή η εκτίμηση μας κάνει να μην παίρνουμε τίποτα σαν δεδομένο κι έτσι η ευτυχία μας διαρκεί.

Αισιοδοξία

Παρόλο που αισιοδοξία δεν σημαίνει να πιστεύουμε πως ζούμε σε ένα κόσμο ιδανικό και τέλειο, όταν είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον έχουμε την πεποίθηση πως θα πετύχουμε τους στόχους μας. Κι έτσι θα προσπαθήσουμε περισσότερο ακόμα κι αν βρούμε δυσκολίες. Αυτό μας κάνει πιο παραγωγικούς, πιο πετυχημένους, πιο υγιείς. Και η επιμονή, η επιδεξιότητα, η υγεία και η επιτυχία συμβάλλουν στην ευτυχία μας.

Αποφυγή συγκρίσεων

Οι συγκρίσεις με φίλους, συναδέλφους, μέλη της οικογένειας, ακόμα και με ήρωες ταινιών είναι αναπόφευκτες. Μερικές φορές μας εμπνέουν να προσπαθήσουμε να πετύχουμε στόχους, να βελτιώσουμε αδυναμίες. Τις περισσότερες φορές όμως προκαλούν ενοχές, φθόνο, ή και φόβο ότι θα υποφέρουμε από τα ίδια δεινά. Όσο επιτυχημένοι ή τυχεροί και να είμαστε πάντα εκεί έξω θα υπάρχει ένας καλύτερος. Ας μην επιτρέψουμε την απόδοση των άλλων να επηρεάσει τα συναισθήματα για τον εαυτό μας.

Ευγενικές πράξεις - εθελοντισμός

Οι έρευνες έχουν δείξει πως κάνοντας ευγενικές πράξεις και πράξεις γενναιοδωρίας μπορούμε να είμαστε πιο ευτυχισμένοι για αρκετό διάστημα. Αισθανόμαστε χρήσιμοι, άξιοι, σημαντικοί. Αυτό βελτιώνει την αυτοεκτίμησή μας ενώ δημιουργείται και μια αλυσίδα: ο αποδέκτης αισθάνεται την ανάγκη να ανταποδώσει. Επίσης οι εθελοντές νιώθουν ότι έχουν καλύτερο έλεγχο της ζωής τους. Ο εθελοντισμός τους δίνει νόημα, πληρότητα. Προσοχή: δεν βοηθάμε τους άλλους με κόστος τη δική μας ποιότητα ζωής. Ειδικά αν αυτό είναι ένα μόνιμο μοτίβο. Τότε αντίθετα αυτό θα υπονομεύσει την ευτυχία μας.

Διαχείριση

Δεν υπάρχει ζωή χωρίς στρες, δυσκολίες, κρίσεις. Η διαχείριση είναι μια θεμελιώδης στρατηγική που ενσαρκώνει το γεγονός πως ο τρόπος που σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με το πόσο ευτυχισμένοι είμαστε παρόλες τις δοκιμασίες της ζωής. Υπάρχουν δύο τρόποι διαχείρισης. Εστιάζουμε στο πρόβλημα παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια μας, ή ελέγχουμε τις συναισθηματικές μας αντιδράσεις όταν η κατάσταση είναι ανεξέλεγκτη.

Συγχώρεση

Όταν οι σκέψεις και οι εικόνες της προσβολής ή του αδικήματος εισβάλλουν και παρεμποδίζουν την καθημερινή μας ζωή, είναι ώρα να κάνουμε κάτι. Αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε αυτόν που μας έβλαψε, ούτε ότι ανεχόμαστε αυτό που μας έκανε. Η συγχώρεση δεν είναι συμφιλίωση. Το κάνουμε για τον εαυτό μας. Όχι για το άλλο άτομο. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι που συγχωρούν είναι πιθανότερο να είναι ευτυχισμένοι, πιο υγιείς, πιο γαλήνιοι.

Έμφαση στα μικρά και απλά πράγματα

Εστιάστε στο παρόν. Ζήστε το σήμερα σαν να είναι η τελευταία σας μέρα. Μην αναβάλλετε την ευτυχία σας για αύριο. Οι έρευνες δείχνουν πως η εστίαση στα απλά πράγματα σχετίζεται με την ευτυχία. Χαρείτε τις μικρές απολαύσεις πχ πόσο όμορφα μυρίζει ένα λουλούδι.

Έμφαση στους στόχους

Το να έχουμε ενδιαφέροντα και στόχους με νόημα αυξάνει την αυτοεκτίμησή μας. Η επιδίωξη των στόχων με ουσία δίνει μια δομή στη ζωή μας, ένα νόημα στην καθημερινότητά μας. Προϋποθέτει βέβαια οι στόχοι να είναι εφικτοί, ρεαλιστικοί.  Τι γίνεται σε περίοδο κρίσης; Είναι εφικτό να συνεχίζουμε να επιδιώκουμε τους στόχους μας; Οι έρευνες προτείνουν ότι όχι μόνο είναι δυνατό, αλλά είναι και απαραίτητο. Στόχους που ικανοποιούν τις βασικές μας ψυχολογικές ανάγκες, όπως αυτονομία (να νιώθουμε ότι έχουμε τον έλεγχο της συμπεριφοράς μας), ικανότητα και αποτελεσματικότητα (μέσα στον κόσμο που ζούμε), ικανοποίηση από τις διαπροσωπικές μας σχέσεις.

Και τα χρήματα; Φέρνουν την ευτυχία;

Ψυχολόγοι και οικονομολόγοι έχουν μελετήσει τη σχέση μεταξύ χρημάτων και ευτυχίας. Τα αποτελέσματα έχουν δείξει μικρή σχέση μεταξύ εισοδήματος και ευζωίας. Εφόσον καλύπτονται οι βασικές ανάγκες, τα περισσότερα χρήματα δεν φέρνουν την ευτυχία. Μπορεί αντίθετα να μας παγιδεύσουν σε ένα ατελείωτο κυνήγι πλούτου. Επίσης μια νέα προσέγγιση στην κατανόηση του πως επηρεάζουν τα χρήματα την ευτυχία αφορά στον τρόπο που επιλέγουμε να ξοδέψουμε τα χρήματά μας. Νιώθουμε περισσότερη ευτυχία όταν τα ξοδεύουμε για άλλους.

Σωματική δραστηριότητα

Η άσκηση βοηθά να έχουμε τον έλεγχο του σώματός μας και της υγείας μας. Το να βελτιώνουμε τον εαυτό μας – πιο γρήγορο, πιο δυνατό – μας δίνει μια φοβερή αίσθηση αυταξίας. Η φυσική άσκηση παρέχει τη δυνατότητα για θετικό περισπασμό βοηθώντας να κάνουμε ένα διάλειμμα από μια αγχωτική μέρα. Αποτρέπει τη μοναξιά και την απομόνωση. Όταν ασκούμαστε μαζί με άλλους, δίνεται η ευκαιρία για κοινωνικές σχέσεις. Επίσης νευρολογικές μελέτες έχουν δείξει πως δρα σαν αντικαταθλιπτικό αυξάνοντας τις ενδορφίνες.

Κοινωνικές σχέσεις

Φαίνεται να υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ κοινωνικών σχέσεων – ευτυχίας. Η λειτουργία είναι αμφίδρομη: οι φίλοι και οι σχέσεις προάγουν την ευτυχία καθώς επίσης οι ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να έχουν περισσότερους φίλους και πιο δυνατούς δεσμούς. Και τις φιλίες, την οικογένεια ή τα παιδιά μας δεν τα συνηθίζουμε όσο τα υλικά αγαθά. Η ανάγκη να ανήκουμε βασίζεται στη θεωρία της εξέλιξης. Το ανθρώπινο είδος δεν θα είχε επιβιώσει ή αναπαραχθεί χωρίς ένα τέτοιο κίνητρο.

Βρείτε χρόνο για τους φίλους σας / την οικογένειά σας

Δείξτε ενδιαφέρον για τους άλλους, στοργή

Ενθαρρύνετέ τους, θαυμάστε τους, εκτιμήστε τους

Αγκαλιάστε τους. Αυξάνει την ευτυχία, την υγεία, την οικειότητα, ανακουφίζει από το στρες.

Τσώλα Δήμητρα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Επικοινωνία

Βασιλίσσης Σοφίας 54

Ιλίσια / Αθήνα

Τ: +30 210 72 22 214
F: +30 210 72 22 282

email: [email protected], [email protected]