Η μετάβαση από την οικογένεια στον παιδικό σταθμό είναι μια φυσιολογική εξελικτική διαδικασία με πολλές αλλαγές, στην οποία καλούνται να προσαρμοστούν όλα τα μέλη της οικογένειας.

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σηματοδοτεί το πέρασμα σε μια καινούρια φάση ζωής, όχι μόνο για το παιδί, αλλά για όλη την οικογένεια.

Έντονα και ανάμεικτα συναισθήματα, όπως άγχος, αγωνία, περιέργεια, φόβος, ανησυχία και προσμονή κυριεύουν γονείς και παιδιά. Τα παιδιά δεν ξέρουν τι να περιμένουν, ενώ οι γονείς ανησυχούν για την ομαλή ένταξη του παιδιού τους στον σταθμό.

Στάση Γονέων

Η επιτυχής προσαρμογή του παιδιού στον παιδικό σταθμό ή το νηπιαγωγείο εξαρτάται άμεσα από τη στάση των γονέων, καθώς το άγχος του παιδιού να αποχωριστεί τους γονείς του και οι δυσκολίες προσαρμογής του στο σχολείο συνδέονται άμεσα με το άγχος των γονιών του.

Τα παιδιά έχουν την ικανότητα να «διαβάζουν» το πρόσωπο και τη στάση του σώματός των γονιών του. Η παραμικρή ένδειξη αμφιβολίας ή ανησυχίας γίνεται αντιληπτή από εκείνα, παρά την προσπάθειά μας να την αποκρύψουμε. Συνεπώς, μία τέτοια ένδειξη θα τους προκαλέσει φόβο και ανασφάλεια και θα δυσχεράνει την ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον.

Προετοιμασία

  • Μιλήστε στο παιδί με ειλικρίνεια για το πού πηγαίνει και τι θα κάνει εκεί.
  • Μιλήστε για τη δασκάλα του με λόγια ζεστά, ώστε να νιώσει ότι είναι ένα πρώτο πρόσωπο αναφοράς & φροντίδας για εκείνο.
  • Θα μπορούσατε να κανονίσετε μια επίσκεψη στο σχολείο που έχετε αποφασίσει να ξεκινήσει το παιδί σας παρέα με εκείνο, ώστε να αποκτήσει μια πρώτη εικόνα του χώρου αλλά και μια γνωριμία με τη δασκάλα του.
  • Διαβάστε του κάποιο παραμύθι/ ιστορία που αναφέρεται στην πρώτη μέρα στο σχολείο (στην αγορά υπάρχουν αρκετά τέτοια).
  • Λίγο πριν ξεκινήσει το σχολείο, καλό θα ήταν να εξασκήσετε το παιδί σας στο πρωϊνό ξύπνημα (μη γίνει ξαφνικά με το ξεκίνημα του σχολείου).

Κι έφτασε η Πρώτη Μέρα…

  • Παραμείνετε στο χώρο του σχολείου ή σε κοντινή απόσταση από εκείνο, εάν είναι εφικτό για 2-3 ημέρες (αναλόγως πάντα με τη στάση του παιδιού).
  • Τις πρώτες ημέρες συστήνεται το παιδί να μένει στο σχολείο για λίγες ώρες.
  • Χρειάζεται να είστε συνεπείς προς το παιδί σας και να τηρείτε τα ωράρια που του υποσχεθήκατε.
  • Όταν φεύγετε από το χώρο του σχολείου, αποχαιρετήστε το παιδί. Αν φύγετε στα κρυφά και κάποια στιγμή αρχίσει να σας αναζητά θα αναστατωθεί ιδιαιτέρως και θα τρομάξει.
  • Όσο κι αν το παιδί σας επιμένει να μείνετε εκεί ή αναζητά επιπλέον φιλιά κι αγκαλιές, μην καθυστερείτε την αποχώρησή σας και μην απολογείστε. Δώστε μια μεγάλη αγκαλιά κι ένα φιλί και αποχαιρετήστε το αποφασιστικά.
  • Μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον υπεύθυνο του σταθμού, ώστε να πληροφορηθείτε εάν ηρέμησε.
  • Μην συγκρίνετε το παιδί σας με τα υπόλοιπα παιδιά. Μπορεί το δικό σας να χρειάζεται περισσότερες ή λιγότερες ημέρες, ώστε να προσαρμοστεί στο νέο αυτό περιβάλλον του σχολείου. Δεν χρειάζεται να μπαίνετε στη διαδικασία να σκέφτεστε σε τι ρυθμούς προσαρμόζονται τα υπόλοιπα παιδιά, καθώς το κάθε παιδί έχει το δικό του ρυθμό.

Μην ξεχνάτε ότι:

  • Αποχαιρετάμε το παιδί & το παραλαμβάνουμε από το σχολείο χαρούμενοι. Εάν αρχίσουμε να κλαίμε εμείς, φανταστείτε πώς θα νιώσει εκείνο.
  • Αναμένουμε την αντίδραση του παιδιού στο νέο αυτό ξεκίνημα και την ένταση που μπορεί να το συνοδεύει. Καλό είναι να θυμόμαστε ότι τα παιδιά προσαρμόζονται εκ φύσεως πιο εύκολα από τους μεγάλους, αρκεί να τους το επιτρέψουμε και να τους βοηθήσουμε σε αυτό.
  • Εάν ο γονιός αντιληφθεί το δικό του συναίσθημα και το κατανοήσει, τότε διευκολύνει και εκπαιδεύει το παιδί του να διαχειρίζεται και να προσαρμόζεται σε νέες συνθήκες, διαδικασία απαραίτητη για την μετέπειτα ωρίμανση και αυτονόμησή του.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Η σκέψη ότι μπορεί να κάνετε κάτι στραβά μοιάζει τόσο τρομακτική που καταβάλλετε κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να γίνουν όλα «όπως πρέπει» και να μην εκτεθείτε. Στην προσπάθειά σας να έχετε την καλύτερη δυνατή απόδοση, βιώνετε υψηλά επίπεδα άγχους ενώ αποθαρρύνεστε και κατηγορείτε τον εαυτό σας που υλοποιήσατε με μεγάλη δυσκολία τους στόχους που είχατε θέσει. Εκείνη τη στιγμή, σίγουρα οι άλλοι θα σας φαίνονται καλύτεροι, ικανότεροι, εξυπνότεροι, πιο ευέλικτοι, κτλ., κτλ.

 

Μήπως, όμως, έχετε απλώς βάλει πολύ ψηλά τον πήχη για τον εαυτό σας;

 

Συνήθως οι άνθρωποι που θέλουν να επιτύχουν το «τέλειο» απαιτούν από τον εαυτό τους υπερβολικά και απολύτως μη ρεαλιστικά επίπεδα απόδοσης («Πρέπει να γράψω οπωσδήποτε 10 στο διαγώνισμα και τίποτε λιγότερο!»). Το πράττουν, μάλιστα, παρά τις αρνητικές επιπτώσεις που εμφανέστατα αντιμετωπίζουν κατά την προσπάθειά τους (άγχος, σωματική κόπωση, έλλειψη χρόνου, αϋπνία, αναβλητικότητα, κατάθλιψη, αναβολή ευχάριστων δραστηριοτήτων κλπ.), ενώ δεν χάνουν ούτε μισή ευκαιρία να αυτοχαρακτηριστούν με βάση το πόσο ικανοποιητικά θεωρούν ότι φτάνουν το πολυπόθητο, «ιδανικό και πρέπον» επίπεδο απόδοσης τους. Ως εκ τούτου, κάθε φορά που δεν επιτυγχάνουν έναν στόχο η αυτοκριτική τούς οδηγεί είτε στο να καταβάλλουν επιπλέον προσπάθεια είτε στο να αγχωθούν από τον όγκο των «υποχρεώσεων» και να τις αναβάλλουν.

 

Αν λοιπόν ο πήχης μπαίνει πολύ ψηλά για σας, παρακάτω ίσως βρείτε μερικές στρατηγικές που θα διευκολύνουν την καθημερινότητά σας.

 

1. Αναγνωρίστε αν η τελειοθηρία σας είναι λειτουργική ή δυσλειτουργική

 

Ας δούμε όμως πρώτα αν η τελειοθηρία αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για εσάς. Δώστε απαντήσεις στις παρακάτω δηλώσεις.

 


 

Ισχύει

 

Σχεδόν ισχύει

 

Σχεδόν δεν ισχύει

 

Δεν ισχύει

 

Δεν μπορώ καθόλου τα λάθη.

 

Πρέπει να κάνω κάτι σωστά με την πρώτη.

 

 

Πρέπει να κάνω τα πάντα σωστά, όχι μόνο τα πράγματα στα οποία ξέρω ότι είμαι ήδη καλός/ή,

 

 

Αν δεν μπορώ να κάνω κάτι τέλεια δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσω.

 

 

Σπάνια επιβραβεύω τον εαυτό μου για κάτι που κατάφερα, γιατί πάντα υπάρχει κάτι παραπάνω που θα μπορούσα να κάνω.

 

 

Αφιερώνω αρκετό χρόνο για να τελειοποιήσω πλήρως κάτι που είναι ήδη καλό και ως εκ τούτου σπάνια έχω χρόνο για να ολοκληρώσω άλλες υποχρεώσεις ή να ευχαριστηθώ.

 

 

Σημασία έχει να εστιάζεται κανείς στα αρνητικά παρά στα θετικά του χαρακτηριστικά προκειμένου να βελτιωθεί.

 

 

Σπάνια αντλώ ευχαρίστηση από τη δουλειά μου.

 

 

Αν οι περισσότερες από τις παραπάνω δηλώσεις ισχύουν τότε η τελειοθηρία είναι ίσως ένα ζήτημα που πρέπει να επανεξετάσετε.

 

Έχετε κατά νου ότι η τελειοθηρία σας είναι λειτουργική όταν:

•   Δεν ταυτίζετε τις υψηλές προσδοκίες και τα επιτεύγματα με τη διαρκή απαίτηση και την ακατάπαυστη προσπάθεια.

•   Θεωρείτε ότι τα λάθη είναι αναπόφευκτα για όλους τους ανθρώπους κι επομένως ενώ κάνετε λάθη δεν είστε τα λάθη σας.

•   Διατηρείτε μια ευρύτερη εικόνα για τον εαυτό σας αναγνωρίζοντας και λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά σας.

και δυσλειτουργική όταν:

•   Πιέζετε τόσο τον εαυτό σας με αποτέλεσμα να αγχώνεστε και να μην πετυχαίνετε τους στόχους σας.

•  Ασκείτε έντονη αυτοκριτική αγνοώντας τις θετικές πλευρές σας κάθε φορά που δεν καταφέρνετε κάτι με τον τρόπο ακριβώς που θα θέλατε.

•  Αισθάνεστε αποτυχημένοι, γίνεστε αναβλητικοί, μετανιώνετε για πράγματα που δεν κατορθώσατε, ανησυχείτε υπερβολικά για το τι θα συμβεί και θλίβεστε.

 

2. Τροποποιείστε τις τελειοθηρικές σας σκέψεις

 

Συνήθως όσοι διατηρούν τελειοθηρικές πεποιθήσεις γίνονται πολύ επικριτικοί με τον εαυτό τους και τους άλλους. Ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους για να ξεπεράσει κανείς τη δυσλειτουργική τελειοθηρία είναι να αντικαταστήσει τις απαιτητικές σκέψεις με άλλες πιο ρεαλιστικές και εποικοδομητικές. Επαναλάβετε τις νέες σας εποικοδομητικές σκέψεις ακόμη κι αν αρχικά δεν τις πολυπιστεύετε. Με την πάροδο του χρόνου θα δείτε ότι αρχίζετε να υιοθετείτε πιο ισορροπημένες αντιλήψεις για το πώς γίνονται τα πράγματα.

 

Μερικά παραδείγματα ρεαλιστικών σκέψεων:

«Κανείς δεν είναι τέλειος!»

«Επειδή έκανα ένα λάθος δεν σημαίνει ότι είμαι χαζός ή αποτυχημένος. Το μόνο που σημαίνει είναι ότι είμαι άνθρωπος. Όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη!»

«Δεν είναι απαραίτητο να είμαι ευχάριστος στους άλλους συνέχεια. Όλοι έχουν τις καλές και τις κακές τους μέρες. Άλλωστε μήπως είναι οι άλλοι συνέχεια ευχάριστοι σ’ εμένα;»

 

3. Διατηρείστε μια σφαιρική εικόνα της κατάστασης

 

Συνήθως όσοι άνθρωποι ταλαιπωρούνται από την τελειοθηρία τους περνούν αρκετό χρόνο ανησυχώντας για δευτερεύουσας σημασίας λεπτομέρειες («Σε τι γραμματοσειρά να γράψω αυτό το e-mail;»). Μια χρήσιμη στρατηγική προκειμένου να ανησυχείτε λιγότερο για τις λεπτομέρειες είναι να αναρωτηθείτε τα εξής:

•   Ποιο είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί;

•   Ακόμη κι αν συμβεί το χειρότερο που μπορώ να φανταστώ είμαι σε θέση να το διαχειριστώ;

•  Αυτό με το οποίο ασχολούμαι θα είναι σημαντικό και αύριο; Την άλλη βδομάδα; Τον επόμενο χρόνο;

 

4. Τροποποιείστε τις τελειοθηρικές συμπεριφορές

 

Όταν θέλετε να κάνετε κάτι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, κατά βάθος φοβάστε μήπως κάνετε λάθος και φανείτε ατελής κι εκτεθειμένος (φοβάστε μήπως σας «μαλώσουν», σας «υποτιμήσουν», κτλ.). Το να αντιμετωπίζει κανείς σταδιακά και βήμα βήμα τους φόβους του είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να τους υπερνικήσει. Για παράδειγμα, αν κάποιος φοβάται τους σκύλους ο καλύτερος τρόπος για να ξεπεράσει τον φόβο είναι να αρχίσει να βρίσκεται σταδιακά κοντά σε σκύλους προκειμένου να δει ότι δεν είναι τόσο τρομακτικοί ή επικίνδυνοι, όπως αρχικά πίστευε. Δεν χρειάζεται να πάει κατευθείαν στον πρώτο σκύλο που θα βρεθεί μπροστά του και να τον χαϊδέψει σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Αντίστοιχα, προκειμένου να ξεπεράσετε το φόβο του λάθους που θα αποκαλύψει την «ανεπάρκειά» σας, θα χρειαστεί να αρχίσετε να κάνετε «συστηματικά» κάποια «σκόπιμα» λάθη.

Για παράδειγμα:

•   Φορέστε μια μπλούζα ακόμη κι αν έχει έναν μικρολεκέ.

•   Αφήστε να μεσολαβήσει λίγη ώρα άβολης σιωπής όταν έχετε βγει μ’ έναν φίλο σας.

•   Καλέστε κάποιον στο σπίτι σας χωρίς να συγυρίσετε πολύ.

 

5. Αντικρούστε την απαιτητική φωνή μέσα σας.

 

Πίσω από την τελειοθηρία σας κρύβονται βαθύτεροι φόβοι σας και ανάγκες, όπως για παράδειγμα ο φόβος της απόρριψης από τους άλλους ή η ανάγκη για συνεχή αποδοχή. Ανατρέξτε στην παιδική σας ηλικία και σκεφτείτε τις πιθανές πηγές προέλευσης της τελειοθηρίας σας. Αναρωτηθείτε λοιπόν τα εξής:

•   Πώς καταλήξατε να πιστεύετε ότι πάντα πρέπει να τα καταφέρνετε τέλεια;

•   Μήπως οι γονείς σας σας έκαναν να πιστέψετε –ίσως ασυνείδητα- ότι έχετε πολλές υποχρεώσεις, ότι πρέπει να τα φέρνετε όλα εις πέρας, ότι πρέπει να προσπαθείτε συνέχεια κι ότι για να κάνετε κάτι που σας είναι απλώς ευχάριστο πρέπει πρώτα να έχουν εκπληρωθεί τα παραπάνω;

•   Έχει πάντα νόημα στο παρόν, να αισθάνεστε με τον ίδιο τρόπο που αισθανόσασταν στην παιδική σας ηλικία;

 

Στη συνέχεια, διαχωρίστε την τελειοθηρική πλευρά σας από την υπόλοιπη προσωπικότητα σας και δώστε της ένα όνομα. Θυμηθείτε ένα λάθος που κάνατε πρόσφατα και αφήστε την τελειοθηρική σας πλευρά να εκτονωθεί («Είσαι πολύ δειλός που δεν κατάφερες να αρθρώσεις λέξη μπροστά στον διευθυντή ενώ ήθελες να διεκδικήσεις περισσότερες αρμοδιότητες και καλύτερες συνθήκες εργασίας»). Σας ακούγεται οικεία αυτή η φωνή; Μήπως μοιάζει με τη φωνή της απαιτητικής μητέρας σας, του διευθυντή σας, του πρώην συζύγου σας, ενός συμμαθητή σας; Μπορείτε ακόμη και να τη ζωγραφίσετε και να τη βάλετε σ’ ένα εμφανές σημείο για να τη βλέπετε και να συνομιλείτε μαζί της. Θα δείτε ότι εξωτερικεύοντας την απαιτητική σας πλευρά και απορρίπτοντάς την όταν χρειάζεται το άγχος σας θα μειώνεται σημαντικά.

 

Τέλος, να θυμάστε ότι η ψυχική ισορροπία επιτυγχάνεται όταν οι ατέλειές μας παύουν να μας προκαλούν άγχος.

 

Βασίλης Καραβασίλης

MSc Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Πολλές φορές, το δύσκολο δεν είναι να βρούμε την αγάπη μέσα σε μια σχέση αλλά να μπορέσουμε να την αντέξουμε και να την αποδεχτούμε. Η εμπειρία μιας ρομαντικής σχέσης εκτός από ενθουσιασμό και συναισθήματα ευφορίας  μπορεί να  πυροδοτήσει φόβους και άγχη που σχετίζονται με την εγγύτητα. Ξαφνικά, το να φανούμε ευάλωτοι απέναντι σε κάποιον από τον οποίον προσδοκούμε να καλύψει τις συναισθηματικές μας ανάγκες φαντάζει επικίνδυνο καθώς ξυπνάνε μέσα μας βαθύτεροι φόβοι που σχετίζονται με την απόρριψη ή την απώλεια: νιώθουμε τότε τις ψυχικές μας άμυνες να απειλούνται.


Τι είναι όμως η εγγύτητα;

Η εγγύτητα είναι μια θεμελιώδης βιολογική ανάγκη του ανθρώπου να προσεγγίζει τους άλλους και να τους γνωρίζει. Από την άποψη της εξελικτικής ψυχολογίας και της βιολογίας, η τάση μας για σύνδεση υπήρξε πάντοτε τόσο καθοριστικής σημασίας ώστε χωρίς τη διαμόρφωση δεσμών, τη δυνατότητα να δενόμαστε συναισθηματικά και τη συγκρότηση ομάδων η φυσική μας επιβίωση θα ήταν αδύνατη.

Στις μέρες μας, φαινομενικά είμαστε πιο αυτάρκεις και δεν φαίνεται να απειλείται η συνέχεια του είδους μας,  χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε πια τους άλλους. Κάθε άλλο: η ανάγκη για σύνδεση φαίνεται πιο σημαντική από ποτέ καθώς η μοναξιά ταυτίζεται με τη μειωμένη ποιότητα ζωής στον σύγχρονο άνθρωπο. Εξάλλου, στη ζωή, οι σχέσεις είναι αυτές που μας προσδίδουν υπαρξιακό νόημα και είτε ενισχύουν είτε καταβαραθρώνουν την αυτοεικόνα μας. Πλέον γνωρίζουμε καλά ότι βρέφη που στερούνται την αγκαλιά, το χάδι και τη σωματική επαφή έχουν αρκετά λιγότερες πιθανότητες μιας ομαλής ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης.

Στις διαπροσωπικές μας σχέσεις η πραγματική εγγύτητα ξεπερνά τα όρια της επιφανειακής επικοινωνίας και απαιτεί από μας να αφήσουμε άφοβα αυτούς που μας ενδιαφέρουν να δουν τις αδυναμίες, τα ελαττώματά και την ευάλωτη πλευρά μας.

Αν με κάποιον τρόπο μάθατε ότι το να συνδέεστε στενά με άλλους ανθρώπους είναι επικίνδυνο άθελα σας θα αποφεύγετε πάση θυσία την εγγύτητα και τη σύναψη πιο σταθερών και ουσιαστικών σχέσεων, ανεξάρτητα από το πόσο μόνος/μόνη μπορεί να αισθάνεστε κατά βάθος.

 

Γιατί οι σχέσεις και η εγγύτητα μπορεί να μου προκαλούν φόβο;

Ο φόβος και η αποφυγή της εγγύτητας ξεκινά στην παιδική ηλικία και αποτελεί απόρροια ορισμένων αναπτυξιακών αποτυχιών στην φυσιολογική ψυχοκοινωνική εξέλιξη του παιδιού. Σύμφωνα με τη Θεωρία του Δεσμού (Attachment Theory), οι  αποτυχίες αυτές συνδέονται με το είδος του δεσμού που αναπτύσσεται ανάμεσα στο παιδί και τον φροντιστή του. Πιο συγκεκριμένα, αποτελούν συνάρτηση του βαθμού ανάπτυξης του αισθήματος εμπιστοσύνης που θα επιτύχει το παιδί να καλλιεργήσει με το ανθρώπινο περιβάλλον του. Το είδος αυτού του δεσμού αρχίζει να διαμορφώνεται ήδη από τη γέννηση του βρέφους. Η επαρκής φροντίδα και προστασία το καθιστούν ικανό στην ηλικία περίπου των τριών ετών αφενός να είναι σε θέση να αποχωριστεί τους γονείς για μικρά διαστήματα, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, και αφετέρου να έχει την αίσθηση ότι ο κόσμος αποτελεί ένα ασφαλές περιβάλλον το οποίο μπορεί να εξερευνήσει.

Ωστόσο, για ορισμένα παιδιά αυτή η διαδικασία διαταράσσεται εξαιτίας της συναισθηματικής ή σωματικής κακοποίησης, της φυσικής ή συναισθηματικής εγκατάλειψης και παραμέλησης από την πλευρά του φροντιστή. Συχνά, μάλιστα, δεν χρειάζεται καν να μεσολαβήσουν τόσο έντονα τραυματικές εμπειρίες. Για παράδειγμα, μια μητέρα που υποφέρει από κατάθλιψη ή ένας πατέρας πολύ απορροφημένος στα προβλήματά του δεν είναι πάντα σε θέση να κατανοήσει τις ανάγκες του παιδιού. Ακόμη κι αν οι γονείς εκκινούνται από τις καλύτερες προθέσεις, μπορεί κι οι ίδιοι να βιώσουν περιόδους άγχους κατά τις οποίες τους είναι αδύνατον να ανταποκριθούν επιτυχώς στις προκλήσεις που απαιτεί η ανατροφή ενός παιδιού και ο συναισθηματικός συντονισμός μαζί του.

Ως εκ τούτου, η διατάραξη του ασφαλούς δεσμού ενός βρέφους με τον φροντιστή του και η μη επαρκής κάλυψη των βασικών συναισθηματικών του αναγκών θα έχουν αρνητικό αντίκτυπο στα διαδοχικά στάδια της ψυχικής ανάπτυξης του παιδιού το οποίο με τη σειρά του "θα μαζέψει τα πόδια για να ταιριάξουν με το πάπλωμα" και θα υιοθετήσει δίκην ανταντακλαστικού συγκεκριμένες πεποιθήσεις, μοτίβα συμπεριφορών και ψυχικές άμυνες προκειμένου αφενός να προστατευτεί το ίδιο από περαιτέρω ματαιώσεις και αφετέρου να διατηρήσει ακέραιη και σταθερή την ενδοβεβλημένη ιδανική εικόνα των γονιών από τους οποίους εξαρτάται.

Για να περιγράψει και να αναλύσει τα μοτίβα αυτά των αμυντικών σκέψεων και συμπεριφορών ο Αμερικανός ψυχολόγος Δρ. Jeffrey Young υπήρξε από τους πρώτους που ανέπτυξε διεξοδικά την έννοια του Πρώιμου Δυσλειτουργικού Σχήματος (Early Maladaptive Schema). Σύμφωνα με τη Θεραπεία Σχημάτων (Schema Therapy), ένα Πρώιμο Δυσλειτουργικό Σχήμα συνιστά μια επαναλαμβανόμενη και διάχυτη εσωτερική αναπαράσταση (σκέψεων, συναισθημάτων, συμπεριφορών, αναμνήσεων και σωματικών αισθήσεων) που προκύπτει όταν οι βασικές συναισθηματικές ανάγκες ενός παιδιού (για τη δημιουργία ασφαλών δεσμών, ανάπτυξη αυτονομίας, ελευθερία αυτοέκφρασης, αυθορμητισμό, αλλά και για τον ορισμό από τον φροντιστή ρεαλιστικών αλλά μη παρεμβατικών ορίων) δεν ικανοποιούνται σε επαρκή βαθμό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το παιδί  αναγκάζεται να διαμορφώσει μια στρεβλή εικόνα για τον εαυτό, τον κόσμο και τους άλλους. Κοινό χαρακτηριστικό των επιμέρους σχημάτων είναι η πάλη τους για επικράτηση πάνω στη σκέψη, τη συμπεριφορά και την αυτενέργεια του ατόμου και η ανώφελη και δυσλειτουργική διαιώνισή τους στην ενήλικη ζωή.

 

Ως εκ τούτου:

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της εγκατάλειψης/αστάθειας: μπορεί να αισθάνεστε μη ασφαλείς, μόνος/η χωρίς την ύπαρξη κάποιου ικανού να σας παρέχει υποστήριξη ή προστασία. Ως απάντηση στο σχήμα είτε αποφεύγετε τις σχέσεις, είτε επιλέγετε μη διαθέσιμους συντρόφους, είτε προσκολλάστε τόσο έντονα στον/τη σύντροφό σας ώστε σταδιακά να τον/την απομακρύνεται από κοντά σας ή, τέλος, φροντίζετε να εγκαταλείψετε εσείς πρώτοι τη σχέση προκειμένου να μη βιώσετε οι ίδιοι το οδυνηρό φάσμα της εγκατάλειψης. Οποιαδήποτε επόμενη σχέση μετατρέπεται έτσι σε επίφοβη προοπτική, ενώ κυριαρχεί η σκέψη ότι θα καταλήξετε για πάντα μόνος/η.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της ελαττωματικότητας/ντροπής: αισθάνεστε ανεπαρκείς, εγγενώς κακοί ή χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία, ακόμη κι αν δεν μπορείτε να εντοπίσετε την ακριβή πηγή της προσωπικής σας ανεπάρκειας. Πρόκειται περισσότερο για την αίσθηση ότι μειονεκτείτε εν γένει σε ένα βαθύ ψυχικό επίπεδο και ότι διαφέρετε απ’ όλους τους άλλους, παρά για μια ρεαλιστική και πραγματική ανεπάρκεια. Για να διαχειριστείτε το σχήμα, είτε αποφεύγετε να εκφράσετε τις πραγματικές σκέψεις και συναισθήματά σας προκειμένου να μην εκτεθείτε, είτε δεν αφήνετε τους άλλους να έρθουν κοντά σας φοβούμενοι ότι θα ανακαλύψουν τα ελαττώματά σας και θα δουν πόσο λίγο αξίζετε, είτε εσείς οι ίδιοι απορρίπτετε και ασκείτε κριτική  στους άλλους υιοθετώντας μια στάση ανωτερότητας και υπεροψίας, μεταμφιέζοντας έτσι το προσωπικό αίσθημα ανεπάρκειας, μειονεξίας και εσωτερικής αδυναμίας.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της καχυποψίας/κακοποίησης: αισθάνεστε ότι οι άλλοι είναι το πιθανότερο να σας πουν ψέματα, να σας παραπλανήσουν για τα πραγματικά υποκρυπτόμενα κίνητρά τους και να σας εξαπατήσουν, να σας κοροϊδέψουν, να σας μειώσουν για να εξυψωθούν οι ίδιοι καταδεικνύοντας τα ελαττώματά σας, να σας χειριστούν ή να σας χρησιμοποιήσουν για να επιτύχουν τους δικούς τους σκοπούς αδιαφορώντας πλήρως για το δικό σας καλό. Ως απάντηση, είτε αποφεύγετε να εκφράσετε την εαυλωτότητά σας και να εμπιστευτείτε τους άλλους, είτε επιλέγετε ανθρώπους που όντως σας χρησιμοποιούν είτε απομακρύνετε τους γύρω σας βλάπτοντάς τους προκειμένου να «προλάβετε» το κακό που θα σας έκαναν εκείνοι πρώτα.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της συναισθηματικής στέρησης: πείθεστε ότι οι ανάγκες σας για συναισθηματική στήριξη, κατανόηση και προσοχή δεν θα ικανοποιηθούν ποτέ επαρκώς από τους άλλους. Ως απάντηση, είτε αποφεύγετε εντελώς τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, είτε επιλέγετε ανθρώπους που δεν είναι σε θέση να σας ακούσουν ή να σας στηρίξουν, είτε απομακρύνετε τους γύρω σας με αέναες και ολοένα κλιμακούμενες απαιτήσεις.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της εξάρτησης/ανικανότητας:  είστε κατά βάθος πεπεισμένοι ότι χωρίς τη στήριξη και τη συνεχή παρουσία των άλλων δεν θα μπορέσετε να τα καταφέρετε στην καθημερινότητά σας. Η απουσία τους σας κάνει να αισθάνεστε χαμένοι μέσα σ’ ένα ανώνυμο, επικίνδυνο πλήθος, αναζητώντας από κάπου να πιαστείτε. Ως απάντηση, είτε προσπερνάτε τις νέες προκλήσεις, είτε ζητάτε από τους άλλους να πάρουν αποφάσεις για εσάς είτε αποφεύγετε τελείως τις σχέσεις αντιδρώντας με μια ψευδαίσθηση αυτονομίας σαν να μην είχατε ποτέ κανέναν ανάγκη.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της υπερεµπλοκής/μη αναπτυγµένου εαυτού συνδέεστε τόσο έντονα με έναν ή περισσότερους ανθρώπους στη ζωή σας και προσπαθείτε να είστε συνέχεια μαζί του με αποτέλεσμα να μην έχετε κοινωνική ζωή ή δικά σας ενδιαφέροντα. Ως απάντηση στο σχήμα, είτε ζείτε μέσα από τη ζωή του/της συντρόφου σας ή δεν μπορείτε να αποχωριστείτε ακόμη τους γονείς σας, είτε παραμένετε ανεξάρτητοι και μακριά από σχέσεις εξαιτίας του φόβου ότι θα χάσετε τον εαυτό σας μέσα στη σχέση, είτε προσπαθείτε να βρεθείτε στον αντίποδα όλων εκείνων που σας τρομάζουν επιδιώκοντας μια ψευδεπίγραφη ανεξαρτησία. 

 

Πώς να ξεπεράσω τους φόβους μου;

Τα καλά νέα είναι ότι μπορείτε να ξεπεράσετε τον φόβο της εγγύτητας και να μάθετε τρόπους για να δημιουργείτε συναισθηματικές σχέσεις με τους άλλους.

Το πρώτο πράγμα είναι να σταματήσετε να αρνείστε όσα σας τρομάζουν και δυσκολεύεστε να τα παραδεχτείτε. Το επόμενο βήμα είναι να αναζητήσετε βοήθεια. Αυτό θα μπορούσε να ξεκινήσει με την ανάγνωση κάποιου βιβλίου αυτοβοήθειας ή με την απλή, αλλά ειλικρινή παρατήρηση των συναισθημάτων σας όταν αφήνετε τους άλλους να σας πλησιάσουν.

Η ψυχοθεραπεία ή η συμβουλευτική είναι ασφαλώς οι πιο ενδεδειγμένοι τρόποι για να ξεπεράσετε τους φόβους σας για τον εαυτό σας και τις σχέσεις.

Μαθαίνοντας να μην φοβάστε την εγγύτητα στις σχέσεις σας θα βελτιώσετε τις στενές διαπροσωπικές σας σχέσεις, τις φιλίες, τις επαγγελματικές σας συνεργασίες και την ικανότητά σας να διαμορφώσετε την πορεία της ζωής που εσείς θα επιλέξετε.

 

Βασίλης Καραβασίλης

MSc Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Η διπολική διαταραχή χαρακτηρίζεται από ακραίες διακυμάνσεις – είτε απότομες είτε σταδιακές - ανάμεσα σε δύο συναισθηματικές διαθέσεις:

  • Υπέρμετρη έξαρση (μανία)
  • Κατάθλιψη

Κάθε άνθρωπος έχει διακυμάνσεις στη διάθεσή του οι οποίες είναι φυσιολογικές αν σκεφτούμε πως οφείλονται στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος και στον τρόπο με τον οποίο το άτομο τα επεξεργάζεται, τα ερμηνεύει και τα εσωτερικεύει.

Στα άτομα με διπολική διαταραχή, τα «πάνω» και «κάτω» της διάθεσης είναι παθολογικά: έχουν μεγάλη ένταση και διάρκεια, καθώς και έντονες αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνική και επαγγελματική τους ζωή.

Όταν μιλάμε για μανία, εννοούμε κάτι περισσότερο από ενεργητικότητα ή ευφορία. Η μανία αποτελεί μια σοβαρή κατάσταση που περιλαμβάνει συμπτώματα όπως υπερβολική ενέργεια, σκέψεις που καλπάζουν, διογκωμένη αυτοεκτίμηση ή αίσθημα μεγαλείου, μειωμένη ανάγκη για ύπνο, ψυχοκινητική ανησυχία, υπερκινητικότητα, επιταχυμένο ρυθμό ομιλίας συχνά με διαταραγμένη σκέψη.

Η κατάσταση της μανίας μπορεί να είναι ευχάριστη για το άτομο καθώς νιώθει ‘ανεβασμένο’, γεμάτο αυτοπεποίθηση, ευτυχισμένο, χαρούμενο. Συνήθως όμως το μανιακό επεισόδιο χαρακτηρίζεται από ευερεθιστότητα, οργή, ενίοτε και παρανοϊκότητα. Θα λέγαμε λοιπόν πως η διάθεση είναι διεγερμένη παρά εξηρμένη.

Το συναίσθημα της ευερεθιστότητας μπορεί επίσης να προκύψει από τα καταθλιπτικά επεισόδια της διαταραχής. Το άτομο συχνά παρουσιάζει μεγαλύτερη ευαισθησία σε απορρίψεις, περιγράφει μια ματαίωση και χαμηλή ανοχή στα σχόλια των άλλων, τα προβλήματα μοιάζουν πιο καταστροφικά, ενώ μπορεί να αναζητά μια εξήγηση γι’ αυτές τις κυκλικές αλλαγές της διάθεσης.

Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις στην αντιμετώπιση της διαταραχής περιλαμβάνουν τη φαρμακοθεραπεία, αναγνωρίζοντας πως η βάση της θεραπείας είναι η σταθεροποίηση του συναισθήματος. Επίσης η ψυχοθεραπεία παίζει σημαντικό ρόλο καθώς βελτιώνει τη συμπτωματολογία και τις κοινωνικές σχέσεις.

Η διαχείριση της διπολικής διαταραχής περιλαμβάνει επίσης την κατανόηση και τη μείωση της οξύθυμης συμπεριφοράς. Χωρίς αυτό να σημαίνει για το άτομο πως θα συγκαλύπτει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στη ζωή του.

Ας δούμε κάποιες δεξιότητες που βοηθούν στον έλεγχο και τη διαχείριση του θυμού

  • Διαχείριση αρνητικού τρόπου σκέψης

Σκέψεις οι οποίες φιλτράρονται μέσα από παλιές εμπειρίες π.χ ‘είναι το ίδιο με την προηγούμενη φορά’, ‘πάντα μου το κάνουν αυτό’, ‘πάντα μου φέρεται έτσι’, ‘φτάνει πια’, μπορεί να σας οδηγήσουν στο να αντιδράσετε παρορμητικά, και έντονα. Επίσης η απόδοση κινήτρων στους άλλους π.χ ‘δεν με σέβονται’, ‘το κάνουν επίτηδες’, ‘δε νοιάζεται πως νιώθω εγώ’, ‘με εκμεταλλεύεται’ μπορεί να οδηγήσει στην κλιμάκωση του αρνητικού συναισθήματος. Η ενόχληση από κάποιον άλλο μπορεί να μεταφραστεί ως προσωπική επίθεση.

Στόχος είναι να πειθαρχήσετε τις σκέψεις σας και να μην επιτρέψετε σε παράλογα νοητικά φίλτρα να καθορίσουν το συναίσθημά σας.

  • Δεν χρειάζεται να λύσετε το θέμα αμέσως

Ο θυμός μπορεί να διογκώσει τη βαρύτητα ενός θέματος που παρουσιάζεται ως επείγον. Δώστε χρόνο στον εαυτό σας ώστε να σκεφτείτε άλλες στρατηγικές, πιο λειτουργικές για να επιλύσετε το θέμα. Πρόκειται για μια χρήσιμη τεχνική που θα σας επιτρέψει να αντιμετωπίσετε ψύχραιμα την κατάσταση, να συνεργαστείτε με αγαπημένα πρόσωπα. Θα μπορέσετε έτσι να διαπιστώσετε αν ο θυμός οφείλεται σε ένα επεισόδιο της διάθεσης ή προκύπτει από το ίδιο το πρόβλημα. Επιπλέον θα μάθετε να αναγνωρίζετε τα στρεσσογόνα ερεθίσματα και θα ελέγχετε καλύτερα την πορεία της διαταραχής σας.

  • Στόχος δεν είναι ποιος θα νικήσει

Μπορεί να σκέφτεστε ‘δεν θα τον αφήσω να βγει από πάνω’, ‘έχω δίκιο και πρέπει να επιβάλω τη γνώμη μου’. Μια εσωτερική ανάγκη να επικρατήσετε σε μια αντιπαράθεση μέχρι τελικής πτώσεως μπορεί να σας εμποδίσει να κάνετε χρήσιμες επιλογές. Ο στόχος σας είναι η βελτίωση της ζωής σας και όχι να υπερισχύσετε παρατείνοντας μια σύγκρουση ή ένα διαπληκτισμό. Αυτό θα σας προστατέψει από μελλοντικές τύψεις ενός παρορμητικού ξεσπάσματος οργής. Όταν ηρεμήσετε θα διαπιστώσετε πως υπάρχουν εναλλακτικές στρατηγικές που δεν καταλήγουν σε ακραίες συμπεριφορές, απογοητεύσεις ή παρεξηγήσεις.

  • Αξιολογήστε τους στόχους της ζωής σας ακόμα κι όταν είστε θυμωμένοι

Η κρίσιμη ερώτηση που θα σας βοηθήσει αν κάνετε στον εαυτό σας είναι: ο θυμός μου είναι χρήσιμος; Με βοηθά να πετύχω έναν επιθυμητό στόχο ή απλά με εμπλέκει σε άλλη μία σύγκρουση; Σκεφτείτε τους ανθρώπους που αγαπάτε. Ζητήστε τη βοήθειά τους μιλώντας τους ειλικρινά για την αλλαγή στη διάθεσή σας.

Τα συναισθήματα του θυμού και του εκνευρισμού είναι συχνά στη διπολική διαταραχή. Η εποικοδομητική διαχείριση των αρνητικών αυτών συναισθημάτων προϋποθέτει την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης, την κατανόηση και την αποδοχή της διαταραχής με στόχο την ψυχοπροφύλαξη και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής.

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Ο βασικός αναπτυξιακός στόχος κατά την εφηβεία είναι η διαμόρφωση μιας ταυτότητας και η επίτευξη ενός επιπέδου αυτονομίας η οποία θα επιτρέψει στο νέο να απομακρυνθεί από την πατρική στέγη αλλά ταυτόχρονα να διατηρήσει μια ζεστή και εποικοδομητική σχέση με τους γονείς.

Οι νέοι σ’ αυτή την περίοδο της ζωής τους έχουν περισσότερο παρά ποτέ ανάγκη για όρια και καθοδήγηση. Είναι σημαντικό οι γονείς να είναι σταθεροί στις αξίες που οι ίδιοι έχουν, έτσι ώστε ο έφηβος να έχει ένα πλαίσιο για να διαμορφώσει τις δικές του. Σε καμία περίπτωση δεν συζητάμε για επιβολή απόψεων, γιατί αυτή μπορεί να οδηγήσει είτε σε μεγαλύτερη αντίδραση και επίθεση είτε σε αναγκαστική υποταγή. Και στις δυο περιπτώσεις ο έφηβος βιώνει ματαίωση και αδυνατεί να δημιουργήσει τον δικό του δρόμο. Ένα πλαίσιο αξιών, όμως, είναι απαραίτητο γιατί βοηθάει τον νέο να μη χαθεί στα τόσα προσφερόμενα πρότυπα (σύμφωνα με τη συστημική θεωρία, ο πολύ μεγάλος αριθμός αντικρουόμενων πληροφοριών «μπλοκάρει» το σύστημα και αυτό δεν επεξεργάζεται καμία πληροφορία). Το γονεϊκό πλαίσιο αξιών του προφέρει μια βάση για να αντιτεθεί και σε συνδυασμό με την ελευθερία έκφρασης, να δημιουργήσει την δική του ταυτότητα. Οι γονείς από την άλλη δεν θα πρέπει να φοβηθούν να αντιταχθούν στις επιθέσεις και αμφισβητήσεις του νέου, γιατί θα πρέπει να μη ξεχνάνε ότι αυτή η αμφισβήτηση δεν απευθύνεται στους ίδιους σαν πρόσωπα, αλλά στον ρόλο τους ως γονείς.

Η ωριμότητα των γονέων αλλά και η καλή μεταξύ τους σχέση είναι καλοί δείκτες της ανεξαρτητοποίησης του παιδιού τους. Συχνά σε περιόδους κρίσης, η ενότητα του ζευγαριού στηρίζεται στην ύπαρξη και τη φροντίδα του παιδιού τους. Έτσι η αυτονόμηση του παιδιού αναπόφευκτα φέρνει τους συντρόφους αντιμέτωπους με μια νέα πραγματικότητα στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται αυτός ο «απορροφητήρας κρίσεων». Προκειμένου να αποφευχθεί η διάλυση της οικογένειας το παιδί μπορεί να αναβάλλει επ’ αόριστον την ανεξαρτητοποίηση του. Για παράδειγμα, σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να το παιδί να εκδηλώσει κάποια διατροφική διαταραχή (σύνηθες φαινόμενο στην εφηβική ηλικία) για να έχει πάντα ανάγκη τη μητέρα – τροφό.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι έφηβοι στο τελευταίο στάδιο παραμονής τους στην πατρική οικογένεια έχουν ανάγκη από όρια, καθοδήγηση αλλά και ελευθερία λόγου και σκέψης έτσι ώστε να διαμορφώσουν την δική τους ταυτότητα. Έχουν ανάγκη από ένα ισχυρό πρότυπο με το οποίο θα παλέψουν για να μπορέσουν να βρουν τον δικό τους δρόμο. Αυτό το πρότυπο μπορούν να τους το προσφέρουν μόνο γονείς ώριμοι, με δικές τους αξίες και αρχές, που θέλουν πραγματικά να προσφέρουν έναν ευτυχισμένο και ανεξάρτητο άνθρωπο στην κοινωνία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Παπαδιώτη – Αθανασίου Β. Οικογένεια και όρια Συστημική προσέγγιση, 2006 Εκδ. Ελληνικά Γράμματα

Αλεξία Ζήση

Ψυχολόγος - Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πιστοποιημένη κάτοχος EuroPsy

M.Sc. Ερευνητικές Μέθοδοι Ψυχολογίας (Lancaster University)

B.A. Ψυχολογίας (Deree College και Ε.Κ.Π.Α.)

Ο βασικός αναπτυξιακός στόχος κατά την εφηβεία είναι η διαμόρφωση μιας ταυτότητας και η επίτευξη ενός επιπέδου αυτονομίας η οποία θα επιτρέψει στο νέο να απομακρυνθεί από την πατρική στέγη αλλά ταυτόχρονα να διατηρήσει μια ζεστή και εποικοδομητική σχέση με τους γονείς.

 

Οι νέοι σ’ αυτή την περίοδο της ζωής τους έχουν περισσότερο παρά ποτέ ανάγκη για όρια και καθοδήγηση. Είναι σημαντικό οι γονείς να είναι σταθεροί στις αξίες που οι ίδιοι έχουν, έτσι ώστε ο έφηβος να έχει ένα πλαίσιο για να διαμορφώσει τις δικές του. Σε καμία περίπτωση δεν συζητάμε για επιβολή απόψεων, γιατί αυτή μπορεί να οδηγήσει είτε σε μεγαλύτερη αντίδραση και επίθεση είτε σε αναγκαστική υποταγή. Και στις δυο περιπτώσεις ο έφηβος βιώνει ματαίωση και αδυνατεί να δημιουργήσει τον δικό του δρόμο. Ένα πλαίσιο αξιών, όμως, είναι απαραίτητο γιατί βοηθάει τον νέο να μη χαθεί στα τόσα προσφερόμενα πρότυπα (σύμφωνα με τη συστημική θεωρία, ο πολύ μεγάλος αριθμός αντικρουόμενων πληροφοριών «μπλοκάρει» το σύστημα και αυτό δεν επεξεργάζεται καμία πληροφορία). Το γονεϊκό πλαίσιο αξιών του προφέρει μια βάση για να αντιτεθεί και σε συνδυασμό με την ελευθερία έκφρασης, να δημιουργήσει την δική του ταυτότητα. Οι γονείς από την άλλη δεν θα πρέπει να φοβηθούν να αντιταχθούν στις επιθέσεις και αμφισβητήσεις του νέου, γιατί θα πρέπει να μη ξεχνάνε ότι αυτή η αμφισβήτηση δεν απευθύνεται στους ίδιους σαν πρόσωπα, αλλά στον ρόλο τους ως γονείς.

 

Η ωριμότητα των γονέων αλλά και η καλή μεταξύ τους σχέση είναι καλοί δείκτες της ανεξαρτητοποίησης του παιδιού τους. Συχνά σε περιόδους κρίσης, η ενότητα του ζευγαριού στηρίζεται στην ύπαρξη και τη φροντίδα του παιδιού τους. Έτσι η αυτονόμηση του παιδιού αναπόφευκτα φέρνει τους συντρόφους αντιμέτωπους με μια νέα πραγματικότητα στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται αυτός ο «απορροφητήρας κρίσεων». Προκειμένου να αποφευχθεί η διάλυση της οικογένειας το παιδί μπορεί να αναβάλλει επ’ αόριστον την ανεξαρτητοποίηση του. Για παράδειγμα, σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να το παιδί να εκδηλώσει κάποια διατροφική διαταραχή (σύνηθες φαινόμενο στην εφηβική ηλικία) για να έχει πάντα ανάγκη τη μητέρα – τροφό.

 

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι έφηβοι στο τελευταίο στάδιο παραμονής τους στην πατρική οικογένεια έχουν ανάγκη από όρια, καθοδήγηση αλλά και ελευθερία λόγου και σκέψης έτσι ώστε να διαμορφώσουν την δική τους ταυτότητα. Έχουν ανάγκη από ένα ισχυρό πρότυπο με το οποίο θα παλέψουν για να μπορέσουν να βρουν τον δικό τους δρόμο. Αυτό το πρότυπο μπορούν να τους το προσφέρουν μόνο γονείς ώριμοι, με δικές τους αξίες και αρχές, που θέλουν πραγματικά να προσφέρουν έναν ευτυχισμένο και ανεξάρτητο άνθρωπο στην κοινωνία.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Παπαδιώτη – Αθανασίου Β. Οικογένεια και όρια Συστημική προσέγγιση, 2006 Εκδ. Ελληνικά Γράμματα

 

Αλεξία Ζήση

Ψυχολόγος - Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πιστοποιημένη κάτοχος EuroPsy

M.Sc. Ερευνητικές Μέθοδοι Ψυχολογίας (Lancaster University)

B.A. Ψυχολογίας (Deree College και Ε.Κ.Π.Α.)

Ο παιδικός σταθμός, στις μέρες μας, είναι κάτι το αναγκαίο για την οικογένεια. Αποτελεί, αφενός μια καλή λύση στο πρόβλημα της φύλαξης και περιποίησης του παιδιού τις ώρες που εργάζονται οι γονείς και αφετέρου προσφέρει στο ίδιο το παιδί ερεθίσματα και δυνατότητες κοινωνικές/γνωστικές/συναισθηματικές που προάγουν την ανάπτυξή του συνολικά.

 

Για παράδειγμα, αποτελεί ένα μέσο κοινωνικοποίησης, όπου το παιδί έρχεται σε επαφή με συνομήλικους αλλά και ενηλίκους, οι οποίοι δεν αποτελούν το στενό οικογενειακό του περιβάλλον. Έτσι, του δίνεται η δυνατότητα να αναπτύξει νέες δεξιότητες προκειμένου να επικοινωνήσει με αυτά τα «νέα» άτομα.

 

Επιπλέον, μέσα από το παιδαγωγικό πρόγραμμα, τις διάφορες δραστηριότητες και το παιχνίδι ενισχύεται η γλωσσική, συναισθηματική και σωματική του ανάπτυξη.

 

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το παιδί ωφελείται πολύπλευρα από τη συστηματική προσχολική εκπαίδευση.

 

Πώς επιλέγω τον «κατάλληλο» παιδικό σταθμό;

Η επιλογή του κατάλληλου παιδικού σταθμού είναι μια προσωπική υπόθεση κάθε γονέα. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να πούμε πώς υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που πρέπει να ικανοποιούνται από την επιλογή μας αυτή.

 

Για παράδειγμα, χρειάζεται το σχολείο που θα επιλέξουμε να μας εμπνέει ασφάλεια κι εμπιστοσύνη. Πρέπει να νιώθουμε ότι «αφήνουμε» τα παιδιά μας σε έναν χώρο, όπου δεν κινδυνεύουν να χτυπήσουν, είναι καθαρός και υπάρχουν άτομα εκεί μέσα (προσωπικό & παιδαγωγοί) που είναι υπεύθυνα.

 

Άλλο σημαντικό κριτήριο είναι να αποτελεί ένα περιβάλλον, όπου παρέχει στοργή κι αγάπη. Τα παιδιά χρειάζεται να νιώσουν αντίστοιχη ζεστασιά κι αγάπη με αυτήν που βιώνουν στο σπίτι τους.

 

Παρ’ όλη την ασφάλεια που θα παρέχει το σχολείο, βέβαια, χρειάζεται να αφήνει στο παιδί ελευθερία κινήσεων και να το ωθεί προς την αυτονομία του. Εξάλλου, ασφάλεια δε σημαίνει περιορισμός.

 

Παρέα με όλα τα παραπάνω, ο παιδικός σταθμός είναι ένας τόπος μάθησης (γνωστικής & κοινωνικής), ψυχαγωγίας και παιχνιδιούˑ συστατικά απαραίτητα για την εξέλιξη κάθε παιδιού.

 

Πρακτικές Συμβουλές

  • Συζητήστε με φίλους και συγγενείς για τις δικές τους εμπειρίες.
  • Προτιμήστε ένα σταθμό που βρίσκεται κοντά στην περιοχή σας, ώστε να είναι άμεση η πρόσβαση σε περίπτωση μελλοντικής ασθένειας. Επιπρόσθετα, οι φίλοι που θα αποκτήσει θα βρίσκονται στην περιοχή και θα μπορεί πιο εύκολα να τους δει κι εκτός σχολείου.
  • Αρχικά, τηλεφωνήστε στους παιδικούς της περιοχή σας κι ενημερωθείτε για το ωράριο, τις ηλικίες που δέχονται, το φαγητό, το μέσο μεταφοράς.
  • Αφού ξεχωρίσετε τους σταθμούς που σας ενδιαφέρουν, επισκεφτείτε τους. Ρωτήστε τον υπεύθυνο του χώρου ό, τι απορία σας έχει δημιουργηθεί, ώστε να νιώσετε άνετα (π.χ. πόσα παιδιά βρίσκονται σε μία τάξη; ποια είναι η αναλογία παιδιών – εκπαιδευτικών;)
  • Εμπιστευτείτε το συναίσθημά σας. Πώς νιώσατε κατά την επίσκεψή σας και τη συνομιλία σας με τον υπεύθυνο του σταθμού; Πώς ήταν το γενικότερο κλίμα;

 

Η επιλογή του παιδικού σταθμού είναι μια πολύ σημαντική υπόθεση, τόσο για το ίδιο το παιδί όσο και για τον γονέα, καθώς ο χώρος αυτός θα αποτελέσει το «δεύτερο σπίτι» του παιδιού. Θα πρέπει, λοιπόν, να είναι το ίδιο ασφαλής κι ευχάριστος, ώστε να βοηθήσει το παιδί να αναπτυχθεί, να εξελιχθεί και να το οδηγήσει προς την αυτονόμησή του.

 

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Το άγχος της μοναξιάς έχει δύο όψεις. Από τη μία μας κινητοποιεί να αναζητήσουμε συντροφιά ή να σχετιστούμε πιο ισορροπημένα με το σύντροφό μας, και από την άλλη μπορεί να μας αποτρέψει από την επιλογή ενός υγιούς χωρισμού.

Στη θετική λοιπόν πλευρά προσπαθούμε να ικανοποιήσουμε την ανάγκη μας για συναισθηματική εγγύτητα. Οι σχέσεις μας παρέχουν ηρεμία και ασφάλεια. Η ζωή μας αποκτά νόημα όταν κάποιος νοιάζεται για μας. Όταν η σχέση μας απειλείται νιώθουμε δυσάρεστα, χάνουμε την αίσθηση ελέγχου που χρειαζόμαστε για την ευημερία μας, ενώ κινητοποιούμαστε να την επανορθώσουμε ή να αναζητήσουμε μια νέα. Ο επικείμενος χωρισμός μας προκαλεί άγχος. Έτσι, στις σχέσεις το άγχος της μοναξιάς μας προστατεύει από τον κίνδυνο. Έναν κίνδυνο που σχετίζεται με την επιβίωση.

Ενώ στην αρνητική – δυσλειτουργική πλευρά το υπερβολικό άγχος της μοναξιάς μπορεί να μας εμποδίσει να αναγνωρίσουμε και να φροντίσουμε τις ανάγκες μας όταν χρειάζεται. Ιδιαίτερα αν έχουμε βιώσει μια εγκατάλειψη στο παρελθόν ο αγώνας για ασφάλεια μπορεί να γίνει καταστροφικός.

Το άτομο που φοβάται το χωρισμό μπορεί να υιοθετήσει μια εξαρτημένη συμπεριφορά. Να γαντζωθεί πάνω στον άλλο. Ωστόσο το εξαρτημένο άτομο συνήθως πιστεύει ότι δεν αξίζει αγάπη και υποστήριξη. Νιώθει κενό το οποίο προσπαθεί να αναπληρώσει με την επιλογή του συντρόφου. Και συχνά καταλήγει να δημιουργεί οποιοδήποτε είδος σχέσης για να αποφεύγει να αντιμετωπίζει τον πόνο της μοναξιάς, ακόμα κι αν αυτή η σχέση του είναι αρρωστημένη ή δυσλειτουργική. Ή από φόβο μη διαλυθεί η σχέση του, αποφεύγει συστηματικά να συζητήσει ή να διαπραγματευτεί τις απογοητεύσεις που βιώνει.

Ή μπορεί να αποφεύγει τις σχέσεις σε μια προσπάθεια αποφυγής του πόνου. Να φοβάται να δεθεί συναισθηματικά με ένα άλλο άτομο από φόβο μήπως νιώσει απόρριψη και εγκατάλειψη. Μπορεί να έχει προδοθεί από τους ανθρώπους και να περιμένει ότι θα τον προδώσουν ξανά. Η αποφυγή ωστόσο συνοδεύεται από μια αίσθηση απομόνωσης και θλίψης. Καθώς και από μια περιορισμένη ικανότητα εξερεύνησης ή διαφοροποίησης εσωτερικών εμπειριών. Ο ψυχολογικός τοίχος που κάποτε προστάτευε το άτομο, γίνεται εμπόδιο, εχθρός. Και τον καταδικάζει στη δυσπιστία και στην απάθεια. Ή μπορεί το άγχος να εκδηλώνεται με θυμό. Ο θυμός εδώ είναι ένα δευτερογενές συναίσθημα: πίσω από το θυμό υπάρχει ο φόβος της μοναξιάς και της απόρριψης.

Είμαστε πλάσματα της συντροφικότητας, και επιθυμούμε την ικανοποίηση που μας προσφέρουν οι σχέσεις. Όταν όμως έχουμε υπερβολική ανάγκη τους άλλους, όταν φοβόμαστε τη μοναξιά και την εγκατάλειψη, δυσκολευόμαστε να επιβιώσουμε μόνοι μας. Η ευαλωτότητα και ο πόνος που σχετίζονται με την απογοήτευση που βιώσαμε στο παρελθόν ή φοβόμαστε πως θα βιώσουμε στο μέλλον, μας οδηγούν στο να οργανώνουμε τη ζωή μας έτσι ώστε να αποφύγουμε την αντιμετώπιση παρόμοιων συναισθημάτων και αναγκών.

Είναι σημαντικό να αισθανόμαστε άνεση, σιγουριά όταν βρισκόμαστε μόνοι με τον εαυτό μας. Μόνο όταν σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας αντλούμε μια πραγματική αίσθηση του ποιοι πραγματικά είμαστε. Μόνο αυτό μπορεί να μας δώσει μια διαρκή πληρότητα. Όσο βασιζόμαστε στους άλλους για να καλύψουμε το φόβο της απόρριψης και της εγκατάλειψης, τόσο η ισορροπία αυτή θα είναι εύθραυστη. Η μοναξιά, η οποία είναι απαλλαγμένη από φόβους, και εσωτερικές συγκρούσεις είναι η μοναδική μορφή της πραγματικής αυτονομίας.

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

«Η αυτοεκτίμηση είναι ιδέα, στάση, συναίσθημα, εικόνα και εξωτερικεύεται με τη συμπεριφορά.»

  V. Satir

Η αυτοεκτίμηση είναι μέγεθος μεταβλητό. Αυτό σημαίνει ότι ανάλογα με τις συνθήκες αλλά και με τον τρόπο με το οποίο σκεφτόμαστε, ενισχύεται ή κλονίζεται. Αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας, αλλάζουμε τον τρόπο με τον οποίο αισθανόμαστε για τον εαυτό μας.

Αυτοεκτίμηση και εγωισμός

Η αυτοεκτίμηση προϋποθέτει αναγνώριση της μοναδικότητας του ατόμου.

Εκτιμώ τον εαυτό μου σημαίνει τον φροντίζω, τον αγαπώ, αναλαμβάνω την ευθύνη των πράξεων μου, γίνομαι ο γονέας του εαυτού μου. Όταν δίνω αξία στον εαυτό μου, τότε μπορώ να εκτιμήσω και την αξία των άλλων.

Πολλοί άνθρωποι συγχέουν την αυτοεκτίμηση με τον εγωισμό. Ο εγωισμός εμπεριέχει μια έννοια σύγκρισης με κάποιον άλλο. Αντίθετα η αυτοεκτίμηση είναι μια θέση.

Στην προσπάθειά μας για ειρηνική συμβίωση, μαθαίνουμε να αγαπάμε τους άλλους πριν προλάβουμε να μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας. Αυτό όμως, σύμφωνα με την Satir, οδηγεί σε υποτίμηση του εαυτού γιατί ένας άνθρωπος που δεν δίνει αξία στον εαυτό του, περιμένει από τους άλλους να το κάνουν για αυτόν.

Αυτοεκτίμηση και μοναξιά

Οι άνθρωποι που έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, ακριβώς επειδή περιμένουν από τους άλλους να τους δώσουν αξία, μπορούν να θυματοποιηθούν πολύ εύκολα. Στη προσπάθειά τους λοιπόν να προστατευθούν από την εξαπάτηση, απομονώνονται. Χτίζουν προστατευτικά τείχη που τους εμποδίζουν να έρθουν σε ουσιαστική επαφή με τους άλλους και να τους εκτιμήσουν. Έτσι γεννιέται ο φόβος για το μέλλον και για τις ανθρώπινες σχέσεις.

Από την άλλη πλευρά, οι άνθρωποι με υψηλή αυτοεκτίμηση, μπορούν ν’ αναγνωρίσουν την αξία τους, να αποδεχτούν τα συναισθήματά τους και να συμφιλιωθούν με τον εαυτό τους.

Αυτό δε σημαίνει ότι και αυτοί δεν γεύονται απογοητεύσεις, ότι δεν υπάρχουν στιγμές που τα προβλήματα τους φαίνονται δυσβάστακτα, όμως βρίσκουν το κέφι και τη ζωντάνια να συνεχίσουν γιατί αντλούν ενέργεια από την πίστη τους στον ίδιο τους τον εαυτό. Βλέπουν τις δυσκολίες της ζωής σαν πρόσκαιρες κρίσεις από τις οποίες έχουν την ευκαιρία να δημιουργήσουν μια καινούρια δυνατότητα για τους ίδιους.

Έτσι δεν χρειάζεται να κρίνουν τα συναισθήματα τους γιατί αντέχουν να τα εμπεριέχουν στην εικόνα τους, ακόμα και όταν είναι αρνητικά. Δεν χρειάζεται να φοβούνται το μέλλον γιατί ξέρουν ότι μπορούν να επωφεληθούν ακόμα και από τις δυσκολίες. Δεν χρειάζεται να προστατεύονται και να απομονώνονται από τους άλλους γιατί μόνο θετικά έχουν να αποκομίσουν από τις ανθρώπινες σχέσεις.

Όπως πολύ χαρακτηριστικά το θέτει η Satir: «Η συναίσθηση της αξίας του εαυτού, είναι το κλειδί, ο δρόμος για να γίνεις περισσότερο ανθρώπινος, να αποκτήσεις υγεία και ευτυχία, να δημιουργήσεις και να συντηρήσεις ικανοποιητικές σχέσεις και να είσαι ο κατάλληλος άνθρωπος, ο αποδοτικός και υπεύθυνος.»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

«How can I improve my self-esteem» in: kidshelth.org by D’Arcy Lyness, April 2015.

«Πλάθοντας ανθρώπους», Β. Σάτιρ, Εκδόσεις Κέδρος, 1989.

Αλεξία Ζήση

Ψυχολόγος - Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πιστοποιημένη κάτοχος EuroPsy

M.Sc. Ερευνητικές Μέθοδοι Ψυχολογίας (Lancaster University)

B.A. Ψυχολογίας (Deree College και Ε.Κ.Π.Α.)

Ευτυχία: Το άπιαστο όνειρο ! Ή μήπως όχι;

Θετική Ψυχολογία είναι ο κλάδος της ψυχολογίας ο οποίος ασχολείται με την προαγωγή της ευημερίας και ερευνά τι κάνει τη ζωή άξια βίου. Επηρεασμένη από τους εκπροσώπους της ανθρωπιστικής ψυχολογίας (Rogers, Maslow, Fromm κλπ), η θετική ψυχολογία αναζητά τα δυνατά σημεία των ανθρώπων. Αντίθετα με την κλασική ψυχολογία η οποία εστιάζει στην ψυχική ασθένεια και το σύμπτωμα, η θετική ψυχολογία εστιάζει στη μελέτη των θετικών συναισθημάτων και των χαρακτηριστικών των ευτυχισμένων ανθρώπων.

Ιδρυτής της θετικής ψυχολογίας θεωρείται ο Martin Seligman. Ο Seligman στα πειράματα του για την κατάθλιψη και τα εξαρτημένα αντανακλαστικά, παρατήρησε την έννοια της επίκτητης αδυναμίας. Έτσι σχημάτισε την υπόθεση ότι η ψυχική ασθένεια μπορεί να οφείλεται εν μέρη στην εκλαμβανόμενη αδυναμία ελέγχου μιας κατάστασης.

Αυτό τον οδήγησε στην έρευνα σχετικά με το τι κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους. Ερευνώντας διαχρονικά και διαπολιτισμικά τις αξίες και τις αρετές, τις οποίες θεωρούν οι άνθρωποι σημαντικές, κατέληξε σε πέντε βασικούς πυλώνες από τους οποίους αποτελείται η ευτυχία.

1.  Θετικό συναίσθημα (positive emotion). Εδώ περιλαμβάνεται όχι μόνο η ευτυχία και η χαρά, αλλά και αλλά θετικά συναισθήματα όπως η ανακούφιση, η περηφάνια, η ικανοποίηση. Είναι η ικανότητα του ανθρώπου να βλέπει το παρελθόν με αγαλλίαση, το παρόν με ευχαρίστηση και να ατενίζει το μέλλον με ελπίδα.

2.  Ενασχόληση (engagement). Εδώ αναφερόμαστε στην ενασχόληση με ενδιαφέρουσες δραστηριότητες. Ο Mihaly Csikszentmihalyi, ένας από τους συνιδρυτές αυτής της προσέγγισης, ορίζει την αληθινή ενασχόληση ως «ροή», δηλαδή την χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια ενασχόληση με μια δραστηριότητα, η οποία προκαλεί ένα έντονο συναίσθημα έκστασης.

3.  Σχέσεις (relationships). Όλες οι σχέσεις θεωρούνται βασικές για την επίτευξη της ευτυχίας. Ο Peterson αναφέρει σχετικά ότι όλα γίνονται μέσα στις σχέσεις, οι άνθρωποι, λαμβάνουν, μοιράζονται και διαχέουν θετικότητα μέσα από αυτές.

4.  Νόημα (meaning). Εδώ το νόημα αναφέρεται στον σκοπό και έχει να κάνει με το τι σημαίνει για τον καθένα αυτό που κάνει. Είναι το γιατί το οποίο νοηματοδοτεί τα πάντα. Είναι το κίνητρο πίσω από την όποια προσπάθεια.

5.  Επίτευξη (accomplishment). Εδώ αναφερόμαστε στο κυνήγι της επιτυχίας. Η επίτευξη μπορεί να πυροδοτήσει τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της ευτυχίας.

Σύμφωνα λοιπόν με την θετική ψυχολογία, η ευτυχία είναι κάτι που μπορούμε να φτιάξουμε μόνοι μας, όταν στοχεύσουμε σε αυτήν. Μπορούμε να κάνουμε την ευτυχία τη δική μας αυτοεκπληρούμενη προφητεία, έχοντας μια θετική στάση απέναντι στη ζωή, φτιάχνοντας «ζωντανές» σχέσεις, παραμένοντας ενεργοί, και δίνοντας νόημα σε κάθε μας ενασχόληση. Όπως το θέτει και ο Mihaly Csikszentmihalyi :

“Η χαρούμενη ζωή είναι μια ατομική δημιουργία που δεν μπορεί να αντιγραφεί από μία συνταγή”

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-    Seligman and Csikszentmihalyi 2000, in www.en.wikipedia.org/wiki/Martin_Seligman

-    www.positive emotions.gr

-    www.dip88.blogspot.gr/2014/07/positivepsychology-flow.html.

Αλεξία Ζήση

Ψυχολόγος - Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πιστοποιημένη κάτοχος EuroPsy

M.Sc. Ερευνητικές Μέθοδοι Ψυχολογίας (Lancaster University)

B.A. Ψυχολογίας (Deree College και Ε.Κ.Π.Α.)

Επικοινωνία

Βασιλίσσης Σοφίας 54

Ιλίσια / Αθήνα

Τ: +30 210 72 22 214
F: +30 210 72 22 282

email: [email protected], [email protected]