Όπως ο Andrew Solomon στο βιβλίο του αναλύει την «ανατομία της κατάθλιψης», το να ζει κάποιος με αυτό το βίωμα έχει δύο όψεις. Από τη μία είναι η στέρηση της χαράς, η απελπισία, κάποιες φορές το σκοτάδι. Από την άλλη όμως είναι όλα όσα κερδίζει κάποιος μέσα από αυτή την εμπειρία. Η κατάθλιψη, μια από τις πλέον συχνές ψυχικές διαταραχές, φέρνει το άτομο αντιμέτωπο με μια μεγάλη πρόκληση. Να βρει το ψυχικό θάρρος και τη δύναμη να αναζητήσει ένα νόημα για τη ζωή του. Να βρει ένα σκοπό για τον οποίο αξίζει να ζει. Είτε είναι αυτό αλτρουισμός, είτε δημιουργικότητα, ή παραγωγικότητα.

Κανείς δεν επιλέγει την κατάθλιψή του. Ούτε αγαπά τις αντιξοότητες της ζωής και τις κακουχίες. Μπορεί ωστόσο το άτομο να αναζητήσει την ταυτότητά του μέσα από τις αρνητικές εμπειρίες. Τα βιώματα είναι αυτά που σμιλεύουν την προσωπικότητα. Και η νέα ταυτότητα μπορεί να τον σώσει από την κατάθλιψη. Οι προσωπικές κρίσεις και οι δύσκολες καταστάσεις αποτελούν παράγοντες που ο άνθρωπος δεν μπορεί πάντα να ελέγξει. Αυτό που μπορεί να ελέγξει είναι το πώς θα αντιδράσει. Καθώς και το να επιλέξει να μετατρέψει την απόγνωση σε κάτι εποικοδομητικό.

Πως γίνεται να βρίσκουν οι άνθρωποι νόημα στην κατάθλιψη;

Πως μπορούν να διατηρήσουν την αισιοδοξία τους όταν οι συνθήκες είναι τραγικές;

Στην κατάθλιψη η ποικιλία και η ζωτικότητα των δυνατοτήτων ορισμένων ανθρώπων εξαντλούνται. Μπορεί να νιώθουν ένα εσωτερικό κενό. Κι αυτό τους εξαντλεί ψυχικά, τους αδειάζει. Το αντίθετο της κατάθλιψης είναι η ζωτικότητα. Το κίνητρο που επιτρέπει στους ανθρώπους να συνεχίζουν να προσπαθούν, να εξελίσσουν τον εαυτό τους. Να αλλάζουν προς το καλύτερο με το να κατακτούν νέα επίπεδα ωριμότητας, υπευθυνότητας, συμπόνοιας. Κάτι που θα ήταν ανέφικτο αν αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν βιώσει πόνο. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι το πάσχειν είναι απαραίτητο. Αλλά αντλούν δύναμη από τις προκλήσεις, από τα τραύματά τους, από την επαφή με τα οδυνηρά συναισθήματά τους. Γίνονται ανθεκτικοί και θαρραλέοι. Είναι σε θέση να αναγνωρίζουν και να κατανοούν τη θέση στην οποία βρίσκονται οι γύρω τους. Το δικό τους βίωμα ενισχύει την ικανότητά τους να τους υποστηρίζουν. Αποκτούν δύναμη αλλά και την προσφέρουν. Το βαθύ νόημα της ζωής αφορά τη σύνδεση με κάτι έξω από τον εαυτό τους, όπως η αγάπη για ένα σκοπό, για έναν άνθρωπο. Κι έτσι δεν είναι μόνοι.

Οι άνθρωποι που καταφέρνουν να αντιμετωπίζουν την κατάθλιψη επιλέγουν το νόημά τους. Διαθέτουν αυξημένη επίγνωση της χαράς που μπορούν να τους δώσουν μικρά καθημερινά και απλά πράγματα. Μαθαίνουν να εκτιμούν ότι καλό υπάρχει στη ζωή τους και το διεκδικούν. Το να κερδίζουν την αισιοδοξία τους είναι επιβραβευτικό για τον εαυτό τους, ώστε να συνεχίσουν να ανακαλύπτουν αυτό που θα τους πάει εκεί που θέλουν.

«Μισώ αυτά τα συναισθήματα, αλλά ξέρω ότι με έχουν κάνει να ερευνήσω βαθύτερα τη ζωή μου, να βρω λόγους για να ζήσω. Κάθε μέρα, επιλέγω, άλλοτε ανέμελα και άλλοτε ενάντια στη διάθεση της στιγμής, να μείνω ζωντανός. Δεν είναι αυτό μια σπάνια χαρά;»

Βιβλιογραφία

Andrew, S. (2004). Ο δαίμων της μεσημβρίας. Μια ανατομία της κατάθλιψης. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Φράνκλ, Β.Ε. (2018). Το νόημα της ζωής. Εκδόσεις Ψυχογιός

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Συνεργάτης του Ψυχοθεραπευτικού Κέντρου – Πολυχώρου Animus Corpus

Όπως ο Andrew Solomon στο βιβλίο του αναλύει την «ανατομία της κατάθλιψης», το να ζει κάποιος με αυτό το βίωμα έχει δύο όψεις. Από τη μία είναι η στέρηση της χαράς, η απελπισία, κάποιες φορές το σκοτάδι. Από την άλλη όμως είναι όλα όσα κερδίζει κάποιος μέσα από αυτή την εμπειρία. Η κατάθλιψη, μια από τις πλέον συχνές ψυχικές διαταραχές, φέρνει το άτομο αντιμέτωπο με μια μεγάλη πρόκληση. Να βρει το ψυχικό θάρρος και τη δύναμη να αναζητήσει ένα νόημα για τη ζωή του. Να βρει ένα σκοπό για τον οποίο αξίζει να ζει. Είτε είναι αυτό αλτρουισμός, είτε δημιουργικότητα, ή παραγωγικότητα.

Κανείς δεν επιλέγει την κατάθλιψή του. Ούτε αγαπά τις αντιξοότητες της ζωής και τις κακουχίες. Μπορεί ωστόσο το άτομο να αναζητήσει την ταυτότητά του μέσα από τις αρνητικές εμπειρίες. Τα βιώματα είναι αυτά που σμιλεύουν την προσωπικότητα. Και η νέα ταυτότητα μπορεί να τον σώσει από την κατάθλιψη. Οι προσωπικές κρίσεις και οι δύσκολες καταστάσεις αποτελούν παράγοντες που ο άνθρωπος δεν μπορεί πάντα να ελέγξει. Αυτό που μπορεί να ελέγξει είναι το πώς θα αντιδράσει. Καθώς και το να επιλέξει να μετατρέψει την απόγνωση σε κάτι εποικοδομητικό.

Πως γίνεται να βρίσκουν οι άνθρωποι νόημα στην κατάθλιψη;

Πως μπορούν να διατηρήσουν την αισιοδοξία τους όταν οι συνθήκες είναι τραγικές;

Στην κατάθλιψη η ποικιλία και η ζωτικότητα των δυνατοτήτων ορισμένων ανθρώπων εξαντλούνται. Μπορεί να νιώθουν ένα εσωτερικό κενό. Κι αυτό τους εξαντλεί ψυχικά, τους αδειάζει. Το αντίθετο της κατάθλιψης είναι η ζωτικότητα. Το κίνητρο που επιτρέπει στους ανθρώπους να συνεχίζουν να προσπαθούν, να εξελίσσουν τον εαυτό τους. Να αλλάζουν προς το καλύτερο με το να κατακτούν νέα επίπεδα ωριμότητας, υπευθυνότητας, συμπόνοιας. Κάτι που θα ήταν ανέφικτο αν αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν βιώσει πόνο. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι το πάσχειν είναι απαραίτητο. Αλλά αντλούν δύναμη από τις προκλήσεις, από τα τραύματά τους, από την επαφή με τα οδυνηρά συναισθήματά τους. Γίνονται ανθεκτικοί και θαρραλέοι. Είναι σε θέση να αναγνωρίζουν και να κατανοούν τη θέση στην οποία βρίσκονται οι γύρω τους. Το δικό τους βίωμα ενισχύει την ικανότητά τους να τους υποστηρίζουν. Αποκτούν δύναμη αλλά και την προσφέρουν. Το βαθύ νόημα της ζωής αφορά τη σύνδεση με κάτι έξω από τον εαυτό τους, όπως η αγάπη για ένα σκοπό, για έναν άνθρωπο. Κι έτσι δεν είναι μόνοι.

Οι άνθρωποι που καταφέρνουν να αντιμετωπίζουν την κατάθλιψη επιλέγουν το νόημά τους. Διαθέτουν αυξημένη επίγνωση της χαράς που μπορούν να τους δώσουν μικρά καθημερινά και απλά πράγματα. Μαθαίνουν να εκτιμούν ότι καλό υπάρχει στη ζωή τους και το διεκδικούν. Το να κερδίζουν την αισιοδοξία τους είναι επιβραβευτικό για τον εαυτό τους, ώστε να συνεχίσουν να ανακαλύπτουν αυτό που θα τους πάει εκεί που θέλουν.

«Μισώ αυτά τα συναισθήματα, αλλά ξέρω ότι με έχουν κάνει να ερευνήσω βαθύτερα τη ζωή μου, να βρω λόγους για να ζήσω. Κάθε μέρα, επιλέγω, άλλοτε ανέμελα και άλλοτε ενάντια στη διάθεση της στιγμής, να μείνω ζωντανός. Δεν είναι αυτό μια σπάνια χαρά;»

Βιβλιογραφία

Andrew, S. (2004). Ο δαίμων της μεσημβρίας. Μια ανατομία της κατάθλιψης. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Φράνκλ, Β.Ε. (2018). Το νόημα της ζωής. Εκδόσεις Ψυχογιός

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Συνεργάτης του Ψυχοθεραπευτικού Κέντρου – Πολυχώρου Animus Corpus

Είναι πολλοί οι άνθρωποι στην καθημερινότητα που όταν ερωτηθούν «πώς είσαι σήμερα»; Απαντούν συχνά με ένα τυπικό «ε…καλά». Δεν πρόκειται για μία τυπική απάντηση… πραγματικά νιώθουν καλά, διότι έχουν συνηθίσει το «μέτρια» ως καλά. Αν έπρεπε να αποδώσουμε ένα χρώμα στη διάθεση που νιώθουν συχνότερα, ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο, αυτό θα ήταν προφανώς το γκρι χρώμα…

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι πολλοί άνθρωποι έχουν συνηθίσει να θεωρούν το γκρι χρώμα της συναισθηματικής τους διάθεσης ως φυσικό, σαν το «άσπρο» της χαράς που πιστεύουν ότι βιώνει ο κάθε άνθρωπος. Μπορούμε να φανταστούμε συνήθως μόνο αυτά που έχουμε ζήσει, όχι αυτά που δεν έχουμε βιώσει.

Λέγεται ότι τα πουλιά που έχουν μεγαλώσει μέσα σε ένα κλουβί, μπορεί να μάθουν να θεωρούν το πέταγμα ως κάτι μη φυσικό… Κι αν κάποιος αφήσει την πόρτα του κλουβιού ανοιχτή, είναι πιθανό να μη θέλουν να βγουν από αυτό και να πετάξουν… Το κλουβί δίνει μια κάποια ασφάλεια… και το καινούριο εμπεριέχει ένα ρίσκο.

Αν πετάξεις… πρέπει να ξέρεις που να πας… αυτό τουλάχιστον πιστεύει ένας άνθρωπος με «γκρι» διάθεση… Δεν έχει συνηθίσει να έχει πολλές επιλογές οι οποίες σημαίνουν πραγματική ελευθερία… Αντίθετα μπορεί να έχει μάθει να υπακούει σε πολλά πρέπει, τα οποία νιώθει ότι αν τα επιτυγχάνει συνεχώς, κάποτε ίσως… το γκρι της διάθεσης θα γίνει άσπρο.

Δεν πρέπει να μας παραξενεύει σαν γεγονός αν σκεφτούμε ότι για πολλά χρόνια μεγάλωναν γενιές ανθρώπων με την πεποίθηση στο μυαλό τους ότι η γη είναι επίπεδη… Μόνο τότε μπορούμε να αντιληφθούμε τον φόβο των πληρωμάτων του Χριστόφορου Κολόμβου ότι θα έπεφταν στο κενό όταν έφταναν στην άκρη της γης.

Πραγματικότητα είναι για το μυαλό μας, ό,τι διδασκόμαστε από τους γονείς μας και το πιθανότερο είναι ότι δε θα προσπαθήσουμε ή και θα αντισταθούμε να το εξετάσουμε ή να το αμφισβητήσουμε. Πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν να φύγουν από τα πρέπει ή τις συμπεριφορές που υιοθετούν κάθε μέρα, διότι είναι πολύ πιθανό ότι θα νιώσουν ενοχές αν αλλάξουν κάτι σε αυτές, και αυτό επιβαρύνει άμεσα τη διάθεσή τους. Έτσι οι άνθρωποι αυτοί, δικαιολογημένα, όσο και να ακούνε άλλους να τους λένε το αντίθετο, θα λένε ότι η δική τους κατάστασή είναι διαφορετική.

Τα κάγκελα του δικού τους κλουβιού είναι πραγματικά και οι άλλοι απλά… δεν μπορούν να το κατανοήσουν αυτό! Πρόκειται για μία κατάσταση που άλλοτε την ονομάζουμε δυσθυμία, άλλοτε απλώς μελαγχολία ή μία συνεχή κακή συναισθηματική διάθεση. Αν ερωτηθούν αυτοί οι άνθρωποι γιατί δεν κάνουν ταξίδια, χόμπι, βόλτες με φίλους, συνήθως λένε «μα φταίνε τα κάγκελα του κλουβιού, αλλά δεν μπορείς να τα δεις εσύ».

Είναι πιθανό να νιώθουν κάποια συναισθήματα ευχαρίστησης ή ικανοποίησης, πολύ λίγα όμως συγκριτικά με τα όσα θα μπορούσαν να ζήσουν… Αυτά τα λίγα όμως είναι η δική τους απεικόνιση της Ευτυχίας.

«Ανακαλύπτουμε τα κενά μας μόνο όταν τα γεμίζουμε» έλεγε ένας σπουδαίος ποιητής. Όταν τέτοιοι άνθρωποι ακούσουν ότι η καθημερινή χαρούμενη διάθεση είναι εφικτή και ότι αυτό το επιτυγχάνουν πολλοί, εκπλήσσονται. Εκπλήσσονται και όταν ακούν ότι η χαρούμενη διάθεση έχει επίπεδα. Ίσως εκπλήσσονται διότι νομίζουν ότι πολλοί ευτυχισμένοι άνθρωποι δε μεγάλωσαν ποτέ μέσα σε ένα κλουβί… αλλά ότι οι εξωτερικοί παράγοντες ήρθαν όλοι ευνοϊκοί σε εκείνους.

Στην πραγματικότητα οι ευτυχισμένοι άνθρωποι ξεκινούν από την αναγνώριση ότι το κλουβί είναι φτιαγμένο από κάποιον, όπως και τα πρέπει και οι συμπεριφορές που μαθαίνουμε… Το μυστικό είναι να μπορούμε να αμφισβητούμε και να αναρωτιόμαστε πάνω στα πρέπει, τις συμπεριφορές μας, τις ικανότητες που μας αναγνώρισε κάποιος. Είναι πολύ σημαντικό ότι πουλιά μεγαλωμένα σε κλουβί δεν εξασκούν το πέταγμα διότι πείστηκαν ότι δε διαθέτουν αυτή την ικανότητα.

Όταν κάποια πουλιά μεγαλώσουν σε κλουβί, το φόβο τους για το πέταγμα μπορούν να τον αντιμετωπίσουν και με άλλους τρόπους. Μπορούν να αρχίσουν να μαζεύουν σπόρους για πολύ καιρό, λέγοντας ότι όταν έχουν πολλούς σπόρους, θα είναι αρκετά δυνατά ώστε να πετάξουν με σιγουριά… Σιγά σιγά όμως η συγκέντρωση των σπόρων γίνεται αυτοσκοπός και μία ιδανική άμυνα ώστε να αναβάλλεται το πέταγμα.

Τα φοβισμένα πουλιά δε νιώθουν ποτέ ότι οι σπόροι είναι αρκετοί, το πέταγμα πάντοτε αναβάλλεται…Ύστερα μπορεί να σκεφτούν ότι αν δυναμώσουν αρκετά τα φτερά τους, δοκιμάζοντας το πέταγμα μέσα στο κλουβί, κάποτε θα πετάξουν έξω από το κλουβί με σιγουριά. Και η άσκηση όμως, όπως και οι σπόροι, μπορεί να γίνει αυτοσκοπός χωρίς τελικά να νικηθούν οι φόβοι. Διότι πάλι, το πουλί αποφεύγει να σκεφτεί το πέταγμα και στρέφει την προσοχή του σε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό.

Αυτό που συμβαίνει στο πουλί είναι ότι αποτυγχάνει να εντοπίσει τον πραγματικό λόγο που δεν πετάει. Οι μηχανισμοί άμυνας θέλουν να εμποδίσουν την αποκάλυψη της αληθινής επώδυνης αιτίας ή οποία δεν είναι άλλη από το γεγονός ότι μέσα του έχει επιλέξει την ασφάλεια. Και έτσι, το μάζεμα των σπόρων, η άσκηση κ.λ.π. είναι οι τρόποι που βρίσκει το μυαλό για να μην ανακαλύψει ότι αυτό που φοβάται είναι να μην χάσει την αίσθηση της ασφάλειας.

Γνωρίζουμε ότι η λογική μας μπορεί να διατηρεί τη διάθεση σταθερά ακμαία… Να την επαναφέρει όταν επηρεάζεται αρνητικά από εξωτερικά ερεθίσματα. Αυτό όμως μπορεί να συμβεί μόνο όταν έχει εκπαιδευθεί να κατανοεί και να ερμηνεύει το υποσυνείδητό μας. Όταν κάτι εξωτερικό μας αγγίζει, αυτό συμβαίνει διότι θίγει κάποια βαθύτερη κρυμμένη ανησυχία μας, αξία πεποίθηση κ.λ.π.

Η διάθεση μπορεί να είναι και πρέπει να είναι κάθε μέρα καλή, το χαμόγελο να υπάρχει κάθε μέρα. Αρκεί να κατανοήσουμε τα πρέπει, τους φόβους ή της ελλείψεις που έχουμε μάθει να πιστεύουμε ότι έχουμε. Τα πουλιά πείστηκαν ότι δεν μπορούν να πετάξουν. Έτσι κι εμείς οι ίδιοι επιτρέπουμε ασυνείδητα να μην μπορούμε να πετάξουμε.

Βακόνδιος Νίκος

Ψυχολόγος

Συνεργάτης του Ψυχοθεραπευτικού Κέντρου – Πολυχώρου Animus Corpus

Ο ρόλος του πατέρα στην ανατροφή του παιδιού, για πολλούς αιώνες παρέμενε απόμακρος έως ανύπαρκτος. Εκτεινόταν από την αποχή από την οικογενειακή ζωή έως στην καλύτερη περίπτωση, την επιβολή της τάξης. Αυτή η οπτική όμως έχει αρχίσει ν’ αλλάζει και στη χώρα μας. Ο πατέρας θέλοντας να αναλάβει έναν πιο ενεργό ρόλο στη ζωή του παιδιού του ανακαλύπτει ότι δεν ξέρει ποιος είναι αυτός!! Πολύ συχνά ψάχνοντας για παράδειγμά αλλά και για να βοηθήσει τη σύντροφό του, αναλαμβάνει δικούς της ρόλους, πράγμα που δημιουργεί σύγχυση και καμία φορά σύγκρουση μέσα στο ζευγάρι. Ο ανταγωνισμός ‘ποιος το κάνει καλύτερα’ δεν βοηθάει τη σχέση του ζευγαριού και οπωσδήποτε δεν προάγει την ψυχική υγεία του παιδιού.

Οι έρευνες συγκλίνουν στη παρατήρηση ότι η σχέση του ζευγαριού πριν τον ερχομό του παιδιού, είναι ένας καλός δείκτης τόσο για τη σχέση του παιδιού με τον κάθε γονέα ξεχωριστά, όσο και για την ισορροπία της τριάδας (πατέρας, μητέρα, παιδί).

Ο ερχομός ενός τρίτου προσώπου στη ζωή του ζευγαριού, προκαλεί μια βαθιά τομή στη σχέση. Εκ των πραγμάτων η μητέρα αποκτά πολύ στενή σχέση με το παιδί και η σχέση του ζευγαριού (ειδικά τον πρώτο καιρό) διασπάται. Ο ρόλος του πατέρα γίνεται πιο περιφερειακός και πολλές φορές μπορεί να αισθανθεί παραγκωνισμένος.

Δυο είναι οι βασικές λειτουργείες που έχει να επιτελέσει ο σύντροφος σε αυτή τη φάση.

  1. Να βοηθήσει την μητέρα στον δυσβάσταχτο φόρτο εργασίας που έχει τον πρώτο καιρό, τόσο με τα πρακτικά θέματα (ξενύχτια, αυξημένες υποχρεώσεις κλπ) όσο και τη συναισθηματική υποστήριξη που χρειάζεται, αποδεχόμενος το νέο μέλος της οικογένειας. Η έμπρακτη υποστήριξη του πατέρα στη στενή συναλλαγή της δυάδας μητέρας – παιδιού, «δικαιώνει» τη μητέρα ως προς την απόφαση που πήραν μαζί με τον σύντροφό της, κάνοντας έτσι τον δεσμό του ζευγαριού ισχυρότερο.
  2. Ο δεύτερος πολύ σημαντικός ρόλος που έχει να επιτελέσει ο σύντροφος τον πρώτο χρόνο της ζωής του παιδιού, είναι να καταφέρει να αποσπάσει σταδιακά τη σύντροφό του από αυτή την πολύ στενή σχέση που έχει με το παιδί. Αυτό είναι θεμελιώδους σημασίας για να αποφευχθεί μια συμβιωτική σχέση μητέρας – παιδιού. Ο πατέρας «υπενθυμίζοντας» στη μητέρα ότι είναι και γυναίκα και σύντροφος, τη βοηθάει να επανενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο και να αναπτύξει και άλλες πτυχές της ζωής της που ίσως παραμελήθηκαν από τον ερχομό του παιδιού.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η γέννηση ενός παιδιού αποτελεί κορυφαία εξελικτική πρόκληση στη ζωή ενός ζευγαριού. Καθώς διασπάται η δυάδα των συντρόφων, νέοι ρόλοι είναι να βρεθούν και νέες προκλήσεις να απαντηθούν. Ο ρόλος της μητέρας – τροφού είναι πιο προφανής και καλύτερα μελετημένος. Από την άλλη ο ρόλος του πατέρα στον πρώτο χρόνο της ζωής του παιδιού, έχει αλλάξει από το παραδοσιακό πρότυπο που τον ήθελε αποστασιοποιημένο και παραμελημένο. Ο νέος πατέρας πρέπει να είναι υποστηρικτικός ως προς τη στενή σχέση μητέρας παιδιού έτσι ώστε να επιβεβαιώνεται και να επιβραβεύεται η κοινή απόφαση του ζευγαριού για την απόκτηση του νέου μέλους, αλλά πρέπει να είναι και ο ενήλικας που θα επαναφέρει τη μητέρα στην ενήλική ζωή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-     Οικογένεια και όρια Συστημική προσέγγιση, Β. Παπαδίωτη-Αθανασίου, 2006. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα

-      Ο ρόλος του πατέρα στην ψυχική ανάπτυξη του παιδιού, Ιανουάριος 2011, www.iatronet.gr

Αλεξία Ζήση

Ψυχολόγος - Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πιστοποιημένη κάτοχος EuroPsy

M.Sc. Ερευνητικές Μέθοδοι Ψυχολογίας (Lancaster University)

B.A. Ψυχολογίας (Deree College και Ε.Κ.Π.Α.)

Η ψύχωση ως μια διαγνωστική ομπρέλα καλύπτει ψυχικές διαταραχές που χαρακτηρίζονται από λανθασμένες πεποιθήσεις, τις οποίες υποστηρίζουν επίμονα οι ασθενείς παρά την αμφισβήτηση και προφανή απόδειξη του αντιθέτου. Οι ασθενείς δεν καταλαβαίνουν ότι νοσούν ενώ είναι πεπεισμένοι ότι δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Η άγνοια της ψυχικής νόσου δεν είναι μια επιλογή που κάνουν τα άτομα αυτά· είναι ένα σύμπτωμα που οφείλεται στη φύση της ίδιας της νόσου.

Η επίγνωση του ατόμου για την ψυχική ασθένειά του είναι σημαντική για το σχεδιασμό της θεραπείας. Όσο πιο έγκαιρα γίνει η διάγνωση και η συμμετοχή του ατόμου στη βιολογική και ψυχοθεραπευτική παρέμβαση τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η διαδικασία της ανάρρωσης. Ωστόσο στην ψύχωση το άτομο αντιστέκεται στη θεραπεία που συστήνεται. Αρνείται να πάρει τα φάρμακά του είτε για την αντιμετώπιση της διαταραχής είτε για την πρόληψη υποτροπής. Η έλλειψη εναισθησίας σχετίζεται με κακή «συμμόρφωση» στη θεραπεία, υποτροπές, και με συχνές νοσηλείες. Οι διαπληκτισμοί μέσα στην οικογένεια είναι συχνοί καθώς ο ασθενής επιμένει και δεν πείθεται να ακολουθήσει τις ιατρικές οδηγίες.

Για να προσεγγίσουμε το αγαπημένο μας πρόσωπο που έχει μια ψυχωτική διαταραχή και να διαχειριστούμε την άρνηση της θεραπείας, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε πως η μειωμένη εναισθησία είναι σύμπτωμα της εγκεφαλικής δυσλειτουργίας που προκαλείται από αυτή τη διαταραχή. Συγκεκριμένα, η έλλειψη εναισθησίας στη σχιζοφρένεια και άλλες ψυχωτικές διαταραχές συνδέεται με δυσλειτουργία του μετωπιαίου λοβού.

Για να βοηθήσουμε λοιπόν κάποιον με ψύχωση ώστε να αναγνωρίσει την ανάγκη του για θεραπεία

  • Είναι σημαντικό να ακούμε αυτά που μας λέει χωρίς να επικρίνουμε
  • Να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα. Η εμπειρία κάθε ατόμου με ψυχική πάθηση είναι μοναδική
  • Να τον ρωτήσουμε για τα συναισθήματά του αντί να διαφωνήσουμε με τις παραληρητικές του ιδέες
  • Να του δείξουμε πως είμαστε σύμμαχοί του και να βρούμε σημεία συμφωνίας. Όπως για παράδειγμα ότι η φαρμακευτική αγωγή τον βοηθά να βελτιώσει τον ύπνο του. Στο κοινό έδαφος που θα βρούμε θα μπορέσουμε να συνεργαστούμε πιο εποικοδομητικά

Η ψυχοεκπαίδευση ως μια εμπειρικά τεκμηριωμένη ψυχοθεραπευτική παρέμβαση αυξάνει την εναισθησία, ενώ ένας από τους βασικούς στόχους της είναι η ενδυνάμωση τόσο του ασθενούς όσο και της οικογένειας.

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Πολύ συχνά οι γονείς εκφράζουν έντονο προβληματισμό που αφορά ένα από τα πιο δύσκολα εγχειρήματα που αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας από το ρόλο τους αυτό. Το δύσκολο αυτό εγχείρημα είναι η επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στην οριοθέτηση της συμπεριφοράς του παιδιού και στην προώθηση της αυτονομίας του. Η προφανής ανησυχία των γονιών εκφράζεται με το ερώτημα κατά πόσο οι κανόνες, τα όρια και οι οδηγίες σχετικά με το τι επιτρέπεται και τι όχι, μπορεί να έχουν αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού. Δεν πρόκειται για αβάσιμο φόβο, αφού όταν οι κανόνες και τα όρια τίθενται με αυστηρότητα και ακαμψία σε απρόσωπο και αυταρχικό τόνο, είναι πιθανό να αναστείλουν τη δημιουργικότητα του παιδιού, να μειώσουν την τάση του να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και να το καταστήσουν παθητικό και εξαρτημένο από τους γονείς. Από την άλλη, η απουσία κανόνων και ορίων στην καθημερινότητα του παιδιού, συμβάλλει στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος χωρίς σταθερά σημεία αναφοράς, κάτι που στερεί στο παιδί την απαιτούμενη ασφάλεια για να πειραματιστεί, να αναπτύξει λειτουργικές συμπεριφορές και να επιτύχει μία ικανοποιητική προσαρμογή τόσο στο οικογενειακό όσο και στο κοινωνικό πλαίσιο. Είναι σημαντικό ο γονιός να γνωρίζει τη χρησιμότητα που έχουν τα όρια στη ζωή του παιδιού και να είναι σε θέση να τα εφαρμόζει έτσι ώστε να μεγιστοποιούνται τα οφέλη τους για την ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού.

Αρχικά, είναι ιδιαίτερα βοηθητικό ο κάθε γονιός να απαντήσει στο ερώτημα «γιατί χρειάζεται να βάλω όρια στο παιδί μου;». Η θέσπιση ορίων αποσκοπεί κυρίως στην προστασία του παιδιού από καταστάσεις και συνθήκες που μπορεί να αποβούν επιβλαβείς για το ίδιο (κρατάω το χέρι ενός μεγάλου όταν περνάω το δρόμο, φοράω ζώνη στο αυτοκίνητο) καθώς και στη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της οικογενειακής ζωής (μαζεύω τα παιχνίδια μου πριν κοιμηθώ, ενημερώνω για την ώρα επιστροφής μου από τη βραδινή έξοδο). Βέβαια, πολλοί είναι οι γονείς που κουβαλούν ακόμη αντιλήψεις, ευρέως διαδεδομένες στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, σύμφωνα με τις οποίες ο γονιός κατέχει μέσα στην οικογένεια ένα ρόλο εξουσίας και το παιδί έχει την υποχρέωση να υπακούει τυφλά στις οδηγίες που του απευθύνει. Στην πραγματικότητα, όμως, όσο ο γονιός επιδιώκει την επίτευξη ισοτιμίας ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας τόσο περισσότερο πιθανό είναι το παιδί να συνεργαστεί κατά τη διαδικασία θέσπισης ορίων και της τήρησης αυτών. Είναι σημαντικό να επισημανθεί εδώ ότι η έννοια της ισοτιμίας δεν ταυτίζεται με την έννοια της ισότητας, αλλά εκφράζει την ανάγκη σεβασμού της διαφορετικότητας ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας (διαφορά ηλικίας, διαφορετικές ικανότητες) και την ανάγκη αποδοχής των επιθυμιών και αναγκών του κάθε μέλους ξεχωριστά.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, είναι εύλογο να συμπεράνει κανείς ότι τα όρια τίθενται ανάλογα με την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκεται το παιδί και μεταβάλλονται ή αίρονται καθώς αυτό μεγαλώνει και περνά σε επόμενο αναπτυξιακό στάδιο (ένας γονιός δεν επιτρέπει στο παιδί του ηλικίας τεσσάρων χρόνων να πάει μόνο του στο πάρκο που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι, το επιτρέπει όμως όταν το παιδί φτάσει στην ηλικία των εφτά χρόνων).

Ένα ακόμη συμπέρασμα αφορά το γεγονός ότι κάποια όρια είναι διαπραγματεύσιμα ενώ άλλα όχι. Τα όρια που στοχεύουν στην παροχή ασφάλειας στο παιδί δε διαπραγματεύονται από τους γονείς (φοράμε πάντα τη ζώνη στο αυτοκίνητο), αντίθετα οι γονείς μπορούν να δεχθούν εξαιρέσεις σε κανόνες που αφορούν στην τήρηση του καθημερινού προγράμματος (το παιδί μπορεί να κοιμηθεί πιο αργά από τη συνηθισμένη ώρα εάν έχει έρθει επίσκεψη ο αγαπημένος του θείος τον οποίο δε βλέπει συχνά).

Από τα παραπάνω συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν κάποιες βασικές κατευθυντήριες αρχές σχετικά με το πώς μπορεί κάποιος να θέσει όρια στο παιδί του. Στις πολύ μικρές ηλικίες ένα ξεκάθαρο όχι από την πλευρά του γονιού είναι δυνατό να λειτουργήσει ικανοποιητικά, ιδίως όταν χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις που αφορούν την ασφάλεια του παιδιού ή όταν το παιδί εκδηλώνει λεκτική ή σωματική επιθετικότητα. Σε δεύτερο χρόνο όμως είναι σημαντικό να ακολουθεί από το γονιό μία απλή εξήγηση που να αιτιολογεί τους λόγους για τους οποίους ειπώθηκε το όχι αυτό.

Καθώς το παιδί μεγαλώνει ο γονιός καλείται να επιδιώκει τη συνεργασία του παιδιού στη διαδικασία της θέσπισης και τήρησης των ορίων ορίζοντας με σαφήνεια την επιθυμητή συμπεριφορά του παιδιού και τις συνέπειες που θα υπάρξουν στην περίπτωση που η επιθυμητή συμπεριφορά δεν εκδηλωθεί. Η συμμετοχή και η συνεργασία του παιδιού επιτυγχάνονται όταν οι γονείς χαρακτηρίζονται από συνέπεια και σταθερότητα ως προς αυτά που αναμένουν από το παιδί, όταν προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις από τις οποίες μπορεί να επιλέξει το παιδί αυτή που θεωρεί καλύτερη ανά περίπτωση και όταν εφαρμόζουν συνέπειες που σχετίζονται λογικά με τη μη επιθυμητή συμπεριφορά του παιδιού σε ήρεμο και φιλικό τόνο.

Η συνέπεια και σταθερότητα προσφέρουν στα παιδιά τη δυνατότητα να προβλέπουν τι αναμένεται από εκείνα κάτι που ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας που νιώθουν για το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται. Οι εναλλακτικές λύσεις αναγνωρίζουν την ισότιμη θέση που έχουν τα παιδιά ως μέλη της οικογένειας και ενισχύουν την ικανότητα τους να αναλαμβάνουν ευθύνες και να παίρνουν αποφάσεις. Η εφαρμογή των συνεπειών που σχετίζονται λογικά με τις μη αποδεκτές συμπεριφορές των παιδιών σε ήρεμο και φιλικό τόνο συμβάλλει στη δημιουργία μίας διδακτικής εμπειρίας για το παιδί και μειώνει την πιθανότητα να βιωθεί από το παιδί ως τιμωρητική συνθήκη που απορρέει από την εξουσία του γονιού. Η γενικότερη τάση του γονιού να εξηγεί στο παιδί και να επιδιώκει τη συνεργασία μαζί του δημιουργεί στο παιδί την αίσθηση ότι αποτελεί σημαντικό μέλος της οικογένειας κάτι που συμβάλλει σημαντικά στην δημιουργία μία θετικής εικόνας για τον εαυτό.

Τα παρακάτω παραδείγματα περιέχουν κάποιες ιδέες για το πώς θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην πράξη οι κατευθυντήριες αρχές που περιγράφηκαν:

  • Ο κανόνας ο οποίος έχει συμφωνηθεί είναι ότι κάθε Σάββατο τα παιδιά τελειώνουν τα μαθήματα για το σχολείο προκειμένου να μπορέσουν να κανονίσουν κάτι για το βράδυ. Όταν ο εννιάχρονος γιος ζητά από τους γονείς του να πάει σινεμά με ένα συμμαθητή του, ενώ δεν έχει ασχοληθεί καθόλου όλη την ημέρα με τα μαθήματα του, εκείνοι του υπενθυμίζουν σε ήρεμο και φιλικό τόνο τη συμφωνία τους: «Η συμφωνία μας ήταν ότι θα έχεις τελειώσει πρώτα τα μαθήματά σου. Από τη στιγμή που δεν το έκανες, δεν μπορείς να πας σήμερα στο σινεμά. Θα έχεις όμως την ευκαιρία να προσπαθήσεις ξανά το επόμενο Σαββατοκύριακο».
  • Οι μικρές κόρες της οικογένειας έχουν την τηλεόραση πολύ δυνατά, ενώ ο πατέρας τους προσπαθεί να δουλέψει στο διπλανό δωμάτιο και χρειάζεται ησυχία. Θέτει λοιπόν με σαφήνεια στις κόρες του τις επιλογές που έχουν «Μπορείτε να συνεχίσετε να βλέπετε τηλεόραση αν τη χαμηλώσετε ή να παραμείνετε στο δωμάτιο σας ώσπου να τελειώσω τη δουλειά μου. Διαλέξτε τι προτιμάτε».
  • Ο έφηβος γιος ετοιμάζεται για τη βραδινή του έξοδο. Η μητέρα του υπενθυμίζει τη συμφωνία τους για την ώρα της επιστροφής του προσθέτοντας τα εξής λόγια: «Ξέρω ότι περνάς πολύ ωραία όταν είσαι έξω με την παρέα σου, όμως κι εγώ ανησυχώ όταν καθυστερείς, γι’ αυτό είναι σημαντικό να προσπαθείς να τηρείς τη συμφωνία μας».

Όπως φάνηκε λοιπόν από τα παραπάνω, καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία θέσπισης ορίων είναι ο τρόπος με τον οποίο ο γονιός βάζει τα όρια: η προσπάθεια του να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους βάζει όρια, να ζητά τη συνεργασία του παιδιού και να εφαρμόζει τις συνέπειες με ηρεμία και φιλικότητα. Τότε μόνο βοηθά το παιδί του να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων του, να μαθαίνει να επιλύει προβλήματα, να αποκτά εμπιστοσύνη στις ικανότητες που διαθέτει και να αναγνωρίζει την προσωπική του αξία.

Βιβλιογραφία

Dinkmeyer D., MacKay G., Σχολείο για γονείς, εκδόσεις Θυμάρι

Zimmer K., Καλλιεργώντας στα παιδιά μας την αυτοπεποίθηση … τα εφοδιάζουμε με θάρρος για τη ζωή, εκδόσεις Θυμάρι

Rogge J.U., Τα παιδιά χρειάζονται όρια: Τα έχουν ανάγκη, εκδόσεις Θυμάρι

Rogge J.-U., Οι γονείς βάζουν όρια, εκδόσεις Θυμάρι

Nolte, D.L., Harris R., Τα παιδιά μαθαίνουν αυτό που ζουν, εκδόσεις Θυμάρι

Αθηνά Πετρούτσου

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Μήπως καταναλώνετε μεγάλες ποσότητες φαγητού όταν είστε αγχωμένος/η προκειμένου να αισθανθείτε καλύτερα;

Επιβραβεύετε συχνά τον εαυτό σας με γλυκά;

Τρώτε συνήθως μέχρι ν’ αναρωτηθείτε: «Τι το ’θελα κι έφαγα τόσο;»

Το φαγητό σάς κάνει να νιώθετε ασφαλείς; Μειώνει το άγχος σας;

Όταν παρατρώτε, αισθάνεστε πιο ευχάριστα ή ανακουφισμένοι;

Δεν κρατιέστε, όταν βλέπετε φαγητό που σας αρέσει;

Αν απαντάτε καταφατικά στις περισσότερες από τις παραπάνω ερωτήσεις, ίσως και να τρώτε συναισθηματικά.

Στην πραγματικότητα, όλοι μας μπορεί να επιτεθούμε στο ψυγείο για λόγους που δεν σχετίζονται πάντα με το φυσικό αίσθημα της πείνας. Ωστόσο, αν η κατανάλωση τροφής αποτελεί τον κατ’ εξοχήν τρόπο διαχείρισης των προβλημάτων σας, τότε μπορεί να βρεθείτε παγιδευμένοι σ’ έναν φαύλο κύκλο όπου τα συναισθηματικά σας ζητήματα διαιωνίζονται: κι αυτό επειδή η διατροφική αστάθεια δεν μπορεί να διορθώσει τη συναισθηματική αστάθεια.

 

Αν καταφεύγετε στο φαγητό κάθε φορά που η διάθεσή σας είναι κακή, ή νιώθετε πλήξη κ.τ.ό. αυτό συμβαίνει για έναν και μόνο λόγο: για να αποστασιοποιηθείτε από τα δυσάρεστα συναισθήματα και τις αρνητικές σκέψεις που σας ταλαιπωρούν ‒ όχι για να τα διορθώσετε.

 

Μπροστά στη δυσκολία, η πόρτα του ψυγείου ίσως φαντάζει ελκυστική, μια και το φαγητό:

α) είναι απολαυστικό, γευστικό και πάντα διαθέσιμο.

β) προσφέρει άμεση ικανοποίηση.

γ)  δημιουργεί αίσθημα πληρότητας το οποίο υποκαθιστά τα αρνητικά συναισθήματα.

 

Εντούτοις, ύστερα από ένα επεισόδιο υπερφαγίας, το πιθανότερο είναι να αισθανθείτε ότι χάνετε τον έλεγχο της ζωή σας ‒καθώς η διάθεσή σας καθορίζεται από το φαγητό‒ και να νιώσετε ενοχές εξαιτίας των ανεπιθύμητων θερμίδων που αποκτήσατε.

 

Γι’ αυτό:

 

1) Προσπαθήστε να καταλάβετε αν η πείνα σας είναι οργανική ή συναισθηματική.

Για να βγείτε από τον φαύλο κύκλο της κατανάλωσης φαγητού που σκοπό έχει να καταπραΰνει τα συναισθήματά σας, θα χρειαστεί πρώτα να μάθετε πώς να διακρίνετε τις διαφορές μεταξύ της βιολογικής και της συναισθηματικής πείνας:

  • Η συναισθηματική πείνα ξεσπάει αιφνίδια. Στον εγκέφαλό σας, μια ραγδαία αύξηση των επιπέδων ενός νευροδιαβιβαστή που ονομάζεται ντοπαμίνη (στις περιοχές του κερκοφόρου πυρήνα και του κελύφους) σάς ωθεί στην αναζήτηση πρόσκαιρης επιβράβευσης και ανακούφισης μέσω της κατανάλωσης μεγάλων ποσοτήτων φαγητού. Η βιολογική πείνα, αντίθετα, αυξάνεται σταδιακά και η ανάγκη να τραφείτε δεν μοιάζει τόσο επιτακτική.
  • Ο κορεσμός στη συναισθηματική πείνα επιτυγχάνεται με συγκεκριμένα είδη τροφής που συνήθως παχαίνουν, ενώ όταν τρώτε εξαιτίας οργανικών αναγκών, είστε συχνά σε θέση να καταναλώσετε σχεδόν ο,τιδήποτε.
  • Η συναισθηματική πείνα δεν καλύπτεται μόλις νιώσετε χορτασμένοι, αλλά μόλις νιώσετε δυσάρεστα. Αντίθετα, όταν η πείνα σας είναι βιολογική, το αίσθημα της πληρότητας επέρχεται μόλις γεμίσει το στομάχι.
  • Η συναισθηματική πείνα προκαλεί ενοχές και ντροπή, ενώ η όρεξη για φαγητό, η οποία προκύπτει από βιολογικά αίτια, σπανίως θα σας κάνει να νιώσετε άσχημα με τον εαυτό σας.

 

2) Εντοπίστε τα ερεθίσματα και τους λόγους που σας ανοίγουν την όρεξη:

Οι άνθρωποι καταφεύγουν στο φαγητό για πολλούς λόγους. Είναι σημαντικό να αναγνωρίσετε τους δικούς σας.

Ποιες καταστάσεις, τόποι ή συναισθήματα οδηγούν τα βήματά σας στην πόρτα του ψυγείου; Το στρες, η πλήξη, η θλίψη άλλα έντονα συναισθήματα; Διατηρήστε ένα ημερολόγιο, όπου θα καταγράφετε τα επεισόδια συναισθηματικής πείνας και υπερφαγίας, καθώς και τους λόγους που πιστεύετε ότι προκάλεσαν την παρόρμησή σας. Με την πάροδο του χρόνου, θα αποκτήσετε μια καλύτερη εικόνα για το μοτίβο και τις πιο εμφανείς αφορμές των δυσλειτουργικών διατροφικών συνηθειών σας.

 

3) Κάντε μια παύση 5 λεπτών πριν φάτε ο,τιδήποτε:

Οι περισσότεροι άνθρωποι που καταφεύγουν στο φαγητό για συναισθηματικούς λόγους νιώθουν ανήμποροι να αντισταθούν στην άμεση ικανοποίηση που προσφέρει η κατανάλωση μιας σοκολάτας, μιας λιχουδιάς, ή κάποιας άλλης τροφής, επειδή αφενός οι προσπάθειές τους κατά το παρελθόν να αντισταθούν στην παρόρμηση υπήρξαν αποτυχημένες και επειδή αφετέρου η συναισθηματική κατανάλωση τροφής συμβαίνει αυτόματα και μηχανικά.

Συνεπώς, είναι σημαντικό να κάνετε μια παύση 5 λεπτών πριν φάτε ο,τιδήποτε, να συλλογιστείτε, και τέλος να δώσετε στον εαυτό σας την ευκαιρία να κάνει μια συνειδητή επιλογή.

Αναρωτηθείτε: «Πώς αισθάνομαι;», «Ποιο συναίσθημά μου θέλω να καταπραΰνω;», «Έχω εναλλακτικούς τρόπους να ανακουφίσω το συναίσθημα ή τη διάθεσή μου;».

 

4) Ικανοποιείστε τα συναισθήματά σας με άλλους τρόπους:

Προκειμένου να σταματήσετε την κατανάλωση φαγητού για συναισθηματικούς λόγους, δεν αρκεί μόνο η γνώση για τα αίτια που σας σπρώχνουν στο ψυγείο. Θα χρειαστεί επίσης να βρείτε εναλλακτικούς τρόπους προκειμένου να αμβλύνετε τα συναισθήματά σας. Για παράδειγμα:

  • Αν αισθάνεστε θλιμμένοι, μπορείτε να καλέσετε κάποιον στο τηλέφωνο που συνήθως σας βελτιώνει τη διάθεση.
  • Αν είστε αγχωμένοι, μπορείτε να απασχοληθείτε με κάτι χειρωνακτικό (χειροτεχνία, περίπατο, δουλειές του σπιτιού κτλ.).
  • Αν νιώθετε πλήξη, διαλέξτε μια δραστηριότητα που σας ευχαριστεί (π.χ., να βγείτε για περίπατο).

 

5) Δώστε χώρο στα συναισθήματά σας:

Συχνά, οι άνθρωποι που τρώνε για συναισθηματικούς λόγους νομίζουν εσφαλμένα ότι δεν μπορούν να ελέγξουν όσα νιώθουν και ως εκ τούτου τα «ανακουφίζουν» με το φαγητό. Αυτό συμβαίνει επειδή φοβούνται ότι το συναίσθημά τους θα είναι πολύ έντονο και θα έχει μεγάλη διάρκεια.

 

Ωστόσο, η καταπίεση ενός συναισθήματος οδηγεί σε περαιτέρω δυσκολίες και είναι σημαντικό να γνωρίζετε ότι όταν δεν καταπνίγουμε ένα συναίσθημα ή όταν δεν του δίνουμε υπερβολική σημασία, μπορεί η ένταση ακόμη και του πιο επίπονου να μειωθεί σχετικά γρήγορα.

 

Αν, για παράδειγμα, νιώθετε θλιμμένοι, αντί να επικεντρώσετε όλη σας την προσοχή σε αυτό που βιώνετε και να μπείτε στη διαδικασία να απαντήσετε σε ερωτήσεις που δεν επιδέχονται απάντηση (π.χ. «Γιατί να συμβαίνει αυτό σε μένα;), αλλάξτε τον εσωτερικό σας μονόλογο και πείτε στον εαυτό σας: «Αυτή τη στιγμή νιώθω θλιμμένος. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να υιοθετήσω συμπεριφορές που θα με φέρουν πιο κοντά στους στόχους μου».

 

Φάτε λοιπόν, αλλά τουλάχιστον κάντε το συνειδητά. Δεν θ’ αργήσετε να δείτε τη διαφορά. Να θυμάστε πάντα ότι οι συνήθειες σε ΌΛΟΥΣ τους ανθρώπους αλλάζουν με τον καιρό. Μην είστε απαιτητικοί με τον εαυτό σας, απλώς δοκιμάστε το.

Βασίλης Καραβασίλης

MSc Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Η μετάβαση από την οικογένεια στον παιδικό σταθμό είναι μια φυσιολογική εξελικτική διαδικασία με πολλές αλλαγές, στην οποία καλούνται να προσαρμοστούν όλα τα μέλη της οικογένειας.

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σηματοδοτεί το πέρασμα σε μια καινούρια φάση ζωής, όχι μόνο για το παιδί, αλλά για όλη την οικογένεια.

Έντονα και ανάμεικτα συναισθήματα, όπως άγχος, αγωνία, περιέργεια, φόβος, ανησυχία και προσμονή κυριεύουν γονείς και παιδιά. Τα παιδιά δεν ξέρουν τι να περιμένουν, ενώ οι γονείς ανησυχούν για την ομαλή ένταξη του παιδιού τους στον σταθμό.

Στάση Γονέων

Η επιτυχής προσαρμογή του παιδιού στον παιδικό σταθμό ή το νηπιαγωγείο εξαρτάται άμεσα από τη στάση των γονέων, καθώς το άγχος του παιδιού να αποχωριστεί τους γονείς του και οι δυσκολίες προσαρμογής του στο σχολείο συνδέονται άμεσα με το άγχος των γονιών του.

Τα παιδιά έχουν την ικανότητα να «διαβάζουν» το πρόσωπο και τη στάση του σώματός των γονιών του. Η παραμικρή ένδειξη αμφιβολίας ή ανησυχίας γίνεται αντιληπτή από εκείνα, παρά την προσπάθειά μας να την αποκρύψουμε. Συνεπώς, μία τέτοια ένδειξη θα τους προκαλέσει φόβο και ανασφάλεια και θα δυσχεράνει την ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον.

Προετοιμασία

  • Μιλήστε στο παιδί με ειλικρίνεια για το πού πηγαίνει και τι θα κάνει εκεί.
  • Μιλήστε για τη δασκάλα του με λόγια ζεστά, ώστε να νιώσει ότι είναι ένα πρώτο πρόσωπο αναφοράς & φροντίδας για εκείνο.
  • Θα μπορούσατε να κανονίσετε μια επίσκεψη στο σχολείο που έχετε αποφασίσει να ξεκινήσει το παιδί σας παρέα με εκείνο, ώστε να αποκτήσει μια πρώτη εικόνα του χώρου αλλά και μια γνωριμία με τη δασκάλα του.
  • Διαβάστε του κάποιο παραμύθι/ ιστορία που αναφέρεται στην πρώτη μέρα στο σχολείο (στην αγορά υπάρχουν αρκετά τέτοια).
  • Λίγο πριν ξεκινήσει το σχολείο, καλό θα ήταν να εξασκήσετε το παιδί σας στο πρωϊνό ξύπνημα (μη γίνει ξαφνικά με το ξεκίνημα του σχολείου).

Κι έφτασε η Πρώτη Μέρα…

  • Παραμείνετε στο χώρο του σχολείου ή σε κοντινή απόσταση από εκείνο, εάν είναι εφικτό για 2-3 ημέρες (αναλόγως πάντα με τη στάση του παιδιού).
  • Τις πρώτες ημέρες συστήνεται το παιδί να μένει στο σχολείο για λίγες ώρες.
  • Χρειάζεται να είστε συνεπείς προς το παιδί σας και να τηρείτε τα ωράρια που του υποσχεθήκατε.
  • Όταν φεύγετε από το χώρο του σχολείου, αποχαιρετήστε το παιδί. Αν φύγετε στα κρυφά και κάποια στιγμή αρχίσει να σας αναζητά θα αναστατωθεί ιδιαιτέρως και θα τρομάξει.
  • Όσο κι αν το παιδί σας επιμένει να μείνετε εκεί ή αναζητά επιπλέον φιλιά κι αγκαλιές, μην καθυστερείτε την αποχώρησή σας και μην απολογείστε. Δώστε μια μεγάλη αγκαλιά κι ένα φιλί και αποχαιρετήστε το αποφασιστικά.
  • Μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον υπεύθυνο του σταθμού, ώστε να πληροφορηθείτε εάν ηρέμησε.
  • Μην συγκρίνετε το παιδί σας με τα υπόλοιπα παιδιά. Μπορεί το δικό σας να χρειάζεται περισσότερες ή λιγότερες ημέρες, ώστε να προσαρμοστεί στο νέο αυτό περιβάλλον του σχολείου. Δεν χρειάζεται να μπαίνετε στη διαδικασία να σκέφτεστε σε τι ρυθμούς προσαρμόζονται τα υπόλοιπα παιδιά, καθώς το κάθε παιδί έχει το δικό του ρυθμό.

Μην ξεχνάτε ότι:

  • Αποχαιρετάμε το παιδί & το παραλαμβάνουμε από το σχολείο χαρούμενοι. Εάν αρχίσουμε να κλαίμε εμείς, φανταστείτε πώς θα νιώσει εκείνο.
  • Αναμένουμε την αντίδραση του παιδιού στο νέο αυτό ξεκίνημα και την ένταση που μπορεί να το συνοδεύει. Καλό είναι να θυμόμαστε ότι τα παιδιά προσαρμόζονται εκ φύσεως πιο εύκολα από τους μεγάλους, αρκεί να τους το επιτρέψουμε και να τους βοηθήσουμε σε αυτό.
  • Εάν ο γονιός αντιληφθεί το δικό του συναίσθημα και το κατανοήσει, τότε διευκολύνει και εκπαιδεύει το παιδί του να διαχειρίζεται και να προσαρμόζεται σε νέες συνθήκες, διαδικασία απαραίτητη για την μετέπειτα ωρίμανση και αυτονόμησή του.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Η σκέψη ότι μπορεί να κάνετε κάτι στραβά μοιάζει τόσο τρομακτική που καταβάλλετε κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να γίνουν όλα «όπως πρέπει» και να μην εκτεθείτε. Στην προσπάθειά σας να έχετε την καλύτερη δυνατή απόδοση, βιώνετε υψηλά επίπεδα άγχους ενώ αποθαρρύνεστε και κατηγορείτε τον εαυτό σας που υλοποιήσατε με μεγάλη δυσκολία τους στόχους που είχατε θέσει. Εκείνη τη στιγμή, σίγουρα οι άλλοι θα σας φαίνονται καλύτεροι, ικανότεροι, εξυπνότεροι, πιο ευέλικτοι, κτλ., κτλ.

 

Μήπως, όμως, έχετε απλώς βάλει πολύ ψηλά τον πήχη για τον εαυτό σας;

 

Συνήθως οι άνθρωποι που θέλουν να επιτύχουν το «τέλειο» απαιτούν από τον εαυτό τους υπερβολικά και απολύτως μη ρεαλιστικά επίπεδα απόδοσης («Πρέπει να γράψω οπωσδήποτε 10 στο διαγώνισμα και τίποτε λιγότερο!»). Το πράττουν, μάλιστα, παρά τις αρνητικές επιπτώσεις που εμφανέστατα αντιμετωπίζουν κατά την προσπάθειά τους (άγχος, σωματική κόπωση, έλλειψη χρόνου, αϋπνία, αναβλητικότητα, κατάθλιψη, αναβολή ευχάριστων δραστηριοτήτων κλπ.), ενώ δεν χάνουν ούτε μισή ευκαιρία να αυτοχαρακτηριστούν με βάση το πόσο ικανοποιητικά θεωρούν ότι φτάνουν το πολυπόθητο, «ιδανικό και πρέπον» επίπεδο απόδοσης τους. Ως εκ τούτου, κάθε φορά που δεν επιτυγχάνουν έναν στόχο η αυτοκριτική τούς οδηγεί είτε στο να καταβάλλουν επιπλέον προσπάθεια είτε στο να αγχωθούν από τον όγκο των «υποχρεώσεων» και να τις αναβάλλουν.

 

Αν λοιπόν ο πήχης μπαίνει πολύ ψηλά για σας, παρακάτω ίσως βρείτε μερικές στρατηγικές που θα διευκολύνουν την καθημερινότητά σας.

 

1. Αναγνωρίστε αν η τελειοθηρία σας είναι λειτουργική ή δυσλειτουργική

 

Ας δούμε όμως πρώτα αν η τελειοθηρία αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για εσάς. Δώστε απαντήσεις στις παρακάτω δηλώσεις.

 


 

Ισχύει

 

Σχεδόν ισχύει

 

Σχεδόν δεν ισχύει

 

Δεν ισχύει

 

Δεν μπορώ καθόλου τα λάθη.

 

Πρέπει να κάνω κάτι σωστά με την πρώτη.

 

 

Πρέπει να κάνω τα πάντα σωστά, όχι μόνο τα πράγματα στα οποία ξέρω ότι είμαι ήδη καλός/ή,

 

 

Αν δεν μπορώ να κάνω κάτι τέλεια δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσω.

 

 

Σπάνια επιβραβεύω τον εαυτό μου για κάτι που κατάφερα, γιατί πάντα υπάρχει κάτι παραπάνω που θα μπορούσα να κάνω.

 

 

Αφιερώνω αρκετό χρόνο για να τελειοποιήσω πλήρως κάτι που είναι ήδη καλό και ως εκ τούτου σπάνια έχω χρόνο για να ολοκληρώσω άλλες υποχρεώσεις ή να ευχαριστηθώ.

 

 

Σημασία έχει να εστιάζεται κανείς στα αρνητικά παρά στα θετικά του χαρακτηριστικά προκειμένου να βελτιωθεί.

 

 

Σπάνια αντλώ ευχαρίστηση από τη δουλειά μου.

 

 

Αν οι περισσότερες από τις παραπάνω δηλώσεις ισχύουν τότε η τελειοθηρία είναι ίσως ένα ζήτημα που πρέπει να επανεξετάσετε.

 

Έχετε κατά νου ότι η τελειοθηρία σας είναι λειτουργική όταν:

•   Δεν ταυτίζετε τις υψηλές προσδοκίες και τα επιτεύγματα με τη διαρκή απαίτηση και την ακατάπαυστη προσπάθεια.

•   Θεωρείτε ότι τα λάθη είναι αναπόφευκτα για όλους τους ανθρώπους κι επομένως ενώ κάνετε λάθη δεν είστε τα λάθη σας.

•   Διατηρείτε μια ευρύτερη εικόνα για τον εαυτό σας αναγνωρίζοντας και λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά σας.

και δυσλειτουργική όταν:

•   Πιέζετε τόσο τον εαυτό σας με αποτέλεσμα να αγχώνεστε και να μην πετυχαίνετε τους στόχους σας.

•  Ασκείτε έντονη αυτοκριτική αγνοώντας τις θετικές πλευρές σας κάθε φορά που δεν καταφέρνετε κάτι με τον τρόπο ακριβώς που θα θέλατε.

•  Αισθάνεστε αποτυχημένοι, γίνεστε αναβλητικοί, μετανιώνετε για πράγματα που δεν κατορθώσατε, ανησυχείτε υπερβολικά για το τι θα συμβεί και θλίβεστε.

 

2. Τροποποιείστε τις τελειοθηρικές σας σκέψεις

 

Συνήθως όσοι διατηρούν τελειοθηρικές πεποιθήσεις γίνονται πολύ επικριτικοί με τον εαυτό τους και τους άλλους. Ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους για να ξεπεράσει κανείς τη δυσλειτουργική τελειοθηρία είναι να αντικαταστήσει τις απαιτητικές σκέψεις με άλλες πιο ρεαλιστικές και εποικοδομητικές. Επαναλάβετε τις νέες σας εποικοδομητικές σκέψεις ακόμη κι αν αρχικά δεν τις πολυπιστεύετε. Με την πάροδο του χρόνου θα δείτε ότι αρχίζετε να υιοθετείτε πιο ισορροπημένες αντιλήψεις για το πώς γίνονται τα πράγματα.

 

Μερικά παραδείγματα ρεαλιστικών σκέψεων:

«Κανείς δεν είναι τέλειος!»

«Επειδή έκανα ένα λάθος δεν σημαίνει ότι είμαι χαζός ή αποτυχημένος. Το μόνο που σημαίνει είναι ότι είμαι άνθρωπος. Όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη!»

«Δεν είναι απαραίτητο να είμαι ευχάριστος στους άλλους συνέχεια. Όλοι έχουν τις καλές και τις κακές τους μέρες. Άλλωστε μήπως είναι οι άλλοι συνέχεια ευχάριστοι σ’ εμένα;»

 

3. Διατηρείστε μια σφαιρική εικόνα της κατάστασης

 

Συνήθως όσοι άνθρωποι ταλαιπωρούνται από την τελειοθηρία τους περνούν αρκετό χρόνο ανησυχώντας για δευτερεύουσας σημασίας λεπτομέρειες («Σε τι γραμματοσειρά να γράψω αυτό το e-mail;»). Μια χρήσιμη στρατηγική προκειμένου να ανησυχείτε λιγότερο για τις λεπτομέρειες είναι να αναρωτηθείτε τα εξής:

•   Ποιο είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί;

•   Ακόμη κι αν συμβεί το χειρότερο που μπορώ να φανταστώ είμαι σε θέση να το διαχειριστώ;

•  Αυτό με το οποίο ασχολούμαι θα είναι σημαντικό και αύριο; Την άλλη βδομάδα; Τον επόμενο χρόνο;

 

4. Τροποποιείστε τις τελειοθηρικές συμπεριφορές

 

Όταν θέλετε να κάνετε κάτι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, κατά βάθος φοβάστε μήπως κάνετε λάθος και φανείτε ατελής κι εκτεθειμένος (φοβάστε μήπως σας «μαλώσουν», σας «υποτιμήσουν», κτλ.). Το να αντιμετωπίζει κανείς σταδιακά και βήμα βήμα τους φόβους του είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να τους υπερνικήσει. Για παράδειγμα, αν κάποιος φοβάται τους σκύλους ο καλύτερος τρόπος για να ξεπεράσει τον φόβο είναι να αρχίσει να βρίσκεται σταδιακά κοντά σε σκύλους προκειμένου να δει ότι δεν είναι τόσο τρομακτικοί ή επικίνδυνοι, όπως αρχικά πίστευε. Δεν χρειάζεται να πάει κατευθείαν στον πρώτο σκύλο που θα βρεθεί μπροστά του και να τον χαϊδέψει σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Αντίστοιχα, προκειμένου να ξεπεράσετε το φόβο του λάθους που θα αποκαλύψει την «ανεπάρκειά» σας, θα χρειαστεί να αρχίσετε να κάνετε «συστηματικά» κάποια «σκόπιμα» λάθη.

Για παράδειγμα:

•   Φορέστε μια μπλούζα ακόμη κι αν έχει έναν μικρολεκέ.

•   Αφήστε να μεσολαβήσει λίγη ώρα άβολης σιωπής όταν έχετε βγει μ’ έναν φίλο σας.

•   Καλέστε κάποιον στο σπίτι σας χωρίς να συγυρίσετε πολύ.

 

5. Αντικρούστε την απαιτητική φωνή μέσα σας.

 

Πίσω από την τελειοθηρία σας κρύβονται βαθύτεροι φόβοι σας και ανάγκες, όπως για παράδειγμα ο φόβος της απόρριψης από τους άλλους ή η ανάγκη για συνεχή αποδοχή. Ανατρέξτε στην παιδική σας ηλικία και σκεφτείτε τις πιθανές πηγές προέλευσης της τελειοθηρίας σας. Αναρωτηθείτε λοιπόν τα εξής:

•   Πώς καταλήξατε να πιστεύετε ότι πάντα πρέπει να τα καταφέρνετε τέλεια;

•   Μήπως οι γονείς σας σας έκαναν να πιστέψετε –ίσως ασυνείδητα- ότι έχετε πολλές υποχρεώσεις, ότι πρέπει να τα φέρνετε όλα εις πέρας, ότι πρέπει να προσπαθείτε συνέχεια κι ότι για να κάνετε κάτι που σας είναι απλώς ευχάριστο πρέπει πρώτα να έχουν εκπληρωθεί τα παραπάνω;

•   Έχει πάντα νόημα στο παρόν, να αισθάνεστε με τον ίδιο τρόπο που αισθανόσασταν στην παιδική σας ηλικία;

 

Στη συνέχεια, διαχωρίστε την τελειοθηρική πλευρά σας από την υπόλοιπη προσωπικότητα σας και δώστε της ένα όνομα. Θυμηθείτε ένα λάθος που κάνατε πρόσφατα και αφήστε την τελειοθηρική σας πλευρά να εκτονωθεί («Είσαι πολύ δειλός που δεν κατάφερες να αρθρώσεις λέξη μπροστά στον διευθυντή ενώ ήθελες να διεκδικήσεις περισσότερες αρμοδιότητες και καλύτερες συνθήκες εργασίας»). Σας ακούγεται οικεία αυτή η φωνή; Μήπως μοιάζει με τη φωνή της απαιτητικής μητέρας σας, του διευθυντή σας, του πρώην συζύγου σας, ενός συμμαθητή σας; Μπορείτε ακόμη και να τη ζωγραφίσετε και να τη βάλετε σ’ ένα εμφανές σημείο για να τη βλέπετε και να συνομιλείτε μαζί της. Θα δείτε ότι εξωτερικεύοντας την απαιτητική σας πλευρά και απορρίπτοντάς την όταν χρειάζεται το άγχος σας θα μειώνεται σημαντικά.

 

Τέλος, να θυμάστε ότι η ψυχική ισορροπία επιτυγχάνεται όταν οι ατέλειές μας παύουν να μας προκαλούν άγχος.

 

Βασίλης Καραβασίλης

MSc Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Πολλές φορές, το δύσκολο δεν είναι να βρούμε την αγάπη μέσα σε μια σχέση αλλά να μπορέσουμε να την αντέξουμε και να την αποδεχτούμε. Η εμπειρία μιας ρομαντικής σχέσης εκτός από ενθουσιασμό και συναισθήματα ευφορίας  μπορεί να  πυροδοτήσει φόβους και άγχη που σχετίζονται με την εγγύτητα. Ξαφνικά, το να φανούμε ευάλωτοι απέναντι σε κάποιον από τον οποίον προσδοκούμε να καλύψει τις συναισθηματικές μας ανάγκες φαντάζει επικίνδυνο καθώς ξυπνάνε μέσα μας βαθύτεροι φόβοι που σχετίζονται με την απόρριψη ή την απώλεια: νιώθουμε τότε τις ψυχικές μας άμυνες να απειλούνται.


Τι είναι όμως η εγγύτητα;

Η εγγύτητα είναι μια θεμελιώδης βιολογική ανάγκη του ανθρώπου να προσεγγίζει τους άλλους και να τους γνωρίζει. Από την άποψη της εξελικτικής ψυχολογίας και της βιολογίας, η τάση μας για σύνδεση υπήρξε πάντοτε τόσο καθοριστικής σημασίας ώστε χωρίς τη διαμόρφωση δεσμών, τη δυνατότητα να δενόμαστε συναισθηματικά και τη συγκρότηση ομάδων η φυσική μας επιβίωση θα ήταν αδύνατη.

Στις μέρες μας, φαινομενικά είμαστε πιο αυτάρκεις και δεν φαίνεται να απειλείται η συνέχεια του είδους μας,  χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε πια τους άλλους. Κάθε άλλο: η ανάγκη για σύνδεση φαίνεται πιο σημαντική από ποτέ καθώς η μοναξιά ταυτίζεται με τη μειωμένη ποιότητα ζωής στον σύγχρονο άνθρωπο. Εξάλλου, στη ζωή, οι σχέσεις είναι αυτές που μας προσδίδουν υπαρξιακό νόημα και είτε ενισχύουν είτε καταβαραθρώνουν την αυτοεικόνα μας. Πλέον γνωρίζουμε καλά ότι βρέφη που στερούνται την αγκαλιά, το χάδι και τη σωματική επαφή έχουν αρκετά λιγότερες πιθανότητες μιας ομαλής ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης.

Στις διαπροσωπικές μας σχέσεις η πραγματική εγγύτητα ξεπερνά τα όρια της επιφανειακής επικοινωνίας και απαιτεί από μας να αφήσουμε άφοβα αυτούς που μας ενδιαφέρουν να δουν τις αδυναμίες, τα ελαττώματά και την ευάλωτη πλευρά μας.

Αν με κάποιον τρόπο μάθατε ότι το να συνδέεστε στενά με άλλους ανθρώπους είναι επικίνδυνο άθελα σας θα αποφεύγετε πάση θυσία την εγγύτητα και τη σύναψη πιο σταθερών και ουσιαστικών σχέσεων, ανεξάρτητα από το πόσο μόνος/μόνη μπορεί να αισθάνεστε κατά βάθος.

 

Γιατί οι σχέσεις και η εγγύτητα μπορεί να μου προκαλούν φόβο;

Ο φόβος και η αποφυγή της εγγύτητας ξεκινά στην παιδική ηλικία και αποτελεί απόρροια ορισμένων αναπτυξιακών αποτυχιών στην φυσιολογική ψυχοκοινωνική εξέλιξη του παιδιού. Σύμφωνα με τη Θεωρία του Δεσμού (Attachment Theory), οι  αποτυχίες αυτές συνδέονται με το είδος του δεσμού που αναπτύσσεται ανάμεσα στο παιδί και τον φροντιστή του. Πιο συγκεκριμένα, αποτελούν συνάρτηση του βαθμού ανάπτυξης του αισθήματος εμπιστοσύνης που θα επιτύχει το παιδί να καλλιεργήσει με το ανθρώπινο περιβάλλον του. Το είδος αυτού του δεσμού αρχίζει να διαμορφώνεται ήδη από τη γέννηση του βρέφους. Η επαρκής φροντίδα και προστασία το καθιστούν ικανό στην ηλικία περίπου των τριών ετών αφενός να είναι σε θέση να αποχωριστεί τους γονείς για μικρά διαστήματα, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, και αφετέρου να έχει την αίσθηση ότι ο κόσμος αποτελεί ένα ασφαλές περιβάλλον το οποίο μπορεί να εξερευνήσει.

Ωστόσο, για ορισμένα παιδιά αυτή η διαδικασία διαταράσσεται εξαιτίας της συναισθηματικής ή σωματικής κακοποίησης, της φυσικής ή συναισθηματικής εγκατάλειψης και παραμέλησης από την πλευρά του φροντιστή. Συχνά, μάλιστα, δεν χρειάζεται καν να μεσολαβήσουν τόσο έντονα τραυματικές εμπειρίες. Για παράδειγμα, μια μητέρα που υποφέρει από κατάθλιψη ή ένας πατέρας πολύ απορροφημένος στα προβλήματά του δεν είναι πάντα σε θέση να κατανοήσει τις ανάγκες του παιδιού. Ακόμη κι αν οι γονείς εκκινούνται από τις καλύτερες προθέσεις, μπορεί κι οι ίδιοι να βιώσουν περιόδους άγχους κατά τις οποίες τους είναι αδύνατον να ανταποκριθούν επιτυχώς στις προκλήσεις που απαιτεί η ανατροφή ενός παιδιού και ο συναισθηματικός συντονισμός μαζί του.

Ως εκ τούτου, η διατάραξη του ασφαλούς δεσμού ενός βρέφους με τον φροντιστή του και η μη επαρκής κάλυψη των βασικών συναισθηματικών του αναγκών θα έχουν αρνητικό αντίκτυπο στα διαδοχικά στάδια της ψυχικής ανάπτυξης του παιδιού το οποίο με τη σειρά του "θα μαζέψει τα πόδια για να ταιριάξουν με το πάπλωμα" και θα υιοθετήσει δίκην ανταντακλαστικού συγκεκριμένες πεποιθήσεις, μοτίβα συμπεριφορών και ψυχικές άμυνες προκειμένου αφενός να προστατευτεί το ίδιο από περαιτέρω ματαιώσεις και αφετέρου να διατηρήσει ακέραιη και σταθερή την ενδοβεβλημένη ιδανική εικόνα των γονιών από τους οποίους εξαρτάται.

Για να περιγράψει και να αναλύσει τα μοτίβα αυτά των αμυντικών σκέψεων και συμπεριφορών ο Αμερικανός ψυχολόγος Δρ. Jeffrey Young υπήρξε από τους πρώτους που ανέπτυξε διεξοδικά την έννοια του Πρώιμου Δυσλειτουργικού Σχήματος (Early Maladaptive Schema). Σύμφωνα με τη Θεραπεία Σχημάτων (Schema Therapy), ένα Πρώιμο Δυσλειτουργικό Σχήμα συνιστά μια επαναλαμβανόμενη και διάχυτη εσωτερική αναπαράσταση (σκέψεων, συναισθημάτων, συμπεριφορών, αναμνήσεων και σωματικών αισθήσεων) που προκύπτει όταν οι βασικές συναισθηματικές ανάγκες ενός παιδιού (για τη δημιουργία ασφαλών δεσμών, ανάπτυξη αυτονομίας, ελευθερία αυτοέκφρασης, αυθορμητισμό, αλλά και για τον ορισμό από τον φροντιστή ρεαλιστικών αλλά μη παρεμβατικών ορίων) δεν ικανοποιούνται σε επαρκή βαθμό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το παιδί  αναγκάζεται να διαμορφώσει μια στρεβλή εικόνα για τον εαυτό, τον κόσμο και τους άλλους. Κοινό χαρακτηριστικό των επιμέρους σχημάτων είναι η πάλη τους για επικράτηση πάνω στη σκέψη, τη συμπεριφορά και την αυτενέργεια του ατόμου και η ανώφελη και δυσλειτουργική διαιώνισή τους στην ενήλικη ζωή.

 

Ως εκ τούτου:

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της εγκατάλειψης/αστάθειας: μπορεί να αισθάνεστε μη ασφαλείς, μόνος/η χωρίς την ύπαρξη κάποιου ικανού να σας παρέχει υποστήριξη ή προστασία. Ως απάντηση στο σχήμα είτε αποφεύγετε τις σχέσεις, είτε επιλέγετε μη διαθέσιμους συντρόφους, είτε προσκολλάστε τόσο έντονα στον/τη σύντροφό σας ώστε σταδιακά να τον/την απομακρύνεται από κοντά σας ή, τέλος, φροντίζετε να εγκαταλείψετε εσείς πρώτοι τη σχέση προκειμένου να μη βιώσετε οι ίδιοι το οδυνηρό φάσμα της εγκατάλειψης. Οποιαδήποτε επόμενη σχέση μετατρέπεται έτσι σε επίφοβη προοπτική, ενώ κυριαρχεί η σκέψη ότι θα καταλήξετε για πάντα μόνος/η.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της ελαττωματικότητας/ντροπής: αισθάνεστε ανεπαρκείς, εγγενώς κακοί ή χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία, ακόμη κι αν δεν μπορείτε να εντοπίσετε την ακριβή πηγή της προσωπικής σας ανεπάρκειας. Πρόκειται περισσότερο για την αίσθηση ότι μειονεκτείτε εν γένει σε ένα βαθύ ψυχικό επίπεδο και ότι διαφέρετε απ’ όλους τους άλλους, παρά για μια ρεαλιστική και πραγματική ανεπάρκεια. Για να διαχειριστείτε το σχήμα, είτε αποφεύγετε να εκφράσετε τις πραγματικές σκέψεις και συναισθήματά σας προκειμένου να μην εκτεθείτε, είτε δεν αφήνετε τους άλλους να έρθουν κοντά σας φοβούμενοι ότι θα ανακαλύψουν τα ελαττώματά σας και θα δουν πόσο λίγο αξίζετε, είτε εσείς οι ίδιοι απορρίπτετε και ασκείτε κριτική  στους άλλους υιοθετώντας μια στάση ανωτερότητας και υπεροψίας, μεταμφιέζοντας έτσι το προσωπικό αίσθημα ανεπάρκειας, μειονεξίας και εσωτερικής αδυναμίας.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της καχυποψίας/κακοποίησης: αισθάνεστε ότι οι άλλοι είναι το πιθανότερο να σας πουν ψέματα, να σας παραπλανήσουν για τα πραγματικά υποκρυπτόμενα κίνητρά τους και να σας εξαπατήσουν, να σας κοροϊδέψουν, να σας μειώσουν για να εξυψωθούν οι ίδιοι καταδεικνύοντας τα ελαττώματά σας, να σας χειριστούν ή να σας χρησιμοποιήσουν για να επιτύχουν τους δικούς τους σκοπούς αδιαφορώντας πλήρως για το δικό σας καλό. Ως απάντηση, είτε αποφεύγετε να εκφράσετε την εαυλωτότητά σας και να εμπιστευτείτε τους άλλους, είτε επιλέγετε ανθρώπους που όντως σας χρησιμοποιούν είτε απομακρύνετε τους γύρω σας βλάπτοντάς τους προκειμένου να «προλάβετε» το κακό που θα σας έκαναν εκείνοι πρώτα.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της συναισθηματικής στέρησης: πείθεστε ότι οι ανάγκες σας για συναισθηματική στήριξη, κατανόηση και προσοχή δεν θα ικανοποιηθούν ποτέ επαρκώς από τους άλλους. Ως απάντηση, είτε αποφεύγετε εντελώς τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, είτε επιλέγετε ανθρώπους που δεν είναι σε θέση να σας ακούσουν ή να σας στηρίξουν, είτε απομακρύνετε τους γύρω σας με αέναες και ολοένα κλιμακούμενες απαιτήσεις.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της εξάρτησης/ανικανότητας:  είστε κατά βάθος πεπεισμένοι ότι χωρίς τη στήριξη και τη συνεχή παρουσία των άλλων δεν θα μπορέσετε να τα καταφέρετε στην καθημερινότητά σας. Η απουσία τους σας κάνει να αισθάνεστε χαμένοι μέσα σ’ ένα ανώνυμο, επικίνδυνο πλήθος, αναζητώντας από κάπου να πιαστείτε. Ως απάντηση, είτε προσπερνάτε τις νέες προκλήσεις, είτε ζητάτε από τους άλλους να πάρουν αποφάσεις για εσάς είτε αποφεύγετε τελείως τις σχέσεις αντιδρώντας με μια ψευδαίσθηση αυτονομίας σαν να μην είχατε ποτέ κανέναν ανάγκη.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της υπερεµπλοκής/μη αναπτυγµένου εαυτού συνδέεστε τόσο έντονα με έναν ή περισσότερους ανθρώπους στη ζωή σας και προσπαθείτε να είστε συνέχεια μαζί του με αποτέλεσμα να μην έχετε κοινωνική ζωή ή δικά σας ενδιαφέροντα. Ως απάντηση στο σχήμα, είτε ζείτε μέσα από τη ζωή του/της συντρόφου σας ή δεν μπορείτε να αποχωριστείτε ακόμη τους γονείς σας, είτε παραμένετε ανεξάρτητοι και μακριά από σχέσεις εξαιτίας του φόβου ότι θα χάσετε τον εαυτό σας μέσα στη σχέση, είτε προσπαθείτε να βρεθείτε στον αντίποδα όλων εκείνων που σας τρομάζουν επιδιώκοντας μια ψευδεπίγραφη ανεξαρτησία. 

 

Πώς να ξεπεράσω τους φόβους μου;

Τα καλά νέα είναι ότι μπορείτε να ξεπεράσετε τον φόβο της εγγύτητας και να μάθετε τρόπους για να δημιουργείτε συναισθηματικές σχέσεις με τους άλλους.

Το πρώτο πράγμα είναι να σταματήσετε να αρνείστε όσα σας τρομάζουν και δυσκολεύεστε να τα παραδεχτείτε. Το επόμενο βήμα είναι να αναζητήσετε βοήθεια. Αυτό θα μπορούσε να ξεκινήσει με την ανάγνωση κάποιου βιβλίου αυτοβοήθειας ή με την απλή, αλλά ειλικρινή παρατήρηση των συναισθημάτων σας όταν αφήνετε τους άλλους να σας πλησιάσουν.

Η ψυχοθεραπεία ή η συμβουλευτική είναι ασφαλώς οι πιο ενδεδειγμένοι τρόποι για να ξεπεράσετε τους φόβους σας για τον εαυτό σας και τις σχέσεις.

Μαθαίνοντας να μην φοβάστε την εγγύτητα στις σχέσεις σας θα βελτιώσετε τις στενές διαπροσωπικές σας σχέσεις, τις φιλίες, τις επαγγελματικές σας συνεργασίες και την ικανότητά σας να διαμορφώσετε την πορεία της ζωής που εσείς θα επιλέξετε.

 

Βασίλης Καραβασίλης

MSc Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Σελίδα 1 από 5

Επικοινωνία

Βασιλίσσης Σοφίας 54

Ιλίσια / Αθήνα

Τ: +30 210 72 22 214
F: +30 210 72 22 282

email: [email protected], [email protected]