Πολύ συχνά οι γονείς εκφράζουν έντονο προβληματισμό που αφορά ένα από τα πιο δύσκολα εγχειρήματα που αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας από το ρόλο τους αυτό. Το δύσκολο αυτό εγχείρημα είναι η επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στην οριοθέτηση της συμπεριφοράς του παιδιού και στην προώθηση της αυτονομίας του. Η προφανής ανησυχία των γονιών εκφράζεται με το ερώτημα κατά πόσο οι κανόνες, τα όρια και οι οδηγίες σχετικά με το τι επιτρέπεται και τι όχι, μπορεί να έχουν αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού. Δεν πρόκειται για αβάσιμο φόβο, αφού όταν οι κανόνες και τα όρια τίθενται με αυστηρότητα και ακαμψία σε απρόσωπο και αυταρχικό τόνο, είναι πιθανό να αναστείλουν τη δημιουργικότητα του παιδιού, να μειώσουν την τάση του να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και να το καταστήσουν παθητικό και εξαρτημένο από τους γονείς. Από την άλλη, η απουσία κανόνων και ορίων στην καθημερινότητα του παιδιού, συμβάλλει στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος χωρίς σταθερά σημεία αναφοράς, κάτι που στερεί στο παιδί την απαιτούμενη ασφάλεια για να πειραματιστεί, να αναπτύξει λειτουργικές συμπεριφορές και να επιτύχει μία ικανοποιητική προσαρμογή τόσο στο οικογενειακό όσο και στο κοινωνικό πλαίσιο. Είναι σημαντικό ο γονιός να γνωρίζει τη χρησιμότητα που έχουν τα όρια στη ζωή του παιδιού και να είναι σε θέση να τα εφαρμόζει έτσι ώστε να μεγιστοποιούνται τα οφέλη τους για την ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού.

Αρχικά, είναι ιδιαίτερα βοηθητικό ο κάθε γονιός να απαντήσει στο ερώτημα «γιατί χρειάζεται να βάλω όρια στο παιδί μου;». Η θέσπιση ορίων αποσκοπεί κυρίως στην προστασία του παιδιού από καταστάσεις και συνθήκες που μπορεί να αποβούν επιβλαβείς για το ίδιο (κρατάω το χέρι ενός μεγάλου όταν περνάω το δρόμο, φοράω ζώνη στο αυτοκίνητο) καθώς και στη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της οικογενειακής ζωής (μαζεύω τα παιχνίδια μου πριν κοιμηθώ, ενημερώνω για την ώρα επιστροφής μου από τη βραδινή έξοδο). Βέβαια, πολλοί είναι οι γονείς που κουβαλούν ακόμη αντιλήψεις, ευρέως διαδεδομένες στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, σύμφωνα με τις οποίες ο γονιός κατέχει μέσα στην οικογένεια ένα ρόλο εξουσίας και το παιδί έχει την υποχρέωση να υπακούει τυφλά στις οδηγίες που του απευθύνει. Στην πραγματικότητα, όμως, όσο ο γονιός επιδιώκει την επίτευξη ισοτιμίας ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας τόσο περισσότερο πιθανό είναι το παιδί να συνεργαστεί κατά τη διαδικασία θέσπισης ορίων και της τήρησης αυτών. Είναι σημαντικό να επισημανθεί εδώ ότι η έννοια της ισοτιμίας δεν ταυτίζεται με την έννοια της ισότητας, αλλά εκφράζει την ανάγκη σεβασμού της διαφορετικότητας ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας (διαφορά ηλικίας, διαφορετικές ικανότητες) και την ανάγκη αποδοχής των επιθυμιών και αναγκών του κάθε μέλους ξεχωριστά.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, είναι εύλογο να συμπεράνει κανείς ότι τα όρια τίθενται ανάλογα με την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκεται το παιδί και μεταβάλλονται ή αίρονται καθώς αυτό μεγαλώνει και περνά σε επόμενο αναπτυξιακό στάδιο (ένας γονιός δεν επιτρέπει στο παιδί του ηλικίας τεσσάρων χρόνων να πάει μόνο του στο πάρκο που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι, το επιτρέπει όμως όταν το παιδί φτάσει στην ηλικία των εφτά χρόνων).

Ένα ακόμη συμπέρασμα αφορά το γεγονός ότι κάποια όρια είναι διαπραγματεύσιμα ενώ άλλα όχι. Τα όρια που στοχεύουν στην παροχή ασφάλειας στο παιδί δε διαπραγματεύονται από τους γονείς (φοράμε πάντα τη ζώνη στο αυτοκίνητο), αντίθετα οι γονείς μπορούν να δεχθούν εξαιρέσεις σε κανόνες που αφορούν στην τήρηση του καθημερινού προγράμματος (το παιδί μπορεί να κοιμηθεί πιο αργά από τη συνηθισμένη ώρα εάν έχει έρθει επίσκεψη ο αγαπημένος του θείος τον οποίο δε βλέπει συχνά).

Από τα παραπάνω συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν κάποιες βασικές κατευθυντήριες αρχές σχετικά με το πώς μπορεί κάποιος να θέσει όρια στο παιδί του. Στις πολύ μικρές ηλικίες ένα ξεκάθαρο όχι από την πλευρά του γονιού είναι δυνατό να λειτουργήσει ικανοποιητικά, ιδίως όταν χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις που αφορούν την ασφάλεια του παιδιού ή όταν το παιδί εκδηλώνει λεκτική ή σωματική επιθετικότητα. Σε δεύτερο χρόνο όμως είναι σημαντικό να ακολουθεί από το γονιό μία απλή εξήγηση που να αιτιολογεί τους λόγους για τους οποίους ειπώθηκε το όχι αυτό.

Καθώς το παιδί μεγαλώνει ο γονιός καλείται να επιδιώκει τη συνεργασία του παιδιού στη διαδικασία της θέσπισης και τήρησης των ορίων ορίζοντας με σαφήνεια την επιθυμητή συμπεριφορά του παιδιού και τις συνέπειες που θα υπάρξουν στην περίπτωση που η επιθυμητή συμπεριφορά δεν εκδηλωθεί. Η συμμετοχή και η συνεργασία του παιδιού επιτυγχάνονται όταν οι γονείς χαρακτηρίζονται από συνέπεια και σταθερότητα ως προς αυτά που αναμένουν από το παιδί, όταν προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις από τις οποίες μπορεί να επιλέξει το παιδί αυτή που θεωρεί καλύτερη ανά περίπτωση και όταν εφαρμόζουν συνέπειες που σχετίζονται λογικά με τη μη επιθυμητή συμπεριφορά του παιδιού σε ήρεμο και φιλικό τόνο.

Η συνέπεια και σταθερότητα προσφέρουν στα παιδιά τη δυνατότητα να προβλέπουν τι αναμένεται από εκείνα κάτι που ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας που νιώθουν για το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται. Οι εναλλακτικές λύσεις αναγνωρίζουν την ισότιμη θέση που έχουν τα παιδιά ως μέλη της οικογένειας και ενισχύουν την ικανότητα τους να αναλαμβάνουν ευθύνες και να παίρνουν αποφάσεις. Η εφαρμογή των συνεπειών που σχετίζονται λογικά με τις μη αποδεκτές συμπεριφορές των παιδιών σε ήρεμο και φιλικό τόνο συμβάλλει στη δημιουργία μίας διδακτικής εμπειρίας για το παιδί και μειώνει την πιθανότητα να βιωθεί από το παιδί ως τιμωρητική συνθήκη που απορρέει από την εξουσία του γονιού. Η γενικότερη τάση του γονιού να εξηγεί στο παιδί και να επιδιώκει τη συνεργασία μαζί του δημιουργεί στο παιδί την αίσθηση ότι αποτελεί σημαντικό μέλος της οικογένειας κάτι που συμβάλλει σημαντικά στην δημιουργία μία θετικής εικόνας για τον εαυτό.

Τα παρακάτω παραδείγματα περιέχουν κάποιες ιδέες για το πώς θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην πράξη οι κατευθυντήριες αρχές που περιγράφηκαν:

  • Ο κανόνας ο οποίος έχει συμφωνηθεί είναι ότι κάθε Σάββατο τα παιδιά τελειώνουν τα μαθήματα για το σχολείο προκειμένου να μπορέσουν να κανονίσουν κάτι για το βράδυ. Όταν ο εννιάχρονος γιος ζητά από τους γονείς του να πάει σινεμά με ένα συμμαθητή του, ενώ δεν έχει ασχοληθεί καθόλου όλη την ημέρα με τα μαθήματα του, εκείνοι του υπενθυμίζουν σε ήρεμο και φιλικό τόνο τη συμφωνία τους: «Η συμφωνία μας ήταν ότι θα έχεις τελειώσει πρώτα τα μαθήματά σου. Από τη στιγμή που δεν το έκανες, δεν μπορείς να πας σήμερα στο σινεμά. Θα έχεις όμως την ευκαιρία να προσπαθήσεις ξανά το επόμενο Σαββατοκύριακο».
  • Οι μικρές κόρες της οικογένειας έχουν την τηλεόραση πολύ δυνατά, ενώ ο πατέρας τους προσπαθεί να δουλέψει στο διπλανό δωμάτιο και χρειάζεται ησυχία. Θέτει λοιπόν με σαφήνεια στις κόρες του τις επιλογές που έχουν «Μπορείτε να συνεχίσετε να βλέπετε τηλεόραση αν τη χαμηλώσετε ή να παραμείνετε στο δωμάτιο σας ώσπου να τελειώσω τη δουλειά μου. Διαλέξτε τι προτιμάτε».
  • Ο έφηβος γιος ετοιμάζεται για τη βραδινή του έξοδο. Η μητέρα του υπενθυμίζει τη συμφωνία τους για την ώρα της επιστροφής του προσθέτοντας τα εξής λόγια: «Ξέρω ότι περνάς πολύ ωραία όταν είσαι έξω με την παρέα σου, όμως κι εγώ ανησυχώ όταν καθυστερείς, γι’ αυτό είναι σημαντικό να προσπαθείς να τηρείς τη συμφωνία μας».

Όπως φάνηκε λοιπόν από τα παραπάνω, καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία θέσπισης ορίων είναι ο τρόπος με τον οποίο ο γονιός βάζει τα όρια: η προσπάθεια του να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους βάζει όρια, να ζητά τη συνεργασία του παιδιού και να εφαρμόζει τις συνέπειες με ηρεμία και φιλικότητα. Τότε μόνο βοηθά το παιδί του να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων του, να μαθαίνει να επιλύει προβλήματα, να αποκτά εμπιστοσύνη στις ικανότητες που διαθέτει και να αναγνωρίζει την προσωπική του αξία.

Βιβλιογραφία

Dinkmeyer D., MacKay G., Σχολείο για γονείς, εκδόσεις Θυμάρι

Zimmer K., Καλλιεργώντας στα παιδιά μας την αυτοπεποίθηση … τα εφοδιάζουμε με θάρρος για τη ζωή, εκδόσεις Θυμάρι

Rogge J.U., Τα παιδιά χρειάζονται όρια: Τα έχουν ανάγκη, εκδόσεις Θυμάρι

Rogge J.-U., Οι γονείς βάζουν όρια, εκδόσεις Θυμάρι

Nolte, D.L., Harris R., Τα παιδιά μαθαίνουν αυτό που ζουν, εκδόσεις Θυμάρι

Αθηνά Πετρούτσου

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Η κατάθλιψη είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για τους εφήβους καθώς συνδέεται με κατάχρηση ουσιών, αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχοκοινωνική τους λειτουργικότητα, διαταραχές άγχους, διατροφικές διαταραχές, αυτοκτονικό ιδεασμό, απόπειρες αυτοκτονίας. Όσο νωρίτερα ξεκινήσει η κατάθλιψη (μέσος όρος έναρξης 14 ετών) τόσο πιο πιθανό είναι να εμφανιστούν αργότερα καταθλιπτικά επεισόδια στην ενήλικη ζωή. Η χρονιότητα και η σοβαρότητα της κατάστασης κάνουν επιτακτική την ανάγκη για έγκαιρη παρέμβαση και πρόληψη. Για τους γονείς μπορεί να είναι δύσκολο να διακρίνουν τα φυσιολογικά σημάδια της εφηβείας από μια συναισθηματική διαταραχή. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από ραγδαίες σωματικές, νοητικές, συναισθηματικές και κοινωνικές αλλαγές οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν άγχος και φόβο στους εφήβους, αλλά και απόγνωση στους γονείς. Ωστόσο οι ενδείξεις της κατάθλιψης αφορούν σε ευερέθιστη διάθεση ή υπερβολικό κλάμα, έλλειψη ενδιαφέροντος για τις δραστηριότητες που οι έφηβοι έβρισκαν ευχάριστες (απομόνωση), δυσκολία στη συγκέντρωση, αίσθημα αναξιότητας, διαταραχή στον ύπνο (η οποία επιμένει), αυτοκαταστροφική συμπεριφορά (κατάχρηση ουσιών, ριψοκίνδυνη σεξουαλική συμπεριφορά, αυτοτραυματισμοί), διαταραχή όρεξης, αυτοκτονικές σκέψεις.

Οι ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν τους γονείς βασίζονται στο ότι τα αρνητικά οικογενειακά πρότυπα προκαλούν και διαιωνίζουν τα καταθλιπτικά συναισθήματα των εφήβων. Στόχος των παρεμβάσεων είναι η βελτίωση της διάθεσης καθώς και το να αποτελέσει η οικογένεια μια πηγή ψυχικής ανθεκτικότητας κι ένα ασφαλές πλαίσιο το οποίο θα ενδυναμώσει τον έφηβο. Για να βελτιωθεί λοιπόν η ψυχική υγεία των νέων είναι σημαντικό οι γονείς να εξασφαλίσουν μια υγιή και εποικοδομητική αλληλεπίδραση μαζί τους.

Η ενεργητική ακρόαση και η προσπάθεια κατανόησης των προβλημάτων τους θα αποτελέσουν τη βάση για μια θετική σχέση που θα χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, συνέπεια, οριοθέτηση.

Η ανοιχτή, χωρίς επίκριση, επικοινωνία θα κάνει τον έφηβο να νιώσει ηρεμία ώστε να μοιραστεί τις ανησυχίες του.

Η ενθάρρυνση για επικοινωνία θα τονώσει την αυτοεκτίμησή του. Όπως και η παρότρυνση (χωρίς πίεση) για συμπεριφορική ενεργοποίηση: το να συμμετέχει ξανά ο έφηβος σε δραστηριότητες από τις οποίες απέχει λόγω κατάθλιψης θα αυξήσει το αίσθημα της προσωπικής ικανότητας και ικανοποίησης.

Οι γονείς χρειάζεται επίσης να αποφασίσουν ποιανού ανάγκη ικανοποιούν όταν σπεύδουν να διορθώσουν ένα πρόβλημα που παρουσιάζεται. Είναι σημαντικό για τον έφηβο με κατάθλιψη να αμφισβητήσει την τάση του για παθητικότητα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα κάνει κάτι για να αλλάξει την κατάσταση. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η απελπισία και η κοινωνική απομόνωση οδηγούν στην εξάρτηση από τους γονείς. Η αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα σε μια εξάρτηση που πηγάζει από την καταθλιπτική διαταραχή και στην επιθυμία των εφήβων για αυτονομία και ανεξαρτησία από τους γονείς μπορεί να αποτελέσει αιτία θυμού και εσωτερικής αναστάτωσης. Οι γονείς μπορεί να βρεθούν σε αδιέξοδο: η πρακτική και συναισθηματική υπερεμπλοκή μπορεί να οδηγήσει σε μια αίσθηση των εφήβων ότι τους ελέγχουν. Από την άλλη η γονεϊκή αποστασιοποίηση μπορεί να κάνει τους εφήβους να νιώσουν ότι δεν ενδιαφέρονται και ότι τους εγκαταλείπουν. Μπροστά σε αυτή την αμφιθυμία των εφήβων, οι οποίοι μπορεί να αποσύρονται και να αρνούνται βοήθεια ή να γίνονται παθητικοί περιμένοντας τα πάντα από τους άλλους, είναι σημαντικό για τους γονείς να κατανοήσουν ότι η διαπραγμάτευση είναι μια απαραίτητη αναπτυξιακή διεργασία που περιπλέκεται όμως από την κατάθλιψη.

Οι γονείς μπορούν να διασφαλίσουν ένα ισορροπημένο και ανεκτικό περιβάλλον για το παιδί τους, όπου η διαπραγμάτευση γίνεται με σεβασμό και συζήτηση. Ώστε να μπορέσουν να επικοινωνήσουν πως πίσω από τους κανόνες και τα όρια δεν είναι η ανάγκη τους για έλεγχο και υπακοή. Είναι η αγάπη που θα επιτρέψει στον έφηβο να ανθίσει και η αποδοχή που θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα προβλήματά του.

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Μήπως καταναλώνετε μεγάλες ποσότητες φαγητού όταν είστε αγχωμένος/η προκειμένου να αισθανθείτε καλύτερα;

Επιβραβεύετε συχνά τον εαυτό σας με γλυκά;

Τρώτε συνήθως μέχρι ν’ αναρωτηθείτε: «Τι το ’θελα κι έφαγα τόσο;»

Το φαγητό σάς κάνει να νιώθετε ασφαλείς; Μειώνει το άγχος σας;

Όταν παρατρώτε, αισθάνεστε πιο ευχάριστα ή ανακουφισμένοι;

Δεν κρατιέστε, όταν βλέπετε φαγητό που σας αρέσει;

Αν απαντάτε καταφατικά στις περισσότερες από τις παραπάνω ερωτήσεις, ίσως και να τρώτε συναισθηματικά.

Στην πραγματικότητα, όλοι μας μπορεί να επιτεθούμε στο ψυγείο για λόγους που δεν σχετίζονται πάντα με το φυσικό αίσθημα της πείνας. Ωστόσο, αν η κατανάλωση τροφής αποτελεί τον κατ’ εξοχήν τρόπο διαχείρισης των προβλημάτων σας, τότε μπορεί να βρεθείτε παγιδευμένοι σ’ έναν φαύλο κύκλο όπου τα συναισθηματικά σας ζητήματα διαιωνίζονται: κι αυτό επειδή η διατροφική αστάθεια δεν μπορεί να διορθώσει τη συναισθηματική αστάθεια.

 

Αν καταφεύγετε στο φαγητό κάθε φορά που η διάθεσή σας είναι κακή, ή νιώθετε πλήξη κ.τ.ό. αυτό συμβαίνει για έναν και μόνο λόγο: για να αποστασιοποιηθείτε από τα δυσάρεστα συναισθήματα και τις αρνητικές σκέψεις που σας ταλαιπωρούν ‒ όχι για να τα διορθώσετε.

 

Μπροστά στη δυσκολία, η πόρτα του ψυγείου ίσως φαντάζει ελκυστική, μια και το φαγητό:

α) είναι απολαυστικό, γευστικό και πάντα διαθέσιμο.

β) προσφέρει άμεση ικανοποίηση.

γ)  δημιουργεί αίσθημα πληρότητας το οποίο υποκαθιστά τα αρνητικά συναισθήματα.

 

Εντούτοις, ύστερα από ένα επεισόδιο υπερφαγίας, το πιθανότερο είναι να αισθανθείτε ότι χάνετε τον έλεγχο της ζωή σας ‒καθώς η διάθεσή σας καθορίζεται από το φαγητό‒ και να νιώσετε ενοχές εξαιτίας των ανεπιθύμητων θερμίδων που αποκτήσατε.

 

Γι’ αυτό:

 

1) Προσπαθήστε να καταλάβετε αν η πείνα σας είναι οργανική ή συναισθηματική.

Για να βγείτε από τον φαύλο κύκλο της κατανάλωσης φαγητού που σκοπό έχει να καταπραΰνει τα συναισθήματά σας, θα χρειαστεί πρώτα να μάθετε πώς να διακρίνετε τις διαφορές μεταξύ της βιολογικής και της συναισθηματικής πείνας:

  • Η συναισθηματική πείνα ξεσπάει αιφνίδια. Στον εγκέφαλό σας, μια ραγδαία αύξηση των επιπέδων ενός νευροδιαβιβαστή που ονομάζεται ντοπαμίνη (στις περιοχές του κερκοφόρου πυρήνα και του κελύφους) σάς ωθεί στην αναζήτηση πρόσκαιρης επιβράβευσης και ανακούφισης μέσω της κατανάλωσης μεγάλων ποσοτήτων φαγητού. Η βιολογική πείνα, αντίθετα, αυξάνεται σταδιακά και η ανάγκη να τραφείτε δεν μοιάζει τόσο επιτακτική.
  • Ο κορεσμός στη συναισθηματική πείνα επιτυγχάνεται με συγκεκριμένα είδη τροφής που συνήθως παχαίνουν, ενώ όταν τρώτε εξαιτίας οργανικών αναγκών, είστε συχνά σε θέση να καταναλώσετε σχεδόν ο,τιδήποτε.
  • Η συναισθηματική πείνα δεν καλύπτεται μόλις νιώσετε χορτασμένοι, αλλά μόλις νιώσετε δυσάρεστα. Αντίθετα, όταν η πείνα σας είναι βιολογική, το αίσθημα της πληρότητας επέρχεται μόλις γεμίσει το στομάχι.
  • Η συναισθηματική πείνα προκαλεί ενοχές και ντροπή, ενώ η όρεξη για φαγητό, η οποία προκύπτει από βιολογικά αίτια, σπανίως θα σας κάνει να νιώσετε άσχημα με τον εαυτό σας.

 

2) Εντοπίστε τα ερεθίσματα και τους λόγους που σας ανοίγουν την όρεξη:

Οι άνθρωποι καταφεύγουν στο φαγητό για πολλούς λόγους. Είναι σημαντικό να αναγνωρίσετε τους δικούς σας.

Ποιες καταστάσεις, τόποι ή συναισθήματα οδηγούν τα βήματά σας στην πόρτα του ψυγείου; Το στρες, η πλήξη, η θλίψη άλλα έντονα συναισθήματα; Διατηρήστε ένα ημερολόγιο, όπου θα καταγράφετε τα επεισόδια συναισθηματικής πείνας και υπερφαγίας, καθώς και τους λόγους που πιστεύετε ότι προκάλεσαν την παρόρμησή σας. Με την πάροδο του χρόνου, θα αποκτήσετε μια καλύτερη εικόνα για το μοτίβο και τις πιο εμφανείς αφορμές των δυσλειτουργικών διατροφικών συνηθειών σας.

 

3) Κάντε μια παύση 5 λεπτών πριν φάτε ο,τιδήποτε:

Οι περισσότεροι άνθρωποι που καταφεύγουν στο φαγητό για συναισθηματικούς λόγους νιώθουν ανήμποροι να αντισταθούν στην άμεση ικανοποίηση που προσφέρει η κατανάλωση μιας σοκολάτας, μιας λιχουδιάς, ή κάποιας άλλης τροφής, επειδή αφενός οι προσπάθειές τους κατά το παρελθόν να αντισταθούν στην παρόρμηση υπήρξαν αποτυχημένες και επειδή αφετέρου η συναισθηματική κατανάλωση τροφής συμβαίνει αυτόματα και μηχανικά.

Συνεπώς, είναι σημαντικό να κάνετε μια παύση 5 λεπτών πριν φάτε ο,τιδήποτε, να συλλογιστείτε, και τέλος να δώσετε στον εαυτό σας την ευκαιρία να κάνει μια συνειδητή επιλογή.

Αναρωτηθείτε: «Πώς αισθάνομαι;», «Ποιο συναίσθημά μου θέλω να καταπραΰνω;», «Έχω εναλλακτικούς τρόπους να ανακουφίσω το συναίσθημα ή τη διάθεσή μου;».

 

4) Ικανοποιείστε τα συναισθήματά σας με άλλους τρόπους:

Προκειμένου να σταματήσετε την κατανάλωση φαγητού για συναισθηματικούς λόγους, δεν αρκεί μόνο η γνώση για τα αίτια που σας σπρώχνουν στο ψυγείο. Θα χρειαστεί επίσης να βρείτε εναλλακτικούς τρόπους προκειμένου να αμβλύνετε τα συναισθήματά σας. Για παράδειγμα:

  • Αν αισθάνεστε θλιμμένοι, μπορείτε να καλέσετε κάποιον στο τηλέφωνο που συνήθως σας βελτιώνει τη διάθεση.
  • Αν είστε αγχωμένοι, μπορείτε να απασχοληθείτε με κάτι χειρωνακτικό (χειροτεχνία, περίπατο, δουλειές του σπιτιού κτλ.).
  • Αν νιώθετε πλήξη, διαλέξτε μια δραστηριότητα που σας ευχαριστεί (π.χ., να βγείτε για περίπατο).

 

5) Δώστε χώρο στα συναισθήματά σας:

Συχνά, οι άνθρωποι που τρώνε για συναισθηματικούς λόγους νομίζουν εσφαλμένα ότι δεν μπορούν να ελέγξουν όσα νιώθουν και ως εκ τούτου τα «ανακουφίζουν» με το φαγητό. Αυτό συμβαίνει επειδή φοβούνται ότι το συναίσθημά τους θα είναι πολύ έντονο και θα έχει μεγάλη διάρκεια.

 

Ωστόσο, η καταπίεση ενός συναισθήματος οδηγεί σε περαιτέρω δυσκολίες και είναι σημαντικό να γνωρίζετε ότι όταν δεν καταπνίγουμε ένα συναίσθημα ή όταν δεν του δίνουμε υπερβολική σημασία, μπορεί η ένταση ακόμη και του πιο επίπονου να μειωθεί σχετικά γρήγορα.

 

Αν, για παράδειγμα, νιώθετε θλιμμένοι, αντί να επικεντρώσετε όλη σας την προσοχή σε αυτό που βιώνετε και να μπείτε στη διαδικασία να απαντήσετε σε ερωτήσεις που δεν επιδέχονται απάντηση (π.χ. «Γιατί να συμβαίνει αυτό σε μένα;), αλλάξτε τον εσωτερικό σας μονόλογο και πείτε στον εαυτό σας: «Αυτή τη στιγμή νιώθω θλιμμένος. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να υιοθετήσω συμπεριφορές που θα με φέρουν πιο κοντά στους στόχους μου».

 

Φάτε λοιπόν, αλλά τουλάχιστον κάντε το συνειδητά. Δεν θ’ αργήσετε να δείτε τη διαφορά. Να θυμάστε πάντα ότι οι συνήθειες σε ΌΛΟΥΣ τους ανθρώπους αλλάζουν με τον καιρό. Μην είστε απαιτητικοί με τον εαυτό σας, απλώς δοκιμάστε το.

Βασίλης Καραβασίλης

MSc Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Η μετάβαση από την οικογένεια στον παιδικό σταθμό είναι μια φυσιολογική εξελικτική διαδικασία με πολλές αλλαγές, στην οποία καλούνται να προσαρμοστούν όλα τα μέλη της οικογένειας.

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σηματοδοτεί το πέρασμα σε μια καινούρια φάση ζωής, όχι μόνο για το παιδί, αλλά για όλη την οικογένεια.

Έντονα και ανάμεικτα συναισθήματα, όπως άγχος, αγωνία, περιέργεια, φόβος, ανησυχία και προσμονή κυριεύουν γονείς και παιδιά. Τα παιδιά δεν ξέρουν τι να περιμένουν, ενώ οι γονείς ανησυχούν για την ομαλή ένταξη του παιδιού τους στον σταθμό.

Στάση Γονέων

Η επιτυχής προσαρμογή του παιδιού στον παιδικό σταθμό ή το νηπιαγωγείο εξαρτάται άμεσα από τη στάση των γονέων, καθώς το άγχος του παιδιού να αποχωριστεί τους γονείς του και οι δυσκολίες προσαρμογής του στο σχολείο συνδέονται άμεσα με το άγχος των γονιών του.

Τα παιδιά έχουν την ικανότητα να «διαβάζουν» το πρόσωπο και τη στάση του σώματός των γονιών του. Η παραμικρή ένδειξη αμφιβολίας ή ανησυχίας γίνεται αντιληπτή από εκείνα, παρά την προσπάθειά μας να την αποκρύψουμε. Συνεπώς, μία τέτοια ένδειξη θα τους προκαλέσει φόβο και ανασφάλεια και θα δυσχεράνει την ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον.

Προετοιμασία

  • Μιλήστε στο παιδί με ειλικρίνεια για το πού πηγαίνει και τι θα κάνει εκεί.
  • Μιλήστε για τη δασκάλα του με λόγια ζεστά, ώστε να νιώσει ότι είναι ένα πρώτο πρόσωπο αναφοράς & φροντίδας για εκείνο.
  • Θα μπορούσατε να κανονίσετε μια επίσκεψη στο σχολείο που έχετε αποφασίσει να ξεκινήσει το παιδί σας παρέα με εκείνο, ώστε να αποκτήσει μια πρώτη εικόνα του χώρου αλλά και μια γνωριμία με τη δασκάλα του.
  • Διαβάστε του κάποιο παραμύθι/ ιστορία που αναφέρεται στην πρώτη μέρα στο σχολείο (στην αγορά υπάρχουν αρκετά τέτοια).
  • Λίγο πριν ξεκινήσει το σχολείο, καλό θα ήταν να εξασκήσετε το παιδί σας στο πρωϊνό ξύπνημα (μη γίνει ξαφνικά με το ξεκίνημα του σχολείου).

Κι έφτασε η Πρώτη Μέρα…

  • Παραμείνετε στο χώρο του σχολείου ή σε κοντινή απόσταση από εκείνο, εάν είναι εφικτό για 2-3 ημέρες (αναλόγως πάντα με τη στάση του παιδιού).
  • Τις πρώτες ημέρες συστήνεται το παιδί να μένει στο σχολείο για λίγες ώρες.
  • Χρειάζεται να είστε συνεπείς προς το παιδί σας και να τηρείτε τα ωράρια που του υποσχεθήκατε.
  • Όταν φεύγετε από το χώρο του σχολείου, αποχαιρετήστε το παιδί. Αν φύγετε στα κρυφά και κάποια στιγμή αρχίσει να σας αναζητά θα αναστατωθεί ιδιαιτέρως και θα τρομάξει.
  • Όσο κι αν το παιδί σας επιμένει να μείνετε εκεί ή αναζητά επιπλέον φιλιά κι αγκαλιές, μην καθυστερείτε την αποχώρησή σας και μην απολογείστε. Δώστε μια μεγάλη αγκαλιά κι ένα φιλί και αποχαιρετήστε το αποφασιστικά.
  • Μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον υπεύθυνο του σταθμού, ώστε να πληροφορηθείτε εάν ηρέμησε.
  • Μην συγκρίνετε το παιδί σας με τα υπόλοιπα παιδιά. Μπορεί το δικό σας να χρειάζεται περισσότερες ή λιγότερες ημέρες, ώστε να προσαρμοστεί στο νέο αυτό περιβάλλον του σχολείου. Δεν χρειάζεται να μπαίνετε στη διαδικασία να σκέφτεστε σε τι ρυθμούς προσαρμόζονται τα υπόλοιπα παιδιά, καθώς το κάθε παιδί έχει το δικό του ρυθμό.

Μην ξεχνάτε ότι:

  • Αποχαιρετάμε το παιδί & το παραλαμβάνουμε από το σχολείο χαρούμενοι. Εάν αρχίσουμε να κλαίμε εμείς, φανταστείτε πώς θα νιώσει εκείνο.
  • Αναμένουμε την αντίδραση του παιδιού στο νέο αυτό ξεκίνημα και την ένταση που μπορεί να το συνοδεύει. Καλό είναι να θυμόμαστε ότι τα παιδιά προσαρμόζονται εκ φύσεως πιο εύκολα από τους μεγάλους, αρκεί να τους το επιτρέψουμε και να τους βοηθήσουμε σε αυτό.
  • Εάν ο γονιός αντιληφθεί το δικό του συναίσθημα και το κατανοήσει, τότε διευκολύνει και εκπαιδεύει το παιδί του να διαχειρίζεται και να προσαρμόζεται σε νέες συνθήκες, διαδικασία απαραίτητη για την μετέπειτα ωρίμανση και αυτονόμησή του.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Η καταστροφή ως ψυχολογικό γεγονός παράγει τραύμα, φόβο, άγχος και σοκ. Οι ψυχολογικές συνέπειες είναι έντονες ενώ η αποδιοργάνωση και το στρες μπορεί να οδηγήσουν σε μακροχρόνια συναισθηματικά προβλήματα.

Αυτό που χρειάζονται άμεσα οι επιζώντες της καταστροφής είναι να αναγνωρίσουμε την εμπειρία τους ακούγοντας την αγωνία τους είτε γιατί έχασαν το σπίτι τους, είτε για το θάνατο τους αγαπημένου τους προσώπου ή του κατοικίδιού τους.

Είναι απαραίτητο να τους βοηθήσουμε να προσαρμοστούν σε νέες συνθήκες στέγασης και να τους παρέχουμε πληροφορίες για τις διαθέσιμες πηγές σχετικά με ιατρική περίθαλψη, ρουχισμό κτλ. Η διασύνδεση και η βοήθειά μας να έρθουν σε επαφή με τις οργανώσεις και τις υπηρεσίες είναι πολύτιμες. Όπως επίσης και η στήριξή μας σε γραφειοκρατικά ζητήματα και διαδικασίες που αφορούν τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους (αιτήσεις, επιδόματα).

Να τους βοηθήσουμε να ενισχύσουν τις δεξιότητες ανθεκτικότητας. Κάθε άνθρωπος διαθέτει μια φυσική και αυτόματη ανθεκτικότητα. Ο τρόπος να βρουν ξανά ένα τρόπο εξέλιξης προϋποθέτει χρόνο και προσπάθεια. Βοηθώντας τους να σχετιστούν με την οικογένειά τους τους φίλους τους θα διευκολύνει τη διεργασία της ανθεκτικότητας.

Οι ίδιοι θα αποφασίσουν πως θα διαχειριστούν την προσωπική τους ιστορία ενδυνάμωσης. Κι εμείς θα τους παροτρύνουμε προς αυτό το στόχο.

Να είμαστε εκεί για τους γονείς και να ακούσουμε την αγωνία τους για τα παιδιά τους. Να τους στηρίξουμε στην οργάνωση και διαχείριση των νέων προκλήσεων όπως νέες συνθήκες διαβίωσης, αλλαγή κατοικίας, σχολείου.

Να αναγνωρίσουμε και να αξιολογήσουμε παλιές πληγές που δεν είχαν προλάβει να επουλωθούν και ξύπνησαν με την καταστροφή. Όπως για παράδειγμα ψυχικές διαταραχές που προϋπήρχαν ή άλλα ψυχοπιεστικά γεγονότα ζωής που συμβαίνουν παράλληλα τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Να τους εκπαιδεύσουμε σχετικά με την εμφάνιση συμπτωμάτων που εμφανίζονται σε επιζώντες καταστροφής. Συμπτώματα όπως φόβοι, επαναλαμβανόμενες εικόνες, εφιάλτες, ευερεθιστότητα, σύγχυση, αποστασιοποίηση και απόσυρση είναι συχνά και φυσιολογικά.

Δουλεύοντας με παιδιά: να εντοπίσουμε και να στηρίξουμε στρατηγικές διαχείρισης· να τα βοηθήσουμε να χτίσουν ξανά το στηρικτικό τους περιβάλλον· να βρουν τρόπους να είναι χρήσιμα σε άλλους ανθρώπους να βοηθήσουμε την οικογένειά τους να συγκροτηθεί και να βρει ξανά τη ρουτίνα και το καθημερινό της πρόγραμμα να υπενθυμίσουμε τόσο στα ίδια όσο και στους γονείς τους τη σημασία της ξεκούρασης και της αυτοφροντίδας.

Να παρέχουμε πληροφορίες για παροχή μακροπρόθεσμης επαγγελματικής βοήθειας.

Να τους διαβεβαιώσουμε πως η ζωή τους θα επανέλθει και θα μπορέσουν να ζήσουν με συναισθηματική ασφάλεια.

Reference: What psychologists do on disaster, APA, 2014

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Η σκέψη ότι μπορεί να κάνετε κάτι στραβά μοιάζει τόσο τρομακτική που καταβάλλετε κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να γίνουν όλα «όπως πρέπει» και να μην εκτεθείτε. Στην προσπάθειά σας να έχετε την καλύτερη δυνατή απόδοση, βιώνετε υψηλά επίπεδα άγχους ενώ αποθαρρύνεστε και κατηγορείτε τον εαυτό σας που υλοποιήσατε με μεγάλη δυσκολία τους στόχους που είχατε θέσει. Εκείνη τη στιγμή, σίγουρα οι άλλοι θα σας φαίνονται καλύτεροι, ικανότεροι, εξυπνότεροι, πιο ευέλικτοι, κτλ., κτλ.

 

Μήπως, όμως, έχετε απλώς βάλει πολύ ψηλά τον πήχη για τον εαυτό σας;

 

Συνήθως οι άνθρωποι που θέλουν να επιτύχουν το «τέλειο» απαιτούν από τον εαυτό τους υπερβολικά και απολύτως μη ρεαλιστικά επίπεδα απόδοσης («Πρέπει να γράψω οπωσδήποτε 10 στο διαγώνισμα και τίποτε λιγότερο!»). Το πράττουν, μάλιστα, παρά τις αρνητικές επιπτώσεις που εμφανέστατα αντιμετωπίζουν κατά την προσπάθειά τους (άγχος, σωματική κόπωση, έλλειψη χρόνου, αϋπνία, αναβλητικότητα, κατάθλιψη, αναβολή ευχάριστων δραστηριοτήτων κλπ.), ενώ δεν χάνουν ούτε μισή ευκαιρία να αυτοχαρακτηριστούν με βάση το πόσο ικανοποιητικά θεωρούν ότι φτάνουν το πολυπόθητο, «ιδανικό και πρέπον» επίπεδο απόδοσης τους. Ως εκ τούτου, κάθε φορά που δεν επιτυγχάνουν έναν στόχο η αυτοκριτική τούς οδηγεί είτε στο να καταβάλλουν επιπλέον προσπάθεια είτε στο να αγχωθούν από τον όγκο των «υποχρεώσεων» και να τις αναβάλλουν.

 

Αν λοιπόν ο πήχης μπαίνει πολύ ψηλά για σας, παρακάτω ίσως βρείτε μερικές στρατηγικές που θα διευκολύνουν την καθημερινότητά σας.

 

1. Αναγνωρίστε αν η τελειοθηρία σας είναι λειτουργική ή δυσλειτουργική

 

Ας δούμε όμως πρώτα αν η τελειοθηρία αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για εσάς. Δώστε απαντήσεις στις παρακάτω δηλώσεις.

 


 

Ισχύει

 

Σχεδόν ισχύει

 

Σχεδόν δεν ισχύει

 

Δεν ισχύει

 

Δεν μπορώ καθόλου τα λάθη.

 

Πρέπει να κάνω κάτι σωστά με την πρώτη.

 

 

Πρέπει να κάνω τα πάντα σωστά, όχι μόνο τα πράγματα στα οποία ξέρω ότι είμαι ήδη καλός/ή,

 

 

Αν δεν μπορώ να κάνω κάτι τέλεια δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσω.

 

 

Σπάνια επιβραβεύω τον εαυτό μου για κάτι που κατάφερα, γιατί πάντα υπάρχει κάτι παραπάνω που θα μπορούσα να κάνω.

 

 

Αφιερώνω αρκετό χρόνο για να τελειοποιήσω πλήρως κάτι που είναι ήδη καλό και ως εκ τούτου σπάνια έχω χρόνο για να ολοκληρώσω άλλες υποχρεώσεις ή να ευχαριστηθώ.

 

 

Σημασία έχει να εστιάζεται κανείς στα αρνητικά παρά στα θετικά του χαρακτηριστικά προκειμένου να βελτιωθεί.

 

 

Σπάνια αντλώ ευχαρίστηση από τη δουλειά μου.

 

 

Αν οι περισσότερες από τις παραπάνω δηλώσεις ισχύουν τότε η τελειοθηρία είναι ίσως ένα ζήτημα που πρέπει να επανεξετάσετε.

 

Έχετε κατά νου ότι η τελειοθηρία σας είναι λειτουργική όταν:

•   Δεν ταυτίζετε τις υψηλές προσδοκίες και τα επιτεύγματα με τη διαρκή απαίτηση και την ακατάπαυστη προσπάθεια.

•   Θεωρείτε ότι τα λάθη είναι αναπόφευκτα για όλους τους ανθρώπους κι επομένως ενώ κάνετε λάθη δεν είστε τα λάθη σας.

•   Διατηρείτε μια ευρύτερη εικόνα για τον εαυτό σας αναγνωρίζοντας και λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά σας.

και δυσλειτουργική όταν:

•   Πιέζετε τόσο τον εαυτό σας με αποτέλεσμα να αγχώνεστε και να μην πετυχαίνετε τους στόχους σας.

•  Ασκείτε έντονη αυτοκριτική αγνοώντας τις θετικές πλευρές σας κάθε φορά που δεν καταφέρνετε κάτι με τον τρόπο ακριβώς που θα θέλατε.

•  Αισθάνεστε αποτυχημένοι, γίνεστε αναβλητικοί, μετανιώνετε για πράγματα που δεν κατορθώσατε, ανησυχείτε υπερβολικά για το τι θα συμβεί και θλίβεστε.

 

2. Τροποποιείστε τις τελειοθηρικές σας σκέψεις

 

Συνήθως όσοι διατηρούν τελειοθηρικές πεποιθήσεις γίνονται πολύ επικριτικοί με τον εαυτό τους και τους άλλους. Ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους για να ξεπεράσει κανείς τη δυσλειτουργική τελειοθηρία είναι να αντικαταστήσει τις απαιτητικές σκέψεις με άλλες πιο ρεαλιστικές και εποικοδομητικές. Επαναλάβετε τις νέες σας εποικοδομητικές σκέψεις ακόμη κι αν αρχικά δεν τις πολυπιστεύετε. Με την πάροδο του χρόνου θα δείτε ότι αρχίζετε να υιοθετείτε πιο ισορροπημένες αντιλήψεις για το πώς γίνονται τα πράγματα.

 

Μερικά παραδείγματα ρεαλιστικών σκέψεων:

«Κανείς δεν είναι τέλειος!»

«Επειδή έκανα ένα λάθος δεν σημαίνει ότι είμαι χαζός ή αποτυχημένος. Το μόνο που σημαίνει είναι ότι είμαι άνθρωπος. Όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη!»

«Δεν είναι απαραίτητο να είμαι ευχάριστος στους άλλους συνέχεια. Όλοι έχουν τις καλές και τις κακές τους μέρες. Άλλωστε μήπως είναι οι άλλοι συνέχεια ευχάριστοι σ’ εμένα;»

 

3. Διατηρείστε μια σφαιρική εικόνα της κατάστασης

 

Συνήθως όσοι άνθρωποι ταλαιπωρούνται από την τελειοθηρία τους περνούν αρκετό χρόνο ανησυχώντας για δευτερεύουσας σημασίας λεπτομέρειες («Σε τι γραμματοσειρά να γράψω αυτό το e-mail;»). Μια χρήσιμη στρατηγική προκειμένου να ανησυχείτε λιγότερο για τις λεπτομέρειες είναι να αναρωτηθείτε τα εξής:

•   Ποιο είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί;

•   Ακόμη κι αν συμβεί το χειρότερο που μπορώ να φανταστώ είμαι σε θέση να το διαχειριστώ;

•  Αυτό με το οποίο ασχολούμαι θα είναι σημαντικό και αύριο; Την άλλη βδομάδα; Τον επόμενο χρόνο;

 

4. Τροποποιείστε τις τελειοθηρικές συμπεριφορές

 

Όταν θέλετε να κάνετε κάτι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, κατά βάθος φοβάστε μήπως κάνετε λάθος και φανείτε ατελής κι εκτεθειμένος (φοβάστε μήπως σας «μαλώσουν», σας «υποτιμήσουν», κτλ.). Το να αντιμετωπίζει κανείς σταδιακά και βήμα βήμα τους φόβους του είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να τους υπερνικήσει. Για παράδειγμα, αν κάποιος φοβάται τους σκύλους ο καλύτερος τρόπος για να ξεπεράσει τον φόβο είναι να αρχίσει να βρίσκεται σταδιακά κοντά σε σκύλους προκειμένου να δει ότι δεν είναι τόσο τρομακτικοί ή επικίνδυνοι, όπως αρχικά πίστευε. Δεν χρειάζεται να πάει κατευθείαν στον πρώτο σκύλο που θα βρεθεί μπροστά του και να τον χαϊδέψει σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Αντίστοιχα, προκειμένου να ξεπεράσετε το φόβο του λάθους που θα αποκαλύψει την «ανεπάρκειά» σας, θα χρειαστεί να αρχίσετε να κάνετε «συστηματικά» κάποια «σκόπιμα» λάθη.

Για παράδειγμα:

•   Φορέστε μια μπλούζα ακόμη κι αν έχει έναν μικρολεκέ.

•   Αφήστε να μεσολαβήσει λίγη ώρα άβολης σιωπής όταν έχετε βγει μ’ έναν φίλο σας.

•   Καλέστε κάποιον στο σπίτι σας χωρίς να συγυρίσετε πολύ.

 

5. Αντικρούστε την απαιτητική φωνή μέσα σας.

 

Πίσω από την τελειοθηρία σας κρύβονται βαθύτεροι φόβοι σας και ανάγκες, όπως για παράδειγμα ο φόβος της απόρριψης από τους άλλους ή η ανάγκη για συνεχή αποδοχή. Ανατρέξτε στην παιδική σας ηλικία και σκεφτείτε τις πιθανές πηγές προέλευσης της τελειοθηρίας σας. Αναρωτηθείτε λοιπόν τα εξής:

•   Πώς καταλήξατε να πιστεύετε ότι πάντα πρέπει να τα καταφέρνετε τέλεια;

•   Μήπως οι γονείς σας σας έκαναν να πιστέψετε –ίσως ασυνείδητα- ότι έχετε πολλές υποχρεώσεις, ότι πρέπει να τα φέρνετε όλα εις πέρας, ότι πρέπει να προσπαθείτε συνέχεια κι ότι για να κάνετε κάτι που σας είναι απλώς ευχάριστο πρέπει πρώτα να έχουν εκπληρωθεί τα παραπάνω;

•   Έχει πάντα νόημα στο παρόν, να αισθάνεστε με τον ίδιο τρόπο που αισθανόσασταν στην παιδική σας ηλικία;

 

Στη συνέχεια, διαχωρίστε την τελειοθηρική πλευρά σας από την υπόλοιπη προσωπικότητα σας και δώστε της ένα όνομα. Θυμηθείτε ένα λάθος που κάνατε πρόσφατα και αφήστε την τελειοθηρική σας πλευρά να εκτονωθεί («Είσαι πολύ δειλός που δεν κατάφερες να αρθρώσεις λέξη μπροστά στον διευθυντή ενώ ήθελες να διεκδικήσεις περισσότερες αρμοδιότητες και καλύτερες συνθήκες εργασίας»). Σας ακούγεται οικεία αυτή η φωνή; Μήπως μοιάζει με τη φωνή της απαιτητικής μητέρας σας, του διευθυντή σας, του πρώην συζύγου σας, ενός συμμαθητή σας; Μπορείτε ακόμη και να τη ζωγραφίσετε και να τη βάλετε σ’ ένα εμφανές σημείο για να τη βλέπετε και να συνομιλείτε μαζί της. Θα δείτε ότι εξωτερικεύοντας την απαιτητική σας πλευρά και απορρίπτοντάς την όταν χρειάζεται το άγχος σας θα μειώνεται σημαντικά.

 

Τέλος, να θυμάστε ότι η ψυχική ισορροπία επιτυγχάνεται όταν οι ατέλειές μας παύουν να μας προκαλούν άγχος.

 

Βασίλης Καραβασίλης

MSc Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Πολλές φορές, το δύσκολο δεν είναι να βρούμε την αγάπη μέσα σε μια σχέση αλλά να μπορέσουμε να την αντέξουμε και να την αποδεχτούμε. Η εμπειρία μιας ρομαντικής σχέσης εκτός από ενθουσιασμό και συναισθήματα ευφορίας  μπορεί να  πυροδοτήσει φόβους και άγχη που σχετίζονται με την εγγύτητα. Ξαφνικά, το να φανούμε ευάλωτοι απέναντι σε κάποιον από τον οποίον προσδοκούμε να καλύψει τις συναισθηματικές μας ανάγκες φαντάζει επικίνδυνο καθώς ξυπνάνε μέσα μας βαθύτεροι φόβοι που σχετίζονται με την απόρριψη ή την απώλεια: νιώθουμε τότε τις ψυχικές μας άμυνες να απειλούνται.


Τι είναι όμως η εγγύτητα;

Η εγγύτητα είναι μια θεμελιώδης βιολογική ανάγκη του ανθρώπου να προσεγγίζει τους άλλους και να τους γνωρίζει. Από την άποψη της εξελικτικής ψυχολογίας και της βιολογίας, η τάση μας για σύνδεση υπήρξε πάντοτε τόσο καθοριστικής σημασίας ώστε χωρίς τη διαμόρφωση δεσμών, τη δυνατότητα να δενόμαστε συναισθηματικά και τη συγκρότηση ομάδων η φυσική μας επιβίωση θα ήταν αδύνατη.

Στις μέρες μας, φαινομενικά είμαστε πιο αυτάρκεις και δεν φαίνεται να απειλείται η συνέχεια του είδους μας,  χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε πια τους άλλους. Κάθε άλλο: η ανάγκη για σύνδεση φαίνεται πιο σημαντική από ποτέ καθώς η μοναξιά ταυτίζεται με τη μειωμένη ποιότητα ζωής στον σύγχρονο άνθρωπο. Εξάλλου, στη ζωή, οι σχέσεις είναι αυτές που μας προσδίδουν υπαρξιακό νόημα και είτε ενισχύουν είτε καταβαραθρώνουν την αυτοεικόνα μας. Πλέον γνωρίζουμε καλά ότι βρέφη που στερούνται την αγκαλιά, το χάδι και τη σωματική επαφή έχουν αρκετά λιγότερες πιθανότητες μιας ομαλής ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης.

Στις διαπροσωπικές μας σχέσεις η πραγματική εγγύτητα ξεπερνά τα όρια της επιφανειακής επικοινωνίας και απαιτεί από μας να αφήσουμε άφοβα αυτούς που μας ενδιαφέρουν να δουν τις αδυναμίες, τα ελαττώματά και την ευάλωτη πλευρά μας.

Αν με κάποιον τρόπο μάθατε ότι το να συνδέεστε στενά με άλλους ανθρώπους είναι επικίνδυνο άθελα σας θα αποφεύγετε πάση θυσία την εγγύτητα και τη σύναψη πιο σταθερών και ουσιαστικών σχέσεων, ανεξάρτητα από το πόσο μόνος/μόνη μπορεί να αισθάνεστε κατά βάθος.

 

Γιατί οι σχέσεις και η εγγύτητα μπορεί να μου προκαλούν φόβο;

Ο φόβος και η αποφυγή της εγγύτητας ξεκινά στην παιδική ηλικία και αποτελεί απόρροια ορισμένων αναπτυξιακών αποτυχιών στην φυσιολογική ψυχοκοινωνική εξέλιξη του παιδιού. Σύμφωνα με τη Θεωρία του Δεσμού (Attachment Theory), οι  αποτυχίες αυτές συνδέονται με το είδος του δεσμού που αναπτύσσεται ανάμεσα στο παιδί και τον φροντιστή του. Πιο συγκεκριμένα, αποτελούν συνάρτηση του βαθμού ανάπτυξης του αισθήματος εμπιστοσύνης που θα επιτύχει το παιδί να καλλιεργήσει με το ανθρώπινο περιβάλλον του. Το είδος αυτού του δεσμού αρχίζει να διαμορφώνεται ήδη από τη γέννηση του βρέφους. Η επαρκής φροντίδα και προστασία το καθιστούν ικανό στην ηλικία περίπου των τριών ετών αφενός να είναι σε θέση να αποχωριστεί τους γονείς για μικρά διαστήματα, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, και αφετέρου να έχει την αίσθηση ότι ο κόσμος αποτελεί ένα ασφαλές περιβάλλον το οποίο μπορεί να εξερευνήσει.

Ωστόσο, για ορισμένα παιδιά αυτή η διαδικασία διαταράσσεται εξαιτίας της συναισθηματικής ή σωματικής κακοποίησης, της φυσικής ή συναισθηματικής εγκατάλειψης και παραμέλησης από την πλευρά του φροντιστή. Συχνά, μάλιστα, δεν χρειάζεται καν να μεσολαβήσουν τόσο έντονα τραυματικές εμπειρίες. Για παράδειγμα, μια μητέρα που υποφέρει από κατάθλιψη ή ένας πατέρας πολύ απορροφημένος στα προβλήματά του δεν είναι πάντα σε θέση να κατανοήσει τις ανάγκες του παιδιού. Ακόμη κι αν οι γονείς εκκινούνται από τις καλύτερες προθέσεις, μπορεί κι οι ίδιοι να βιώσουν περιόδους άγχους κατά τις οποίες τους είναι αδύνατον να ανταποκριθούν επιτυχώς στις προκλήσεις που απαιτεί η ανατροφή ενός παιδιού και ο συναισθηματικός συντονισμός μαζί του.

Ως εκ τούτου, η διατάραξη του ασφαλούς δεσμού ενός βρέφους με τον φροντιστή του και η μη επαρκής κάλυψη των βασικών συναισθηματικών του αναγκών θα έχουν αρνητικό αντίκτυπο στα διαδοχικά στάδια της ψυχικής ανάπτυξης του παιδιού το οποίο με τη σειρά του "θα μαζέψει τα πόδια για να ταιριάξουν με το πάπλωμα" και θα υιοθετήσει δίκην ανταντακλαστικού συγκεκριμένες πεποιθήσεις, μοτίβα συμπεριφορών και ψυχικές άμυνες προκειμένου αφενός να προστατευτεί το ίδιο από περαιτέρω ματαιώσεις και αφετέρου να διατηρήσει ακέραιη και σταθερή την ενδοβεβλημένη ιδανική εικόνα των γονιών από τους οποίους εξαρτάται.

Για να περιγράψει και να αναλύσει τα μοτίβα αυτά των αμυντικών σκέψεων και συμπεριφορών ο Αμερικανός ψυχολόγος Δρ. Jeffrey Young υπήρξε από τους πρώτους που ανέπτυξε διεξοδικά την έννοια του Πρώιμου Δυσλειτουργικού Σχήματος (Early Maladaptive Schema). Σύμφωνα με τη Θεραπεία Σχημάτων (Schema Therapy), ένα Πρώιμο Δυσλειτουργικό Σχήμα συνιστά μια επαναλαμβανόμενη και διάχυτη εσωτερική αναπαράσταση (σκέψεων, συναισθημάτων, συμπεριφορών, αναμνήσεων και σωματικών αισθήσεων) που προκύπτει όταν οι βασικές συναισθηματικές ανάγκες ενός παιδιού (για τη δημιουργία ασφαλών δεσμών, ανάπτυξη αυτονομίας, ελευθερία αυτοέκφρασης, αυθορμητισμό, αλλά και για τον ορισμό από τον φροντιστή ρεαλιστικών αλλά μη παρεμβατικών ορίων) δεν ικανοποιούνται σε επαρκή βαθμό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το παιδί  αναγκάζεται να διαμορφώσει μια στρεβλή εικόνα για τον εαυτό, τον κόσμο και τους άλλους. Κοινό χαρακτηριστικό των επιμέρους σχημάτων είναι η πάλη τους για επικράτηση πάνω στη σκέψη, τη συμπεριφορά και την αυτενέργεια του ατόμου και η ανώφελη και δυσλειτουργική διαιώνισή τους στην ενήλικη ζωή.

 

Ως εκ τούτου:

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της εγκατάλειψης/αστάθειας: μπορεί να αισθάνεστε μη ασφαλείς, μόνος/η χωρίς την ύπαρξη κάποιου ικανού να σας παρέχει υποστήριξη ή προστασία. Ως απάντηση στο σχήμα είτε αποφεύγετε τις σχέσεις, είτε επιλέγετε μη διαθέσιμους συντρόφους, είτε προσκολλάστε τόσο έντονα στον/τη σύντροφό σας ώστε σταδιακά να τον/την απομακρύνεται από κοντά σας ή, τέλος, φροντίζετε να εγκαταλείψετε εσείς πρώτοι τη σχέση προκειμένου να μη βιώσετε οι ίδιοι το οδυνηρό φάσμα της εγκατάλειψης. Οποιαδήποτε επόμενη σχέση μετατρέπεται έτσι σε επίφοβη προοπτική, ενώ κυριαρχεί η σκέψη ότι θα καταλήξετε για πάντα μόνος/η.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της ελαττωματικότητας/ντροπής: αισθάνεστε ανεπαρκείς, εγγενώς κακοί ή χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία, ακόμη κι αν δεν μπορείτε να εντοπίσετε την ακριβή πηγή της προσωπικής σας ανεπάρκειας. Πρόκειται περισσότερο για την αίσθηση ότι μειονεκτείτε εν γένει σε ένα βαθύ ψυχικό επίπεδο και ότι διαφέρετε απ’ όλους τους άλλους, παρά για μια ρεαλιστική και πραγματική ανεπάρκεια. Για να διαχειριστείτε το σχήμα, είτε αποφεύγετε να εκφράσετε τις πραγματικές σκέψεις και συναισθήματά σας προκειμένου να μην εκτεθείτε, είτε δεν αφήνετε τους άλλους να έρθουν κοντά σας φοβούμενοι ότι θα ανακαλύψουν τα ελαττώματά σας και θα δουν πόσο λίγο αξίζετε, είτε εσείς οι ίδιοι απορρίπτετε και ασκείτε κριτική  στους άλλους υιοθετώντας μια στάση ανωτερότητας και υπεροψίας, μεταμφιέζοντας έτσι το προσωπικό αίσθημα ανεπάρκειας, μειονεξίας και εσωτερικής αδυναμίας.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της καχυποψίας/κακοποίησης: αισθάνεστε ότι οι άλλοι είναι το πιθανότερο να σας πουν ψέματα, να σας παραπλανήσουν για τα πραγματικά υποκρυπτόμενα κίνητρά τους και να σας εξαπατήσουν, να σας κοροϊδέψουν, να σας μειώσουν για να εξυψωθούν οι ίδιοι καταδεικνύοντας τα ελαττώματά σας, να σας χειριστούν ή να σας χρησιμοποιήσουν για να επιτύχουν τους δικούς τους σκοπούς αδιαφορώντας πλήρως για το δικό σας καλό. Ως απάντηση, είτε αποφεύγετε να εκφράσετε την εαυλωτότητά σας και να εμπιστευτείτε τους άλλους, είτε επιλέγετε ανθρώπους που όντως σας χρησιμοποιούν είτε απομακρύνετε τους γύρω σας βλάπτοντάς τους προκειμένου να «προλάβετε» το κακό που θα σας έκαναν εκείνοι πρώτα.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της συναισθηματικής στέρησης: πείθεστε ότι οι ανάγκες σας για συναισθηματική στήριξη, κατανόηση και προσοχή δεν θα ικανοποιηθούν ποτέ επαρκώς από τους άλλους. Ως απάντηση, είτε αποφεύγετε εντελώς τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, είτε επιλέγετε ανθρώπους που δεν είναι σε θέση να σας ακούσουν ή να σας στηρίξουν, είτε απομακρύνετε τους γύρω σας με αέναες και ολοένα κλιμακούμενες απαιτήσεις.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της εξάρτησης/ανικανότητας:  είστε κατά βάθος πεπεισμένοι ότι χωρίς τη στήριξη και τη συνεχή παρουσία των άλλων δεν θα μπορέσετε να τα καταφέρετε στην καθημερινότητά σας. Η απουσία τους σας κάνει να αισθάνεστε χαμένοι μέσα σ’ ένα ανώνυμο, επικίνδυνο πλήθος, αναζητώντας από κάπου να πιαστείτε. Ως απάντηση, είτε προσπερνάτε τις νέες προκλήσεις, είτε ζητάτε από τους άλλους να πάρουν αποφάσεις για εσάς είτε αποφεύγετε τελείως τις σχέσεις αντιδρώντας με μια ψευδαίσθηση αυτονομίας σαν να μην είχατε ποτέ κανέναν ανάγκη.

Όταν πυροδοτείται το σχήμα της υπερεµπλοκής/μη αναπτυγµένου εαυτού συνδέεστε τόσο έντονα με έναν ή περισσότερους ανθρώπους στη ζωή σας και προσπαθείτε να είστε συνέχεια μαζί του με αποτέλεσμα να μην έχετε κοινωνική ζωή ή δικά σας ενδιαφέροντα. Ως απάντηση στο σχήμα, είτε ζείτε μέσα από τη ζωή του/της συντρόφου σας ή δεν μπορείτε να αποχωριστείτε ακόμη τους γονείς σας, είτε παραμένετε ανεξάρτητοι και μακριά από σχέσεις εξαιτίας του φόβου ότι θα χάσετε τον εαυτό σας μέσα στη σχέση, είτε προσπαθείτε να βρεθείτε στον αντίποδα όλων εκείνων που σας τρομάζουν επιδιώκοντας μια ψευδεπίγραφη ανεξαρτησία. 

 

Πώς να ξεπεράσω τους φόβους μου;

Τα καλά νέα είναι ότι μπορείτε να ξεπεράσετε τον φόβο της εγγύτητας και να μάθετε τρόπους για να δημιουργείτε συναισθηματικές σχέσεις με τους άλλους.

Το πρώτο πράγμα είναι να σταματήσετε να αρνείστε όσα σας τρομάζουν και δυσκολεύεστε να τα παραδεχτείτε. Το επόμενο βήμα είναι να αναζητήσετε βοήθεια. Αυτό θα μπορούσε να ξεκινήσει με την ανάγνωση κάποιου βιβλίου αυτοβοήθειας ή με την απλή, αλλά ειλικρινή παρατήρηση των συναισθημάτων σας όταν αφήνετε τους άλλους να σας πλησιάσουν.

Η ψυχοθεραπεία ή η συμβουλευτική είναι ασφαλώς οι πιο ενδεδειγμένοι τρόποι για να ξεπεράσετε τους φόβους σας για τον εαυτό σας και τις σχέσεις.

Μαθαίνοντας να μην φοβάστε την εγγύτητα στις σχέσεις σας θα βελτιώσετε τις στενές διαπροσωπικές σας σχέσεις, τις φιλίες, τις επαγγελματικές σας συνεργασίες και την ικανότητά σας να διαμορφώσετε την πορεία της ζωής που εσείς θα επιλέξετε.

 

Βασίλης Καραβασίλης

MSc Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Η διπολική διαταραχή χαρακτηρίζεται από ακραίες διακυμάνσεις – είτε απότομες είτε σταδιακές - ανάμεσα σε δύο συναισθηματικές διαθέσεις:

  • Υπέρμετρη έξαρση (μανία)
  • Κατάθλιψη

Κάθε άνθρωπος έχει διακυμάνσεις στη διάθεσή του οι οποίες είναι φυσιολογικές αν σκεφτούμε πως οφείλονται στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος και στον τρόπο με τον οποίο το άτομο τα επεξεργάζεται, τα ερμηνεύει και τα εσωτερικεύει.

Στα άτομα με διπολική διαταραχή, τα «πάνω» και «κάτω» της διάθεσης είναι παθολογικά: έχουν μεγάλη ένταση και διάρκεια, καθώς και έντονες αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνική και επαγγελματική τους ζωή.

Όταν μιλάμε για μανία, εννοούμε κάτι περισσότερο από ενεργητικότητα ή ευφορία. Η μανία αποτελεί μια σοβαρή κατάσταση που περιλαμβάνει συμπτώματα όπως υπερβολική ενέργεια, σκέψεις που καλπάζουν, διογκωμένη αυτοεκτίμηση ή αίσθημα μεγαλείου, μειωμένη ανάγκη για ύπνο, ψυχοκινητική ανησυχία, υπερκινητικότητα, επιταχυμένο ρυθμό ομιλίας συχνά με διαταραγμένη σκέψη.

Η κατάσταση της μανίας μπορεί να είναι ευχάριστη για το άτομο καθώς νιώθει ‘ανεβασμένο’, γεμάτο αυτοπεποίθηση, ευτυχισμένο, χαρούμενο. Συνήθως όμως το μανιακό επεισόδιο χαρακτηρίζεται από ευερεθιστότητα, οργή, ενίοτε και παρανοϊκότητα. Θα λέγαμε λοιπόν πως η διάθεση είναι διεγερμένη παρά εξηρμένη.

Το συναίσθημα της ευερεθιστότητας μπορεί επίσης να προκύψει από τα καταθλιπτικά επεισόδια της διαταραχής. Το άτομο συχνά παρουσιάζει μεγαλύτερη ευαισθησία σε απορρίψεις, περιγράφει μια ματαίωση και χαμηλή ανοχή στα σχόλια των άλλων, τα προβλήματα μοιάζουν πιο καταστροφικά, ενώ μπορεί να αναζητά μια εξήγηση γι’ αυτές τις κυκλικές αλλαγές της διάθεσης.

Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις στην αντιμετώπιση της διαταραχής περιλαμβάνουν τη φαρμακοθεραπεία, αναγνωρίζοντας πως η βάση της θεραπείας είναι η σταθεροποίηση του συναισθήματος. Επίσης η ψυχοθεραπεία παίζει σημαντικό ρόλο καθώς βελτιώνει τη συμπτωματολογία και τις κοινωνικές σχέσεις.

Η διαχείριση της διπολικής διαταραχής περιλαμβάνει επίσης την κατανόηση και τη μείωση της οξύθυμης συμπεριφοράς. Χωρίς αυτό να σημαίνει για το άτομο πως θα συγκαλύπτει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στη ζωή του.

Ας δούμε κάποιες δεξιότητες που βοηθούν στον έλεγχο και τη διαχείριση του θυμού

  • Διαχείριση αρνητικού τρόπου σκέψης

Σκέψεις οι οποίες φιλτράρονται μέσα από παλιές εμπειρίες π.χ ‘είναι το ίδιο με την προηγούμενη φορά’, ‘πάντα μου το κάνουν αυτό’, ‘πάντα μου φέρεται έτσι’, ‘φτάνει πια’, μπορεί να σας οδηγήσουν στο να αντιδράσετε παρορμητικά, και έντονα. Επίσης η απόδοση κινήτρων στους άλλους π.χ ‘δεν με σέβονται’, ‘το κάνουν επίτηδες’, ‘δε νοιάζεται πως νιώθω εγώ’, ‘με εκμεταλλεύεται’ μπορεί να οδηγήσει στην κλιμάκωση του αρνητικού συναισθήματος. Η ενόχληση από κάποιον άλλο μπορεί να μεταφραστεί ως προσωπική επίθεση.

Στόχος είναι να πειθαρχήσετε τις σκέψεις σας και να μην επιτρέψετε σε παράλογα νοητικά φίλτρα να καθορίσουν το συναίσθημά σας.

  • Δεν χρειάζεται να λύσετε το θέμα αμέσως

Ο θυμός μπορεί να διογκώσει τη βαρύτητα ενός θέματος που παρουσιάζεται ως επείγον. Δώστε χρόνο στον εαυτό σας ώστε να σκεφτείτε άλλες στρατηγικές, πιο λειτουργικές για να επιλύσετε το θέμα. Πρόκειται για μια χρήσιμη τεχνική που θα σας επιτρέψει να αντιμετωπίσετε ψύχραιμα την κατάσταση, να συνεργαστείτε με αγαπημένα πρόσωπα. Θα μπορέσετε έτσι να διαπιστώσετε αν ο θυμός οφείλεται σε ένα επεισόδιο της διάθεσης ή προκύπτει από το ίδιο το πρόβλημα. Επιπλέον θα μάθετε να αναγνωρίζετε τα στρεσσογόνα ερεθίσματα και θα ελέγχετε καλύτερα την πορεία της διαταραχής σας.

  • Στόχος δεν είναι ποιος θα νικήσει

Μπορεί να σκέφτεστε ‘δεν θα τον αφήσω να βγει από πάνω’, ‘έχω δίκιο και πρέπει να επιβάλω τη γνώμη μου’. Μια εσωτερική ανάγκη να επικρατήσετε σε μια αντιπαράθεση μέχρι τελικής πτώσεως μπορεί να σας εμποδίσει να κάνετε χρήσιμες επιλογές. Ο στόχος σας είναι η βελτίωση της ζωής σας και όχι να υπερισχύσετε παρατείνοντας μια σύγκρουση ή ένα διαπληκτισμό. Αυτό θα σας προστατέψει από μελλοντικές τύψεις ενός παρορμητικού ξεσπάσματος οργής. Όταν ηρεμήσετε θα διαπιστώσετε πως υπάρχουν εναλλακτικές στρατηγικές που δεν καταλήγουν σε ακραίες συμπεριφορές, απογοητεύσεις ή παρεξηγήσεις.

  • Αξιολογήστε τους στόχους της ζωής σας ακόμα κι όταν είστε θυμωμένοι

Η κρίσιμη ερώτηση που θα σας βοηθήσει αν κάνετε στον εαυτό σας είναι: ο θυμός μου είναι χρήσιμος; Με βοηθά να πετύχω έναν επιθυμητό στόχο ή απλά με εμπλέκει σε άλλη μία σύγκρουση; Σκεφτείτε τους ανθρώπους που αγαπάτε. Ζητήστε τη βοήθειά τους μιλώντας τους ειλικρινά για την αλλαγή στη διάθεσή σας.

Τα συναισθήματα του θυμού και του εκνευρισμού είναι συχνά στη διπολική διαταραχή. Η εποικοδομητική διαχείριση των αρνητικών αυτών συναισθημάτων προϋποθέτει την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης, την κατανόηση και την αποδοχή της διαταραχής με στόχο την ψυχοπροφύλαξη και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής.

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Ο βασικός αναπτυξιακός στόχος κατά την εφηβεία είναι η διαμόρφωση μιας ταυτότητας και η επίτευξη ενός επιπέδου αυτονομίας η οποία θα επιτρέψει στο νέο να απομακρυνθεί από την πατρική στέγη αλλά ταυτόχρονα να διατηρήσει μια ζεστή και εποικοδομητική σχέση με τους γονείς.

Οι νέοι σ’ αυτή την περίοδο της ζωής τους έχουν περισσότερο παρά ποτέ ανάγκη για όρια και καθοδήγηση. Είναι σημαντικό οι γονείς να είναι σταθεροί στις αξίες που οι ίδιοι έχουν, έτσι ώστε ο έφηβος να έχει ένα πλαίσιο για να διαμορφώσει τις δικές του. Σε καμία περίπτωση δεν συζητάμε για επιβολή απόψεων, γιατί αυτή μπορεί να οδηγήσει είτε σε μεγαλύτερη αντίδραση και επίθεση είτε σε αναγκαστική υποταγή. Και στις δυο περιπτώσεις ο έφηβος βιώνει ματαίωση και αδυνατεί να δημιουργήσει τον δικό του δρόμο. Ένα πλαίσιο αξιών, όμως, είναι απαραίτητο γιατί βοηθάει τον νέο να μη χαθεί στα τόσα προσφερόμενα πρότυπα (σύμφωνα με τη συστημική θεωρία, ο πολύ μεγάλος αριθμός αντικρουόμενων πληροφοριών «μπλοκάρει» το σύστημα και αυτό δεν επεξεργάζεται καμία πληροφορία). Το γονεϊκό πλαίσιο αξιών του προφέρει μια βάση για να αντιτεθεί και σε συνδυασμό με την ελευθερία έκφρασης, να δημιουργήσει την δική του ταυτότητα. Οι γονείς από την άλλη δεν θα πρέπει να φοβηθούν να αντιταχθούν στις επιθέσεις και αμφισβητήσεις του νέου, γιατί θα πρέπει να μη ξεχνάνε ότι αυτή η αμφισβήτηση δεν απευθύνεται στους ίδιους σαν πρόσωπα, αλλά στον ρόλο τους ως γονείς.

Η ωριμότητα των γονέων αλλά και η καλή μεταξύ τους σχέση είναι καλοί δείκτες της ανεξαρτητοποίησης του παιδιού τους. Συχνά σε περιόδους κρίσης, η ενότητα του ζευγαριού στηρίζεται στην ύπαρξη και τη φροντίδα του παιδιού τους. Έτσι η αυτονόμηση του παιδιού αναπόφευκτα φέρνει τους συντρόφους αντιμέτωπους με μια νέα πραγματικότητα στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται αυτός ο «απορροφητήρας κρίσεων». Προκειμένου να αποφευχθεί η διάλυση της οικογένειας το παιδί μπορεί να αναβάλλει επ’ αόριστον την ανεξαρτητοποίηση του. Για παράδειγμα, σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να το παιδί να εκδηλώσει κάποια διατροφική διαταραχή (σύνηθες φαινόμενο στην εφηβική ηλικία) για να έχει πάντα ανάγκη τη μητέρα – τροφό.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι έφηβοι στο τελευταίο στάδιο παραμονής τους στην πατρική οικογένεια έχουν ανάγκη από όρια, καθοδήγηση αλλά και ελευθερία λόγου και σκέψης έτσι ώστε να διαμορφώσουν την δική τους ταυτότητα. Έχουν ανάγκη από ένα ισχυρό πρότυπο με το οποίο θα παλέψουν για να μπορέσουν να βρουν τον δικό τους δρόμο. Αυτό το πρότυπο μπορούν να τους το προσφέρουν μόνο γονείς ώριμοι, με δικές τους αξίες και αρχές, που θέλουν πραγματικά να προσφέρουν έναν ευτυχισμένο και ανεξάρτητο άνθρωπο στην κοινωνία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Παπαδιώτη – Αθανασίου Β. Οικογένεια και όρια Συστημική προσέγγιση, 2006 Εκδ. Ελληνικά Γράμματα

Αλεξία Ζήση

Ψυχολόγος - Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πιστοποιημένη κάτοχος EuroPsy

M.Sc. Ερευνητικές Μέθοδοι Ψυχολογίας (Lancaster University)

B.A. Ψυχολογίας (Deree College και Ε.Κ.Π.Α.)

Ο βασικός αναπτυξιακός στόχος κατά την εφηβεία είναι η διαμόρφωση μιας ταυτότητας και η επίτευξη ενός επιπέδου αυτονομίας η οποία θα επιτρέψει στο νέο να απομακρυνθεί από την πατρική στέγη αλλά ταυτόχρονα να διατηρήσει μια ζεστή και εποικοδομητική σχέση με τους γονείς.

 

Οι νέοι σ’ αυτή την περίοδο της ζωής τους έχουν περισσότερο παρά ποτέ ανάγκη για όρια και καθοδήγηση. Είναι σημαντικό οι γονείς να είναι σταθεροί στις αξίες που οι ίδιοι έχουν, έτσι ώστε ο έφηβος να έχει ένα πλαίσιο για να διαμορφώσει τις δικές του. Σε καμία περίπτωση δεν συζητάμε για επιβολή απόψεων, γιατί αυτή μπορεί να οδηγήσει είτε σε μεγαλύτερη αντίδραση και επίθεση είτε σε αναγκαστική υποταγή. Και στις δυο περιπτώσεις ο έφηβος βιώνει ματαίωση και αδυνατεί να δημιουργήσει τον δικό του δρόμο. Ένα πλαίσιο αξιών, όμως, είναι απαραίτητο γιατί βοηθάει τον νέο να μη χαθεί στα τόσα προσφερόμενα πρότυπα (σύμφωνα με τη συστημική θεωρία, ο πολύ μεγάλος αριθμός αντικρουόμενων πληροφοριών «μπλοκάρει» το σύστημα και αυτό δεν επεξεργάζεται καμία πληροφορία). Το γονεϊκό πλαίσιο αξιών του προφέρει μια βάση για να αντιτεθεί και σε συνδυασμό με την ελευθερία έκφρασης, να δημιουργήσει την δική του ταυτότητα. Οι γονείς από την άλλη δεν θα πρέπει να φοβηθούν να αντιταχθούν στις επιθέσεις και αμφισβητήσεις του νέου, γιατί θα πρέπει να μη ξεχνάνε ότι αυτή η αμφισβήτηση δεν απευθύνεται στους ίδιους σαν πρόσωπα, αλλά στον ρόλο τους ως γονείς.

 

Η ωριμότητα των γονέων αλλά και η καλή μεταξύ τους σχέση είναι καλοί δείκτες της ανεξαρτητοποίησης του παιδιού τους. Συχνά σε περιόδους κρίσης, η ενότητα του ζευγαριού στηρίζεται στην ύπαρξη και τη φροντίδα του παιδιού τους. Έτσι η αυτονόμηση του παιδιού αναπόφευκτα φέρνει τους συντρόφους αντιμέτωπους με μια νέα πραγματικότητα στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται αυτός ο «απορροφητήρας κρίσεων». Προκειμένου να αποφευχθεί η διάλυση της οικογένειας το παιδί μπορεί να αναβάλλει επ’ αόριστον την ανεξαρτητοποίηση του. Για παράδειγμα, σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να το παιδί να εκδηλώσει κάποια διατροφική διαταραχή (σύνηθες φαινόμενο στην εφηβική ηλικία) για να έχει πάντα ανάγκη τη μητέρα – τροφό.

 

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι έφηβοι στο τελευταίο στάδιο παραμονής τους στην πατρική οικογένεια έχουν ανάγκη από όρια, καθοδήγηση αλλά και ελευθερία λόγου και σκέψης έτσι ώστε να διαμορφώσουν την δική τους ταυτότητα. Έχουν ανάγκη από ένα ισχυρό πρότυπο με το οποίο θα παλέψουν για να μπορέσουν να βρουν τον δικό τους δρόμο. Αυτό το πρότυπο μπορούν να τους το προσφέρουν μόνο γονείς ώριμοι, με δικές τους αξίες και αρχές, που θέλουν πραγματικά να προσφέρουν έναν ευτυχισμένο και ανεξάρτητο άνθρωπο στην κοινωνία.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Παπαδιώτη – Αθανασίου Β. Οικογένεια και όρια Συστημική προσέγγιση, 2006 Εκδ. Ελληνικά Γράμματα

 

Αλεξία Ζήση

Ψυχολόγος - Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πιστοποιημένη κάτοχος EuroPsy

M.Sc. Ερευνητικές Μέθοδοι Ψυχολογίας (Lancaster University)

B.A. Ψυχολογίας (Deree College και Ε.Κ.Π.Α.)

Επικοινωνία

Βασιλίσσης Σοφίας 54

Ιλίσια / Αθήνα

Τ: +30 210 72 22 214
F: +30 210 72 22 282

email: [email protected], [email protected]