Πολύ συχνά οι γονείς εκφράζουν έντονο προβληματισμό που αφορά ένα από τα πιο δύσκολα εγχειρήματα που αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας από το ρόλο τους αυτό. Το δύσκολο αυτό εγχείρημα είναι η επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στην οριοθέτηση της συμπεριφοράς του παιδιού και στην προώθηση της αυτονομίας του. Η προφανής ανησυχία των γονιών εκφράζεται με το ερώτημα κατά πόσο οι κανόνες, τα όρια και οι οδηγίες σχετικά με το τι επιτρέπεται και τι όχι, μπορεί να έχουν αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού. Δεν πρόκειται για αβάσιμο φόβο, αφού όταν οι κανόνες και τα όρια τίθενται με αυστηρότητα και ακαμψία σε απρόσωπο και αυταρχικό τόνο, είναι πιθανό να αναστείλουν τη δημιουργικότητα του παιδιού, να μειώσουν την τάση του να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και να το καταστήσουν παθητικό και εξαρτημένο από τους γονείς. Από την άλλη, η απουσία κανόνων και ορίων στην καθημερινότητα του παιδιού, συμβάλλει στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος χωρίς σταθερά σημεία αναφοράς, κάτι που στερεί στο παιδί την απαιτούμενη ασφάλεια για να πειραματιστεί, να αναπτύξει λειτουργικές συμπεριφορές και να επιτύχει μία ικανοποιητική προσαρμογή τόσο στο οικογενειακό όσο και στο κοινωνικό πλαίσιο. Είναι σημαντικό ο γονιός να γνωρίζει τη χρησιμότητα που έχουν τα όρια στη ζωή του παιδιού και να είναι σε θέση να τα εφαρμόζει έτσι ώστε να μεγιστοποιούνται τα οφέλη τους για την ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού.

Αρχικά, είναι ιδιαίτερα βοηθητικό ο κάθε γονιός να απαντήσει στο ερώτημα «γιατί χρειάζεται να βάλω όρια στο παιδί μου;». Η θέσπιση ορίων αποσκοπεί κυρίως στην προστασία του παιδιού από καταστάσεις και συνθήκες που μπορεί να αποβούν επιβλαβείς για το ίδιο (κρατάω το χέρι ενός μεγάλου όταν περνάω το δρόμο, φοράω ζώνη στο αυτοκίνητο) καθώς και στη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της οικογενειακής ζωής (μαζεύω τα παιχνίδια μου πριν κοιμηθώ, ενημερώνω για την ώρα επιστροφής μου από τη βραδινή έξοδο). Βέβαια, πολλοί είναι οι γονείς που κουβαλούν ακόμη αντιλήψεις, ευρέως διαδεδομένες στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, σύμφωνα με τις οποίες ο γονιός κατέχει μέσα στην οικογένεια ένα ρόλο εξουσίας και το παιδί έχει την υποχρέωση να υπακούει τυφλά στις οδηγίες που του απευθύνει. Στην πραγματικότητα, όμως, όσο ο γονιός επιδιώκει την επίτευξη ισοτιμίας ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας τόσο περισσότερο πιθανό είναι το παιδί να συνεργαστεί κατά τη διαδικασία θέσπισης ορίων και της τήρησης αυτών. Είναι σημαντικό να επισημανθεί εδώ ότι η έννοια της ισοτιμίας δεν ταυτίζεται με την έννοια της ισότητας, αλλά εκφράζει την ανάγκη σεβασμού της διαφορετικότητας ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας (διαφορά ηλικίας, διαφορετικές ικανότητες) και την ανάγκη αποδοχής των επιθυμιών και αναγκών του κάθε μέλους ξεχωριστά.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, είναι εύλογο να συμπεράνει κανείς ότι τα όρια τίθενται ανάλογα με την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκεται το παιδί και μεταβάλλονται ή αίρονται καθώς αυτό μεγαλώνει και περνά σε επόμενο αναπτυξιακό στάδιο (ένας γονιός δεν επιτρέπει στο παιδί του ηλικίας τεσσάρων χρόνων να πάει μόνο του στο πάρκο που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι, το επιτρέπει όμως όταν το παιδί φτάσει στην ηλικία των εφτά χρόνων).

Ένα ακόμη συμπέρασμα αφορά το γεγονός ότι κάποια όρια είναι διαπραγματεύσιμα ενώ άλλα όχι. Τα όρια που στοχεύουν στην παροχή ασφάλειας στο παιδί δε διαπραγματεύονται από τους γονείς (φοράμε πάντα τη ζώνη στο αυτοκίνητο), αντίθετα οι γονείς μπορούν να δεχθούν εξαιρέσεις σε κανόνες που αφορούν στην τήρηση του καθημερινού προγράμματος (το παιδί μπορεί να κοιμηθεί πιο αργά από τη συνηθισμένη ώρα εάν έχει έρθει επίσκεψη ο αγαπημένος του θείος τον οποίο δε βλέπει συχνά).

Από τα παραπάνω συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν κάποιες βασικές κατευθυντήριες αρχές σχετικά με το πώς μπορεί κάποιος να θέσει όρια στο παιδί του. Στις πολύ μικρές ηλικίες ένα ξεκάθαρο όχι από την πλευρά του γονιού είναι δυνατό να λειτουργήσει ικανοποιητικά, ιδίως όταν χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις που αφορούν την ασφάλεια του παιδιού ή όταν το παιδί εκδηλώνει λεκτική ή σωματική επιθετικότητα. Σε δεύτερο χρόνο όμως είναι σημαντικό να ακολουθεί από το γονιό μία απλή εξήγηση που να αιτιολογεί τους λόγους για τους οποίους ειπώθηκε το όχι αυτό.

Καθώς το παιδί μεγαλώνει ο γονιός καλείται να επιδιώκει τη συνεργασία του παιδιού στη διαδικασία της θέσπισης και τήρησης των ορίων ορίζοντας με σαφήνεια την επιθυμητή συμπεριφορά του παιδιού και τις συνέπειες που θα υπάρξουν στην περίπτωση που η επιθυμητή συμπεριφορά δεν εκδηλωθεί. Η συμμετοχή και η συνεργασία του παιδιού επιτυγχάνονται όταν οι γονείς χαρακτηρίζονται από συνέπεια και σταθερότητα ως προς αυτά που αναμένουν από το παιδί, όταν προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις από τις οποίες μπορεί να επιλέξει το παιδί αυτή που θεωρεί καλύτερη ανά περίπτωση και όταν εφαρμόζουν συνέπειες που σχετίζονται λογικά με τη μη επιθυμητή συμπεριφορά του παιδιού σε ήρεμο και φιλικό τόνο.

Η συνέπεια και σταθερότητα προσφέρουν στα παιδιά τη δυνατότητα να προβλέπουν τι αναμένεται από εκείνα κάτι που ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας που νιώθουν για το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται. Οι εναλλακτικές λύσεις αναγνωρίζουν την ισότιμη θέση που έχουν τα παιδιά ως μέλη της οικογένειας και ενισχύουν την ικανότητα τους να αναλαμβάνουν ευθύνες και να παίρνουν αποφάσεις. Η εφαρμογή των συνεπειών που σχετίζονται λογικά με τις μη αποδεκτές συμπεριφορές των παιδιών σε ήρεμο και φιλικό τόνο συμβάλλει στη δημιουργία μίας διδακτικής εμπειρίας για το παιδί και μειώνει την πιθανότητα να βιωθεί από το παιδί ως τιμωρητική συνθήκη που απορρέει από την εξουσία του γονιού. Η γενικότερη τάση του γονιού να εξηγεί στο παιδί και να επιδιώκει τη συνεργασία μαζί του δημιουργεί στο παιδί την αίσθηση ότι αποτελεί σημαντικό μέλος της οικογένειας κάτι που συμβάλλει σημαντικά στην δημιουργία μία θετικής εικόνας για τον εαυτό.

Τα παρακάτω παραδείγματα περιέχουν κάποιες ιδέες για το πώς θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην πράξη οι κατευθυντήριες αρχές που περιγράφηκαν:

  • Ο κανόνας ο οποίος έχει συμφωνηθεί είναι ότι κάθε Σάββατο τα παιδιά τελειώνουν τα μαθήματα για το σχολείο προκειμένου να μπορέσουν να κανονίσουν κάτι για το βράδυ. Όταν ο εννιάχρονος γιος ζητά από τους γονείς του να πάει σινεμά με ένα συμμαθητή του, ενώ δεν έχει ασχοληθεί καθόλου όλη την ημέρα με τα μαθήματα του, εκείνοι του υπενθυμίζουν σε ήρεμο και φιλικό τόνο τη συμφωνία τους: «Η συμφωνία μας ήταν ότι θα έχεις τελειώσει πρώτα τα μαθήματά σου. Από τη στιγμή που δεν το έκανες, δεν μπορείς να πας σήμερα στο σινεμά. Θα έχεις όμως την ευκαιρία να προσπαθήσεις ξανά το επόμενο Σαββατοκύριακο».
  • Οι μικρές κόρες της οικογένειας έχουν την τηλεόραση πολύ δυνατά, ενώ ο πατέρας τους προσπαθεί να δουλέψει στο διπλανό δωμάτιο και χρειάζεται ησυχία. Θέτει λοιπόν με σαφήνεια στις κόρες του τις επιλογές που έχουν «Μπορείτε να συνεχίσετε να βλέπετε τηλεόραση αν τη χαμηλώσετε ή να παραμείνετε στο δωμάτιο σας ώσπου να τελειώσω τη δουλειά μου. Διαλέξτε τι προτιμάτε».
  • Ο έφηβος γιος ετοιμάζεται για τη βραδινή του έξοδο. Η μητέρα του υπενθυμίζει τη συμφωνία τους για την ώρα της επιστροφής του προσθέτοντας τα εξής λόγια: «Ξέρω ότι περνάς πολύ ωραία όταν είσαι έξω με την παρέα σου, όμως κι εγώ ανησυχώ όταν καθυστερείς, γι’ αυτό είναι σημαντικό να προσπαθείς να τηρείς τη συμφωνία μας».

Όπως φάνηκε λοιπόν από τα παραπάνω, καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία θέσπισης ορίων είναι ο τρόπος με τον οποίο ο γονιός βάζει τα όρια: η προσπάθεια του να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους βάζει όρια, να ζητά τη συνεργασία του παιδιού και να εφαρμόζει τις συνέπειες με ηρεμία και φιλικότητα. Τότε μόνο βοηθά το παιδί του να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων του, να μαθαίνει να επιλύει προβλήματα, να αποκτά εμπιστοσύνη στις ικανότητες που διαθέτει και να αναγνωρίζει την προσωπική του αξία.

Βιβλιογραφία

Dinkmeyer D., MacKay G., Σχολείο για γονείς, εκδόσεις Θυμάρι

Zimmer K., Καλλιεργώντας στα παιδιά μας την αυτοπεποίθηση … τα εφοδιάζουμε με θάρρος για τη ζωή, εκδόσεις Θυμάρι

Rogge J.U., Τα παιδιά χρειάζονται όρια: Τα έχουν ανάγκη, εκδόσεις Θυμάρι

Rogge J.-U., Οι γονείς βάζουν όρια, εκδόσεις Θυμάρι

Nolte, D.L., Harris R., Τα παιδιά μαθαίνουν αυτό που ζουν, εκδόσεις Θυμάρι

Αθηνά Πετρούτσου

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Η μετάβαση από την οικογένεια στον παιδικό σταθμό είναι μια φυσιολογική εξελικτική διαδικασία με πολλές αλλαγές, στην οποία καλούνται να προσαρμοστούν όλα τα μέλη της οικογένειας.

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σηματοδοτεί το πέρασμα σε μια καινούρια φάση ζωής, όχι μόνο για το παιδί, αλλά για όλη την οικογένεια.

Έντονα και ανάμεικτα συναισθήματα, όπως άγχος, αγωνία, περιέργεια, φόβος, ανησυχία και προσμονή κυριεύουν γονείς και παιδιά. Τα παιδιά δεν ξέρουν τι να περιμένουν, ενώ οι γονείς ανησυχούν για την ομαλή ένταξη του παιδιού τους στον σταθμό.

Στάση Γονέων

Η επιτυχής προσαρμογή του παιδιού στον παιδικό σταθμό ή το νηπιαγωγείο εξαρτάται άμεσα από τη στάση των γονέων, καθώς το άγχος του παιδιού να αποχωριστεί τους γονείς του και οι δυσκολίες προσαρμογής του στο σχολείο συνδέονται άμεσα με το άγχος των γονιών του.

Τα παιδιά έχουν την ικανότητα να «διαβάζουν» το πρόσωπο και τη στάση του σώματός των γονιών του. Η παραμικρή ένδειξη αμφιβολίας ή ανησυχίας γίνεται αντιληπτή από εκείνα, παρά την προσπάθειά μας να την αποκρύψουμε. Συνεπώς, μία τέτοια ένδειξη θα τους προκαλέσει φόβο και ανασφάλεια και θα δυσχεράνει την ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον.

Προετοιμασία

  • Μιλήστε στο παιδί με ειλικρίνεια για το πού πηγαίνει και τι θα κάνει εκεί.
  • Μιλήστε για τη δασκάλα του με λόγια ζεστά, ώστε να νιώσει ότι είναι ένα πρώτο πρόσωπο αναφοράς & φροντίδας για εκείνο.
  • Θα μπορούσατε να κανονίσετε μια επίσκεψη στο σχολείο που έχετε αποφασίσει να ξεκινήσει το παιδί σας παρέα με εκείνο, ώστε να αποκτήσει μια πρώτη εικόνα του χώρου αλλά και μια γνωριμία με τη δασκάλα του.
  • Διαβάστε του κάποιο παραμύθι/ ιστορία που αναφέρεται στην πρώτη μέρα στο σχολείο (στην αγορά υπάρχουν αρκετά τέτοια).
  • Λίγο πριν ξεκινήσει το σχολείο, καλό θα ήταν να εξασκήσετε το παιδί σας στο πρωϊνό ξύπνημα (μη γίνει ξαφνικά με το ξεκίνημα του σχολείου).

Κι έφτασε η Πρώτη Μέρα…

  • Παραμείνετε στο χώρο του σχολείου ή σε κοντινή απόσταση από εκείνο, εάν είναι εφικτό για 2-3 ημέρες (αναλόγως πάντα με τη στάση του παιδιού).
  • Τις πρώτες ημέρες συστήνεται το παιδί να μένει στο σχολείο για λίγες ώρες.
  • Χρειάζεται να είστε συνεπείς προς το παιδί σας και να τηρείτε τα ωράρια που του υποσχεθήκατε.
  • Όταν φεύγετε από το χώρο του σχολείου, αποχαιρετήστε το παιδί. Αν φύγετε στα κρυφά και κάποια στιγμή αρχίσει να σας αναζητά θα αναστατωθεί ιδιαιτέρως και θα τρομάξει.
  • Όσο κι αν το παιδί σας επιμένει να μείνετε εκεί ή αναζητά επιπλέον φιλιά κι αγκαλιές, μην καθυστερείτε την αποχώρησή σας και μην απολογείστε. Δώστε μια μεγάλη αγκαλιά κι ένα φιλί και αποχαιρετήστε το αποφασιστικά.
  • Μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον υπεύθυνο του σταθμού, ώστε να πληροφορηθείτε εάν ηρέμησε.
  • Μην συγκρίνετε το παιδί σας με τα υπόλοιπα παιδιά. Μπορεί το δικό σας να χρειάζεται περισσότερες ή λιγότερες ημέρες, ώστε να προσαρμοστεί στο νέο αυτό περιβάλλον του σχολείου. Δεν χρειάζεται να μπαίνετε στη διαδικασία να σκέφτεστε σε τι ρυθμούς προσαρμόζονται τα υπόλοιπα παιδιά, καθώς το κάθε παιδί έχει το δικό του ρυθμό.

Μην ξεχνάτε ότι:

  • Αποχαιρετάμε το παιδί & το παραλαμβάνουμε από το σχολείο χαρούμενοι. Εάν αρχίσουμε να κλαίμε εμείς, φανταστείτε πώς θα νιώσει εκείνο.
  • Αναμένουμε την αντίδραση του παιδιού στο νέο αυτό ξεκίνημα και την ένταση που μπορεί να το συνοδεύει. Καλό είναι να θυμόμαστε ότι τα παιδιά προσαρμόζονται εκ φύσεως πιο εύκολα από τους μεγάλους, αρκεί να τους το επιτρέψουμε και να τους βοηθήσουμε σε αυτό.
  • Εάν ο γονιός αντιληφθεί το δικό του συναίσθημα και το κατανοήσει, τότε διευκολύνει και εκπαιδεύει το παιδί του να διαχειρίζεται και να προσαρμόζεται σε νέες συνθήκες, διαδικασία απαραίτητη για την μετέπειτα ωρίμανση και αυτονόμησή του.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Ο όρος αυτοεκτίμηση είναι ζωτικής σημασίας για κάθε άνθρωπο, καθώς συντελεί στην εξασφάλιση της ψυχικής μας ισορροπίας.

Η ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας διαμορφώνει τα ενδιαφέροντα, τις προσπάθειες και τις κινήσεις μας. Συνεπώς, η στάση μας απέναντι στους άλλους ανθρώπους καθορίζεται από την ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας.

Τι είναι η αυτοεκτίμηση;

Είναι η συναίσθηση της ικανότητάς μας να ανταποκρινόμαστε ικανοποιητικά στις απαιτήσεις της καθημερινότητας και η επίγνωση της σημαντικότητάς μας ως ιδιαίτερο & ξεχωριστό πρόσωπο.

Από πότε αναπτύσσεται η αυτοεκτίμηση;

Η ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης είναι μια συνεχής διαδικασία που ξεκινά από τη βρεφική κιόλας ηλικία κι εξελίσσεται στην παιδική, εφηβική και ενήλικη ζωή.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης διαδραματίζει αρχικά η οικογένεια. Έπεται το σχολείο και οι ομάδες συνομήλικων.

Το πρώτο έτος της ζωής του παιδιού είναι ιδιαίτερα κρίσιμο στην ανάπτυξη της αίσθησης του εαυτού. Το βρέφος ξεχωρίζει πλέον τον εαυτό του από τη μητέρα του ως μια οντότητα αυτόνομη, η οποία μπορεί να λειτουργεί ακόμα κι όταν η μητέρα του είναι απούσα. Η ικανοποίηση των βασικών αναγκών του βρέφους οικοδομούν την αρχική του αυτοεκτίμηση.

Επόμενος σημαντικός σταθμός στη διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης αποτελεί η παιδική ηλικία, όπου ενθαρρύνεται η ανάληψη πρωτοβουλιών, η αίσθηση της αποτελεσματικότητας και της ικανότητας επίλυσης προβλημάτων που θα το οδηγήσουν σταδιακά προς την αυτονομία.

Στην εφηβεία, αξίζει να διαφοροποιήσουμε τη χαμηλή αυτοεκτίμηση από τις φυσιολογικές ανασφάλειες & αμφιβολίες των εφήβων, στην προσπάθεια αναζήτησης προσωπικής ταυτότητας.

Χαρακτηριστικά παιδιών με χαμηλή αυτοεκτίμηση

  • Αυτοαναφορά με αρνητικούς χαρακτηρισμούς.
  • Εστιασμός στην αρνητική διάθεση.
  • Ενάσκηση σκληρής κριτικής.
  • Φτωχές σχολικές επιδόσεις.
  • Κοινωνικές δυσκολίες.
  • Δυσκολία στην προσαρμογή.
  • Αποφυγή προκλήσεων & ανάληψη ευθυνών.
  • Κοινωνικές δυσκολίες.
  • Αίσθηση αδυναμίας, υπερευαισθησίας, υπερβολικού άγχους.
  • Υποχωρητικότητα, παθητικότητα, ανάγκη επιβεβαίωσης.
  • Χαμηλή ανοχή στη ματαίωση.
  • Αναπάντεχες εκρηκτικές συμπεριφορές.
  • Υιοθέτηση παραβατικών συμπεριφορών.

Χαρακτηριστικά παιδιών με υψηλή αυτοεκτίμηση

  • Χαρά στην επαφή με τους άλλους.
  • Μπορούν να ζητάνε βοήθεια.
  • Εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις, τις σκέψεις & τα συναισθήματά τους.
  • Άνεση σε ατομικές & ομαδικές δραστηριότητες.
  • Αναλαμβάνουν ρίσκα  & έχουν καλή προσαρμοστικότητα.
  • Αντέχουν την «αποτυχία».
  • Επιτυγχάνουν τους στόχους τους.
  • Αντιμετωπίζουν τα προβλήματα με σθένος & πείσμα, προσπαθώντας να βρουν λύσεις.
  • Διαθέτουν αποφασιστικότητα & είναι ανοιχτά στις προκλήσεις.
  • Αναλαμβάνουν την ευθύνη τους.
  • Αισθάνονται ασφαλή.
  • Είναι ευτυχισμένα.

Ιδέες & τρόποι για ενίσχυση της αυτοεκτίμησης του παιδιού μας:

  • Δώστε επιλογές.
  • Κρατήστε τους φόβους σας «υπό έλεγχο» & μη γίνεστε υπερπροστατευτικοί.
  • Θέστε όρια και καθοδηγήστε το.
  • Δώστε του υπευθυνότητες και συμπεριλάβετέ το σε καθημερινές απλές οικογενειακές αποφάσεις.
  • Μάθετε στο παιδί ότι κανείς δεν είναι τέλειος.
  • Μην το συγκρίνετε.
  • Νιώστε υπερήφανοι γι’ αυτό & βοηθήστε το να νιώθει μοναδικός, χωρίς όμως να υπερβάλλετε και στα λεγόμενά σας.
  • Εμπιστευτείτε το.
  • Ενισχύστε τα ταλέντα του.
  • Αποφύγετε τα αρνητικά σχόλια για την επίδοσή του.
  • Ενθαρρύνετε, όταν δυσκολεύεται.
  • Χαρακτηρίστε τη συμπεριφορά του κι όχι το ίδιο το παιδί.
  • Δώστε προσοχή στα λεγόμενά του και ενθαρρύνετέ το να εκφράζει τις απόψεις του.
  • Προτρέψτε το να πειραματιστεί με διάφορα χόμπι και δραστηριότητες.
  • Διευκολύνετε τη δημιουργία κοινωνικών/φιλικών σχέσεων.

Θυμηθείτε ότι

Εσείς, ως γονείς, αποτελείτε τη βασική του αναφορά και είστε ό, τι πολυτιμότερο έχει στη ζωή του. Επομένως, η δική σας συμπεριφορά είναι πολύ σημαντική για την διαμόρφωση της δικής του, για την καλλιέργεια του συναισθήματός του και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.

Ας βοηθήσουμε το παιδί μας να δεχθεί τα προτερήματα και τις αδυναμίες του, να ανακαλύψει τη μοναδικότητά του και να την αγαπήσει!

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Εκφράζοντας τα συναισθήματα που συνδέονται με την απώλεια 

Τα μικρά παιδιά δεν μπορούν να διακρίνουν τί ακριβώς νιώθουν και, συχνά, δεν μπορούν να το εκφράσουν. Μερικοί από τους τρόπους που εκδηλώνουν τον θρήνο τους είναι:

  • Σωματικές ενοχλήσεις, πχ. στομαχόπονοι ή πονοκέφαλοι
  • Προβλήματα στον ύπνο, εφιάλτες
  • Προβλήματα στις διατροφικές τους συνήθειες, πχ. τρώνε υπερβολικά πολύ ή υπερβολικά λίγο
  • Καταστροφικότητα
  • Παλινδρόμηση σε συμπεριφορές και συνήθειες προηγούμενων ηλικιών κι εξελικτικών σταδίων
  • Επίμονο, επαναλαμβανόμενο παιχνίδι
  • Επιθετικό παιχνίδι
  • Αδυναμία συγκέντρωσης
  • Προβλήματα με τα σχολικά καθήκοντα
  • Εκνευρισμός χωρίς σοβαρό ή προφανή λόγο
  • Κακή συμπεριφορά προς τους άλλους
  • «Κλείνουν τον διακόπτη», κάνουν σα να μην έχουν αφομοιώσει τί έχει συμβεί
  • Εκδήλωση συμπεριφορών που ταιριάζουν σε ενήλικους
  • Εκδήλωση φοβιών
  • Θυμός ή επιθετική συμπεριφορά σε φίλους, γονείς και παιχνίδια
  • Εκρήξεις οργής
  • Τάση αυτοενοχοποίησης και αυτοϋποτίμησης
  • Εξιδανίκευση του προσώπου που πέθανε
  • Κλάμα, συχνά χωρίς αιτία
  • Φόβος αποχωρισμού και ενδείξεις εξάρτησης από ενήλικες
  • Σχολική άρνηση, τάσεις φυγής, παραβατικές συμπεριφορές, πχ κλέψιμο

Οι απώλειες αποτελούν ιδιαίτερα στρεσογόνα γεγονότα για τα παιδιά γιατί.... 

  • Πιθανόν οι ενήλικοι της οικογένειας να μην είναι σε θέση να στηρίξουν τα παιδιά, καθώς και οι ίδιοι πλήττονται βαθιά από την απώλεια
  • Προκύπτουν νέες, δύσκολες καταστάσεις στις οποίες καλούνται να ανταποκριθούν, πχ.  νεκρώσιμες τελετές και λειτουργίες, μετακόμιση σπιτιού, κά.
  • Η καθημερινότητά τους διακόπτεται ξαφνικά κι αλλάζει, συχνά, ολοσχερώς
  • Αλλάζει η συμπεριφορά και η λειτουργικότητα των οικείων προσώπων, πχ. δείχνουν θλιμμένοι ή κλαίνε, μπορεί να μην πάνε στη δουλειά, κά.
  • Ενδέχεται να αλλάξουν οι απαιτήσεις προς τα παιδιά, πχ. τους ζητείται να είναι ήσυχα, να μη δημιουργούν προβλήματα και να μην απασχολούν τους ενήλικες που θρηνούν
  • Νιώθουν αβεβαιότητα για το πώς πρέπει να λειτουργήσουν εφεξής
  • Όταν πεθαίνει ο ένας γονιός, το παιδί χρειάζεται επιβεβαίωση ότι δεν θα το εγκαταλείψουν

Σημείωση: Το παιδί μπορεί να επωφεληθεί από εξειδικευμένες υπηρεσίες όταν... 

  • Κάνει λόγο ότι θα ήταν προτιμότερο να είχε πεθάνει ή ότι δεν θέλει να ζει
  • Έχει επίμονες σκέψεις για τον θάνατο
  • Παρουσιάζει παρατεταμένες δυσκολίες συγκέντρωσης και προβλήματα τόσο στην σχολική του επίδοση όσο και στην συμμετοχή του στη σχολική ζωή
  • Το μεγαλύτερο διάστημα είναι θλιμμένο κι αποσύρεται στον εαυτό του
  • Απέχει από το παιχνίδι και τις σχέσεις με τους φίλους του για μεγάλο διάστημα

 

Δήμητρα Πετανίδου

Ψυχολόγος, ΜSc., Ph.D. Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πως Θρηνούν τα Παιδιά και οι Έφηβοι

 

Προσαρμογή στα Ελληνικά από: Parenting SA. (2010). Grief & Loss. Parent Easy Guide 6.South Australia: Department of Health, Government of South Australia

Το να μεγαλώνει κανείς συνιστά μία διαρκή διεργασία αλλαγής που περιλαμβάνει απώλειες αλλά και οφέλη. Για τα παιδιά μικρές αλλαγές κι εμπειρίες όπως η έναρξη του παιδικού σταθμού ή του σχολείου, η αλλαγή τάξης ή δασκάλου, η διανυκτέρευση στο σπίτι ενός φίλου, η απώλεια ενός κατοικίδιου ζώου, φίλου ή συγγενή επιφέρουν νέες προκλήσεις και νέα ερεθίσματα για μάθηση. Ανάλογα με την υποστήριξη που λαμβάνουν για τη διαχείριση των πρώιμων αυτών απωλειών, τα παιδιά μπορούν να μάθουν να ανταπεξέρχονται και να διαχειρίζονται τις απώλειες που θα συμβούν στη διάρκεια της ζωής τους.

Τα παιδιά θρηνούν, ακόμη και σε πρώιμη ηλικία, όχι, όμως, με τον ίδιο τρόπο που θρηνούν οι ενήλικες. Συνηθίζουν να εκφράζουν τον θρήνο τους με λιγότερο άμεσους τρόπους από τους ενήλικες. Τα παιδιά «μπαινοβγαίνουν» στη διεργασία του θρήνου, καθώς μία ημέρα μπορεί να φαίνονται ότι είναι καλά και διαχειρίζονται ικανοποιητικά την απώλεια και την επόμενη να δείχνουν το αντίθετο.

Είναι σύνηθες τα παιδιά να έχουν περισσότερες ανάγκες κατά την περίοδο της απώλειας που συχνά εκφράζονται με τη μορφή επίμονων απαιτήσεων, στην προσπάθειά τους να εκμαιεύσουν πληροφορίες, επιβεβαίωση, φροντίδα, εγγύτητα και υποστήριξη από τους ενήλικες. Η απώλεια ως εμπειρία ζωής επηρεάζει διαφορετικά κάθε παιδί ανάλογα με την ηλικία του, την συναισθηματική του ωριμότητα, τις συνθήκες της απώλειας και την σχέση του με το αντικείμενο της απώλειας. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε ότι κάθε παιδί θρηνεί με τον δικό του τρόπο και να του προσφέρουμε τη βοήθεια που του ταιριάζει.

Πότε θρηνούν τα παιδιά

Πολλές από τις περιστάσεις απώλειας είναι κοινές για παιδιά κι ενήλικες, όπως:

  • Ο θάνατος ή η φυγή του ενός γονέα
  • Το διαζύγιο ή η διάλυση της οικογένειας
  • Η απώλεια ενός φίλου
  • Η απώλεια ενός κατοικίδιου ζώου
  • Η απόκτηση μίας αναπηρίας
  • Η απώλεια λόγω φυσικών καταστροφών, πχ φωτιά, πλημμύρα, σεισμοί
  • Η μετανάστευση
  • Ο θάνατος του παππού / της γιαγιάς
  • Η μετακόμιση σε άλλη γειτονιά ή σπίτι και η αλλαγή του σχολείου
  • Μεγάλοι περίοδοι αποχωρισμού του ενός γονέα
  • Η παραμονή στο νοσοκομείο

Επιπλέον, πολλές φορές τα παιδιά θρηνούν για λόγους που φαίνονται ασήμαντοι για τους ενήλικες, πχ η απώλεια του ανθρώπου που τα φροντίζει στο σπίτι.

Κατανοώντας την απώλεια

Παιδιά προσχολικής ηλικίας

Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας αντιλαμβάνονται μεν την απουσία ενός σημαντικού προσώπου από το περιβάλλον τους, αλλά δεν κατανοούν την οριστικότητα του θανάτου. Η επίδραση της απώλειας ενδέχεται να είναι εντονότερη σε αυτήν την ηλικία καθώς βρίσκονται σε μία σύγχυση για το τί ακριβώς συμβαίνει. Δεν διαχωρίζουν ακόμη πλήρως τί είναι αληθινό και τί όχι και μπορεί να πιστεύουν ότι οι δικές τους σκέψεις ή ευχές επέφεραν την απουσία του συγκεκριμένου ανθρώπου. Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου συνιστά μία οδυνηρή εμπειρία που απαιτεί χρόνο και φροντίδα για να ξεπεραστεί. Κατά κάποιο τρόπο, είναι σα να χάνουν ένα κομμάτι του εαυτού τους.

Τα μικρά παιδιά δεν διαθέτουν το κατάλληλο λεξιλόγιο για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους κι έτσι συχνά εκφράζονται μέσα από την συμπεριφορά τους. Ενδέχεται η συμπεριφορά τους να γίνει πιο εξαρτητική και απαιτητική και να έχουν πρόβλημα στον αποχωρισμό από άλλα αγαπημένα πρόσωπα. Επιπλέον, η συμπεριφορά τους μπορεί να ποικίλλει: τη μια στιγμή μπορεί να είναι θλιμμένα ή να εκδηλώνουν ιδιαίτερη τρυφερότητα και να φροντίζουν άλλα στεναχωρημένα άτομα και την αμέσως επόμενη να θέλουν να επιστρέψουν στο παιχνίδι τους, το οποίο δείχνουν να χαίρονται και να απολαμβάνουν, όπως και πριν την απώλεια.

Παιδιά πρώιμης σχολικής ηλικίας

Τα παιδιά αυτής της ηλικίας αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την οριστικότητα του θανάτου. Αν και σταδιακά κατανοούν ότι ο θάνατος είναι ένα μη αναστρέψιμο γεγονός, τους είναι δύσκολο να αντιληφθούν ότι δεν συμβαίνει μόνο στους άλλους. Μπορεί να εκφράζουν επανειλημμένα απορίες –ακόμη και τις ίδιες-  ή την ανάγκη να ακούνε συχνά την περιγραφή του τί συνέβη στην προσπάθειά τους να αφομοιώσουν το γεγονός. Κάποια παιδιά αισθάνονται υπεύθυνα για τον θάνατο ή τον αποχωρισμό καθώς το αποδίδουν σε κάτι που έκαναν ή σκέφτηκαν, πχ αταξίες, απαγορευμένες πράξεις ή σκέψεις. Ενδέχεται, επίσης, να εκφράσουν ανησυχίες για το μέλλον τους, για παράδειγμα να ανησυχήσουν για το ποιός θα τα φροντίζει ή θα τα βοηθάει στο διάβασμα ή ακόμη να αγωνιούν μήπως χάσουν και τον άλλον γονέα. Έχουν την τάση να μιλούν για τον θάνατο και την απώλεια με κυριολεκτικό τρόπο και συχνά ζητούν να ενημερωθούν για τα «πρακτικά» ζητήματα του γεγονότος, πχ. τί συμβαίνει στο σώμα μετά τον θάνατο. Καθώς στην ηλικία αυτή δεν διαθέτουν ακόμη επαρκές λεξιλόγιο για να περιγράψουν τί σκέφτονται και νιώθουν, εκφράζουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους μεσα από το παιχνίδι και την συμπεριφορά τους.

Παιδιά σχολικής ηλικίας

Ήδη από αυτήν την ηλικία, τα παιδιά κατανοούν όχι μόνο την οριστικότητα αλλά και το αναπόφευκτο του θανάτου για όλα τα ζωντανά πλάσματα, καθώς και τις επιμέρους αιτίες θανάτου, πχ. ατύχημα, σοβαρή αρρώστια, γηρατιά. Αν και διαθέτουν την λεκτική ευχέρεια να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, δεν είναι πάντα διαθέσιμα να το κάνουν. Στην ηλικία αυτή γίνεται ολοένα και λιγότερο πιθανό να ενοχοποιήσουν τον εαυτό τους για την απώλεια, ωστόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να θεωρήσουν υπεύθυνο κάποιον άλλον άνθρωπο ή γεγονός, για παράδειγμα τον άλλον γονέα, έναν καβγά, το διαζύγιο, κ.ά.

Ιδίως στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου τα παιδιά έχουν ξεκάθαρες απόψεις για το σωστό και το λάθος και συχνά σχηματίζουν ισχυρές απόψεις σχετικά με το τί ακριβώς συνέβη και γιατί. Πιθανόν να εκφράσουν απορίες για τη ζωή μετα τον θάνατο και να αναπτύξουν πνευματικές ανησυχίες, παράλληλα με το ενδιαφέρον τους για τις πρακτικές και ρεαλιστικές λεπτομέρειες του συμβάντος.

Όσο μεγαλώνουν, αυξάνεται και η δυνατότητα των παιδιών να μπαίνουν στη θέση του άλλου και να κατανοούν τα συναισθήματά του.

Έφηβοι

Αν και οι έφηβοι θρηνούν με παρόμοιο τρόπο με τους ενήλικες, συχνά διέπονται από εντονότερη δυσφορία λόγω των διακυμάνσεων στη διάθεσή τους που αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα της συγκεκριμένης ηλικιακής περιόδου. Μπορεί να επηρεαστούν βαθιά από την απώλεια μίας σημαντικής σχέσης, το διαζύγιο των γονιών τους ή τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου. Συνήθως κλείνονται στον εαυτό τους και γίνονται σκυθρωποί και κυκλοθυμικοί. Πιθανόν να αναζητήσουν στήριξη από τους φίλους τους, με τους οποίους θα θέλουν να περνούν περισσότερο χρόνο. Ωστόσο, χρειάζεται να ξέρουν ότι σε περίπτωση που το θελήσουν, κάποιος/-α από την οικογένειά τους είναι διαθέσιμος/-η για αυτούς.

Συχνά «μεταμφιέζουν» την θλίψη τους σε θυμό ή αναίτια ξεσπάσματα οργής. Κάποιοι έφηβοι μπορεί να καταφύγουν σε επικίνδυνες ή ακόμη και ακραίες συμπεριφορές -όπως πχ. χρήση ουσιών, παραβατική συμπεριφορά, κ.ά.- και χρήζουν άμεσης υποστήριξης. Άλλοι έφηβοι έχουν την ανάγκη να εκτονώσουν την ενέργειά τους σε έντονες και θορυβώδεις  δραστηριότητες, πχ. να χορέψουν με πολύ δυνατή μουσική ή να εμπλακούν σε έντονη φυσική άσκηση, ενώ άλλοι έχουν την τάση να αποσύρονται στην ησυχία τους, αναζητώντας ψυχική ανακούφιση μέσα από την ποίηση, τη λογοτεχνία ή μοναχικούς περιπάτους.

Σε περίπτωση που η απώλεια αφορούσε ένα πρόσωπο αγαπητό για τον/την έφηβο, ρωτήστε τον έφηβο αν θα ήθελε να κάνει κάτι ιδιαίτερο στη μνήμη του, είτε στο πλαίσιο της τελετής είτε εκτός.

 

Δήμητρα Πετανίδου

Ψυχολόγος, ΜSc., Ph.D. Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Προσοχή

(Το κείμενο που ακολουθεί περιέχει πληροφορίες που ίσως υπονοούν ότι ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει!)

"Ο Άγιος Βασίλης σε παρακολουθεί από ψηλά και εάν είσαι καλό παιδί όλη τη χρονιά θα σου φέρει ό,τι του ζητήσεις"

"Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης πραγματικά , είναι ένα παραμύθι , εμείς οι γονείς σου θα σου πάρουμε τα δώρα , δεν πρέπει να πιστεύεις σε ψέματα"

Τι γίνεται τελικά με τον Αϊ Βασίλη? Υπάρχει ή όχι? Είναι τελικά  "αθώα" η ιστορία  με την οποία μεγαλώσαμε ή χρειάζεται να είμαστε ειλικρινείς στα παιδιά? Είναι όλη αυτή η ιστορία ένα από τα λεγόμενα white lies ( ένα «διπλωματικό» ψέμα που δεν πειράζει κανένα) ή τελικά τραυματίζει?

Ένα δίλημμα πολλών γονέων αυτή την περίοδο είναι η συμμετοχή ή όχι του Άγιου Βασίλη στις Χριστουγεννιάτικες γιορτές, κατά πόσο θα χρησιμοποιηθεί είτε ως πραγματικό πρόσωπο, είτε συμβολικά, είτε καθόλου . Τα κίνητρα των γονέων ποικίλλουν για τις επιλογές τους, μπορεί να είναι η διατήρηση της οικογενειακής παράδοσης αλλά και της θρησκευτικής, η δημιουργία εορταστικού κλίματος και ευχάριστων αναμνήσεων, η ανάγκη για διασκέδαση μαζί με τα παιδιά, μπορεί όλα μαζί.Μπορεί από την άλλη να είναι η ανάγκη για μετατροπή των οικογενειακών παραδόσεων σε πιο πραγματικές που δεν θα περιέχει φανταστικά πρόσωπα και παράλληλα την αναδιοργάνωσή τους προσαρμοσμένες στη σημερινή μοντέρνα κοινωνία και την προοδευτικότητα, και μια τάση για περισσότερο ρεαλισμό .

Σε αυτό το κείμενο θα προσπαθήσω να παρουσιάσω και τις δύο πλευρές , μερικά μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα και τέλος τι πρέπει να κάνουν οι γονείς.

Ναι! Υπάρχει Αι Βασίλης!

Γενικά , το να λέμε ψέματα στα παιδιά δεν είναι σωστό. Αλλά κάποιες έρευνες έχουν δείξει πως για κάποια παιδιά είναι ένα υγιές μονοπάτι ανάπτυξης να πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη ,καθώς προάγει το φαντασιακό παιχνίδι, τη δημιουργικότητα κ.α. Τα παιδιά σε μικρές ηλικίες βρίσκουν ευχάριστο να προσποιούνται, μάλιστα περνούν πολλές ώρες βλέποντας κινούμενα σχέδια με ζώα που μιλάνε, ανθρώπους να πετάνε. Άλλωστε , ο Άγιος Βασίλης ήταν πραγματικό πρόσωπο που βοηθούσε τους φτωχούς , και τέτοιες αξίες συμβολικά θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πρότυπο στα παιδιά, αλλά και να έρθουν πιο κοντά στη θρησκεία. Παράλληλα διατηρώντας τον μύθο,οι αναμνήσεις τους από τις χριστουγεννιάτικες ημέρες θα είναι κάτι που θα θυμούνται με χαρά. Ο μύθος αυτός έρχεται σε γιορτινές ημέρες, που συνήθως η ευρύτερη οικογένεια συγκεντρώνεται, και ο Αγ. Βασίλης είναι ένας κρίκος που ενδυναμώνει αυτό τον δεσμό, είναι αυτή η πολιτιστική δέσμευση στα παιδιά, που τους φέρνει δώρα και ευτυχία. Τι καλύτερο από ένα παιδί να φαντάζεται πως ένας γλυκός ηλικιωμένος άνδρας με μούσι θα έρθει το βράδυ και θα του αφήσει δώρα, ως επιβράβευση για το πόσο καλό ήταν όλο το χρόνο, και τι ωραία εκπαίδευση που λαμβάνει μέσα από αυτή τη διαδικασία μαθαίνοντας πως πρέπει να περιμένει για να πάρει κάτι και όχι απαιτώντας το εκείνη τη στιγμή, και πως για να το λάβει χρειάζεται να προσπαθήσει κι αυτό. Τέλος, μέσα από αυτή τη διαδικασία απλουστεύεται και ο ρόλος των γονιών, κάτι πολύ σημαντικό και αναγκαίο για την ανακούφισή και την ξεκούραση τους αυτές τις ημέρες ενόψει της υπόλοιπης χρονιάς. Ένα "τρίτο" πρόσωπο , θα είναι αυτό που θα κρίνει για το αν τα παιδιά ήταν καλά ή όχι, και θα πάρει την ευθύνη για το αν η ανταμοιβή ήταν η επιθυμητή. Ο γονέας λαμβάνει γραπτώς τις επιθυμίες και γνωρίζει πως μέχρι το άνοιγμα των δώρων η συνεργασία θα είναι πιο εύκολη , καθώς η εξουσία και ο έλεγχος έχει περάσει σε ένα άλλο πρόσωπο. Παράλληλα, συμμετέχοντας σε αυτό το παιχνίδι γίνεται και αυτός παιδί, με αποτέλεσμα να αποφορτίζεται με ευχάριστες ασχολίες.

Όχι, δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης!

Ο μύθος του Άγιου Βασίλη είναι ένα παραμύθι, και όσο παρουσιάζεται κεκαλυμμένα ως πραγματικότητα στα παιδιά μπορεί να αποτελέσει ένα τραυματικό γεγονός. Είναι ένα ψέμα-μυστικό ανάμεσα στους γονείς και το παιδί, το οποίο διαρκεί πάρα πολύ και εάν η σχέση τους είναι ήδη ευάλωτη, η αποκάλυψη του μπορεί να είναι το τελικό χτύπημα. Η εμπιστοσύνη μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση, καθώς και όλες οι προηγούμενες εμπειρίες, με λίγα λόγια η ασφαλής βάση του παιδιού που είναι ο γονέας να μπει υπό την διαδικασία αμφισβήτησης ως προς την αποτελεσματικότητα.

Δεν είναι αναγκαίο να ξεγελάσεις ένα παιδί για να κρατήσεις το μύθο, την ατμόσφαιρα ,και το φαντασιακό παιχνίδι αληθινά. Μπορείς να εξηγήσεις ότι δεν υπάρχει πραγματικός Άγιος Βασίλης, όπως δεν υπάρχει Χάρι Πότερ ,αλλά εμείς θα κάνουμε τα πάντα σαν ο Άγιος Βασίλης να είναι αληθινός.

Επίσης, πόσο ηθικό και χρήσιμο είναι για τους γονείς να χρησιμοποιούν τον Άγιο Βασίλη ως εργαλείο για να ελέγξουν τη συμπεριφορά των παιδιών? Είναι προτιμότερο να χτιστεί μια σχέση εμπιστοσύνης με το παιδί που θα βασίζεται στην ειλικρίνεια και όχι σε μυστικά, παρά  να χρησιμοποιείται κάτι φανταστικό προς όφελός των γονέων. Η αληθινή πρόκληση είναι να δημιουργηθούν πραγματικά κίνητρα και επιβραβεύσεις. Ακόμα, αποφεύγεται να στρεσαριστεί το παιδί έχοντας στο μυαλό του ότι κάποιος τον παρακολουθεί για να αποφασίσει εάν αξίζει να επιβραβευθεί. Τέλος, η είσοδος ενός εξωτερικού ατόμου στο οικογενειακό σύστημα που ασκεί τον έλεγχο και αξιολογεί , είναι κάτι το οποίο μπορεί να αγχώσει το παιδί αλλά και να καθιερώσει μια εικόνα πως "άλλοι αποφασίζουν".

Τι πρέπει να κάνουν οι γονείς?

Να συνεχίσουν να κάνουν αυτό που κάνουν. Πάντα με γνώμονα το καλό του παιδιού αλλά παράλληλα και την δική τους ηθική αλλά και συναισθηματική ικανοποίηση. Ένα πράγμα που λέω συχνά σε γονείς που βλέπω θεραπευτικά όταν μιλάνε για ενοχές και το τι έκαναν λάθος, είναι το πως φυσικά και δεν έκαναν ή δεν κάνουν κανένα λάθος, και έκαναν και κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν στο συγκεκριμένο σημείο. Όλοι οι γονείς πράττουν όπως πράττουν γιατί έχουν στόχο την προστασία και την ικανοποίηση του παιδιού τους.

Και στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως και σε όλα τα ηθικά διλήμματα των γονέων δεν υπάρχει λάθος και σωστό, έτσι κι αλλιώς οι έρευνες λένε ότι στην ηλικία περίπου των 8 το παιδί αντιλαμβάνεται και μόνο του πως δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης (και εκεί συνήθως η μεγαλύτερη απογοήτευση είναι από τους γονείς που αντιλαμβάνονται ότι και το παιδί μεγάλωσε αλλά και ότι η 'μαγεία' χάθηκε). Αυτό που έχει αξία είναι να δημιουργηθεί ένα ασφαλές πλαίσιο για τα παιδιά όπου θα επιτρέπεται να φανταστούν και να παίξουν, μαζί και οι γονείς, αλλά παράλληλα να μην διαταραχθεί η εμπιστοσύνη και να υπάρχει ένα κλίμα ειλικρίνειας μεταξύ παιδιού και γονέα.

Τα Χριστούγεννα είναι μέρες γιορτής και διασκέδασης και επανένωσης της οικογένειας που πιο πολύ την χαίρονται τα παιδιά. Σκοπός των γονέων είναι να δημιουργήσουν ή να κρατήσουν αυτή τη 'μαγεία', που θα βασίζεται και θα εξυπηρετεί τις ανάγκες και τις επιθυμίες των παιδιών και όχι τη δική τους , να έχουν κατά κάποιο τρόπο αυτά «το τιμόνι» σε ότι αφορά τη διασκέδαση τους. Αυτές οι γονεϊκές ανάγκες και επιθυμίες προέρχονται από τις Χριστουγεννιάτικες εμπειρίες τους ως παιδιά, έχοντας την πεποίθηση πως εάν το παιδί επαναλάβει τις δικές τους αναμνήσεις και θα περάσει καταπληκτικά αλλά και οι ίδιοι θα νιώσουν ξανά αυτή την παιδική αθωότητα, ή από την άλλη η ανάγκη –πίεση να βιώσει το παιδί χριστουγεννιάτικες εμπειρίες που οι ίδιοι για κάποιους λόγους δεν έζησαν μικροί (και τελικά τις ζουν μεγάλοι). Δεν χρειάζεται να πιέσουν το παιδί να γράψει γράμμα στον Άγιο Βασίλη, δεν χρειάζεται να το βάλουν να κάτσει με το ζόρι στο πόδι ενός Άγιου Βασίλη για να βγει φωτογραφία, χρειάζεται σεβασμός και χώρος να εκφραστούν οι δικές του επιθυμίες. Μπορεί φυσικά να συμμετέχει στο παιχνίδι του Αγίου Βασίλη δίνοντας τις κατάλληλες στιγμές την πραγματική διάσταση, διηγούμενος την πραγματική ιστορία του Αγίου Νικολάου, ή λέγοντας πως "στο σπίτι θα υποκριθούμε όλοι πως θα έρθει ο Άγιος Βασίλης. "

Η ενδυνάμωση των δεσμών της οικογένειας τα Χριστούγεννα ,και συγκεκριμένα της ελληνικής, είναι συνυφασμένη με τον Άγιο Βασίλη και τα δώρα. Όταν ο γονέας λειτουργεί με σεβασμό στο παιδί του αλλά και δίνει χώρο για δημιουργικότητα και φανταστικό παιχνίδι συμμετέχοντας σε αυτό, χτίζει αναμνήσεις που θα κρατήσουν για μια ζωή.

Τέλος, μόνο η ερώτηση "πόσο καλό παιδί ήσουν φέτος?" είναι μια πρόταση που θα μπορούσε από μόνη της να απασχολήσει πολλούς ειδικούς , αναλύοντας την.

Καλά Χριστούγεννα σε όλους.

Δημήτρης Ι. Γαλάνης

Οικογενειακός Θεραπευτής

Σίγουρα η απόφαση του διαζυγίου είναι από μόνη της μια δύσκολη κι επίπονη συνθήκη. Δεν είναι κάτι που ονειρεύεται κανείς, όταν ξεκινά να φτιάχνει την οικογένειά του… και ασφαλώς γίνεται ακόμα πιο δύσκολη συνθήκη, όταν υπάρχουν παιδιά.

Να μιλήσουμε στα παιδιά;

Όταν η απόφαση του διαζυγίου είναι πια τελειωτική, οι γονείς οφείλουν να ενημερώσουν τα παιδιά, όσο δύσκολο κι αν ακούγεται κάτι τέτοιο. Τα παιδιά είναι μέλη της οικογένειας και σαφώς θα επηρεαστούν κι εκείνα από τη νέα πραγματικότητα… γι’ αυτό πρέπει να ‘ναι όσο το δυνατόν πιο προετοιμασμένα… ακόμα και στο πιο «εύκολο» και «συναινετικό» διαζύγιο.

Πώς να το πούμε;

Η ανακοίνωση είναι καλό να γίνει και από τους δύο γονείς, αφού πρώτα έχουν σκεφτεί πολύ καλά τι θα πουν κι έχουν προετοιμαστεί και για την επικείμενη αντίδραση των παιδιών. Είναι αναμενόμενο τα παιδιά να κλάψουν, να θυμώσουν, να φωνάξουν, να παρακαλέσουν, να κάνουν ερωτήσεις. Οι γονείς πρέπει να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους, να καθησυχάσουν το/τα παιδιά τους και να παραμείνουν σταθεροί μην αφήνοντας αμφιβολία για το τι θα ακολουθήσει. Αυτό αν δεν πραγματοποιηθεί, θα επιφέρει ανασφάλεια και μια διαρκή προσπάθεια εκ μέρους του παιδιού να σμίξουν οι γονείς του και πάλι.

Ανάλογα με την ηλικία των παιδιών οι γονείς είναι καλό να απαντήσουν στις ερωτήσεις τους με σαφήνεια, αποκλείοντας κάθε πιθανότητα να αισθανθούν τα ίδια ένοχα και υπαίτια του χωρισμού. Ακόμα κι αν τα παιδιά έχουν διαφορετικές ηλικίες, η ανακοίνωση γίνεται παρουσία και των δύο (ή όσων παιδιών υπάρχουν σε κάθε οικογένεια) κι αν χρειάζεται μετέπειτα μπορεί να εξηγηθεί καλύτερα στο μεγαλύτερο παιδί. Κάτι τέτοιο προσφέρει ασφάλεια στα παιδιά και τους δίνεται η δυνατότητα της μεταξύ τους στήριξης και συμπαράστασης.

Προσπαθήστε να «δώσετε φωνή» στα δικά τους συναισθήματα, τα οποία μπορεί εκείνη την ώρα να μην μπορούν να εκφράσουν. Ενημερώστε τα παιδιά για τα διαδικαστικά….ποιος αποχωρεί από το σπίτι, πότε θα βλέπει ο ένας τον άλλο κλπ., ώστε ακόμα κι αυτή η μεγάλη αλλαγή να πραγματοποιηθεί εντός ενός πλαισίου σταθερότητας κι ασφάλειας.

Μην ξεχνάτε…

Οι γονείς χρειάζεται να έχουν το δικό τους υποστηρικτικό δίκτυο και να ζητούν βοήθεια από τον περίγυρό τους (ευρύτερη οικογένεια, φίλοι κλπ.). Αυτό προσφέρει ανακούφιση στα παιδιά, χωρίς να χρειάζεται να μπαίνουν σε έναν ρόλο που δεν τους αναλογεί και να μετατρέπονται σε υποστηρικτές/συμμάχους των γονιών τους.

Όσο θυμό κι αν έχουμε για τον σύντροφό μας με τον οποίο χωρίζουμε, η ανακοίνωση του διαζυγίου στα παιδιά και ο μετέπειτα χειρισμός του πρέπει να γίνεται με γνώμονα τη δική τους λιγότερο τραυματική εξέλιξη. Ας παραμερίσουμε τα δικά μας συναισθήματα, που κάποιες φορές μας οδηγούν στο να φερθούμε ακραία και ας φερθούμε στα παιδιά μας, όπως χρειάζεται ώστε να νιώσουν ασφάλεια και αγάπη και για τους δύο γονείς. Γιατί για τα παιδιά είναι σημαντικό να εκτιμούν, να σέβονται, να θαυμάζουν και να αγαπούν και τους δύο γονείς τους. Κάτι τέτοιο, τα βοηθά στη συναισθηματική τους ανάπτυξη και στη μετέπειτα ανάπτυξη κοινωνικών και ερωτικών σχέσεων και γιατί όχι και στη δημιουργία της δικής τους οικογένειας.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

 

Στον κόσμο της διαδικτυακής εποχής, η ενοποιημένη πλατφόρμα social media και επικοινωνίας, μοιάζει να απαιτεί τη συνεχή παρουσία μας.

Αν αναλογιστείτε μια ολόκληρη μέρα σας, ως ενήλικες, θα διαπιστώσετε ότι, εκτός των εργασιακών και οικογενειακών υποχρεώσεων, κινείστε ταυτόχρονα σε τουλάχιστον τέσσερεις εφαρμογές (applications) τις οποίες δεν κλείνετε ποτέ, ούτε καν όταν κοιμάστε (gaming, chatting, e-mailing, viber) . Επιπλέον παίζετε τουλάχιστον δύο διαδικτυακά παιχνίδια σε όλες τις μετακινήσεις σας και τον ελεύθερο χρόνο. Όταν πρόκειται για παιδιά, οι αριθμοί αυτοί πολλαπλασιάζονται. Όλα τα παραπάνω εξυπηρετούνται από ένα και μόνο μηχάνημα – πλατφόρμα. Κάποιος θα πει ότι κλείνει τις εφαρμογές και τα παιχνίδια όποτε θέλει, κανείς όμως δεν το κάνει γιατί πάντα κάτι περιμένει, ένα μήνυμα, ένα like, μια πρόσκληση, ένα share κλπ.

Επιπλέον καμία συσκευή δεν είναι ότι λέει ότι είναι. Το κινητό δεν είναι μόνο κινητό και το notebook δεν είναι μόνο σημειωματάριο. Είναι κάτι διαφορετικό, με κάποιες δυνατότητες, τις οποίες κανείς δεν ζήτησε να έχει. Στην πορεία όμως, οι χρήστες χρησιμοποίησαν τις άχρηστες δυνατότητες της συσκευής που απέκτησαν και άρχισαν να τις αναζητούν και στην επόμενη. Φαύλος κύκλος δηλαδή, ή αλλιώς η πρόοδος που δεν έχετε ανάγκη.

Στην κανονική τους μορφή, τα παιχνίδια είναι εργαλεία διασκέδασης και τα social media είναι εργαλεία επικοινωνίας. Με την ηλεκτρονική τους ταυτότητα σε μία ενοποιημένη πλατφόρμα, φαίνεται να παύει η εργαλειακή μορφή τους και να μετατρέπεται σε κάτι που συμμετέχει στην ύπαρξή μας. Με την ενοποίηση λογισμικών και συσκευών σε μία πλατφόρμα όλα είναι ένα παιχνίδι. Επικοινωνία μέσω social media, διαφήμιση και διαδικτυακό παιχνίδι είναι ακριβώς το ίδιο καθότι η αισθητική τους έγινε ενιαία.

Η ενοποίηση της αισθητικής αποτελεί προβληματισμό και για τα παιδιά μας. Το παιδί αδυνατεί να διαχωρίσει και να συγκεντρωθεί μέσα σε μια αδιαφοροποίητη ηλεκτρονική πλατφόρμα επικοινωνίας, διαφήμισης και παιχνιδιού αισθητικά και ουσιαστικά ενιαία. Τα αποτελέσματα δαιδαλώδη και ενίοτε επικίνδυνα (πολλές πρόσφατες έρευνες συνδέουν την κάθετη αύξηση πολλών δυσλειτουργιών της παιδικής ηλικίας με την αλόγιστη χρήση ηλεκτρονικών μέσων).

Τελικά, η χρήση των νέων τεχνολογιών φαίνεται να είναι για τους ενήλικες μια συνειδητή επιλογή, για τα παιδιά μας όμως η απόφαση είναι ελεύθερη (έχουν εναλλακτικές επικοινωνίας και παιχνιδιού)? και κυρίως είναι ιδιωτική (είναι προσωπική τους απόφαση)?

Αλεξία Ζήση

M.Sc. Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πότε να μιλήσω στο παιδί;

Η κατάλληλη ηλικία συζήτησης με το παιδί μας σχετικά με το σεξ ποικίλει από παιδί σε παιδί. Μιλάμε στο παιδί μας γύρω από το θέμα αυτό, όταν ξεκινήσει αυτό να ρωτά.

Από τον πρώτο χρόνο της ζωής του, το παιδί αγγίζει κι εξερευνά το κάθε τι προκειμένου να εξερευνήσει το περιβάλλον του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποτελεί για εκείνο το σώμα του.

Από τα 3 του χρόνια, όπου ανακαλύπτει το φύλο του, γίνεται περίεργο και για το σώμα των άλλων και με τη βοήθεια του λόγου, ο οποίος έχει γίνει πια παραγωγικός, ξεκινά να εκφράζει απορίες: «Πώς γεννιούνται τα μωρά;», «Γιατί τα γεννητικά όργανα της μαμάς είναι διαφορετικά απ’ του μπαμπά;».

Η στάση των γονέων

Η αντίδραση των γονέων σε τέτοιου είδους ερωτήσεις ποικίλλει. Άλλοι ξαφνιάζονται και δεν ξέρουν τι να απαντήσουν, άλλοι ντρέπονται και αλλάζουν θέμα συζήτησης κ.ο.κ.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει λόγος ντροπής. Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και οι αναζητήσεις τέτοιου τύπου από την πλευρά του παιδιού μας είναι πλέον φυσιολογικά ζητήματα και δε θα έπρεπε να μας ανησυχούν και να μας αναστατώνουν.

Τι λέμε;

  • Ενθαρρύνετε το παιδί να μιλά και να κάνει ερωτήσεις.
  • Χρειάζεται να είμαστε σαφείς κ κατανοητοί. Μιλάμε ειλικρινά κι απλά, προσαρμόζοντας πάντα το λόγο μας στην ηλικία του παιδιού και αποφεύγουμε περιττές λεπτομέρειες, οι οποίες μπορεί να το μπερδέψουν.
  • Οι δύο γονείς πρέπει να κρατούν ίδια στάση, όπως και στα υπόλοιπα θέματα που αφορούν στο παιδί τους.
  • Ακόμα κι αν δεν γνωρίζουμε κάτι, λέμε την αλήθεια και παίρνουμε τον χρόνο μας ώστε να διαβάσουμε σχετικά με το θέμα και φυσικά επανερχόμαστε στο παιδί λύνοντάς του τις απορίες.
  • Δεν αρκεί να μιλήσουμε στο παιδί μας μια φορά για τα θέματα αυτά. Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι μια διαρκής διαδικασία, που εκτείνεται μέχρι την εφηβεία.
  • Προμηθευτείτε βιβλία για γονείς, αλλά και για παιδιά γύρω από το συγκεκριμένο θέμα.

Να θυμάστε ότι:

  • Παραμελώντας τη σεξουαλική αγωγή των παιδιών, ταυτόχρονα αρνούμαστε γνώσεις και δεξιότητες σ’ ένα τομέα που διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή τους.
  • Ακόμα κι αν εμείς ως παιδιά δεν είχαμε τέτοιου είδους συζητήσεις με τους γονείς μας, δε σημαίνει ότι αυτό χρειάζεται να συμβεί και στην περίπτωση του δικού μας παιδιού. Η εποχή μας εξάλλου είναι τόσο διαφορετική από εκείνη των γονιών μας.
  • Αν δεν αναλάβετε ως γονείς να κάνετε τέτοιες συζητήσεις με τα παιδιά σας, κάποιος άλλος θα το κάνει (φίλοι, τηλεόραση, κ.λ.π.). Το περιεχόμενο αυτών των συζητήσεων, όμως, είναι αμφιβόλου ποιότητας και συχνά μπορεί να οδηγήσει το παιδί σε στρεβλωμένες πεποιθήσεις γύρω από το σεξ.
  • Μην ανησυχείτε! Τίποτα δεν μπορεί να πάει τόσο λάθος που να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη. Να έχετε εμπιστοσύνη στο ένστικτο και τη διαίσθησή σας. Μεγαλύτερο πρόβλημα μπορεί να δημιουργηθεί στην περίπτωση που δε μιλάτε με το παιδί σας.
  • Η στάση και τα λόγια σας διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εικόνα των παιδιών για τα δύο φύλα.
  • Το όφελος από την σεξουαλική αγωγή του παιδιού είναι τεράστιο, διότι, εκτός από τον προσανατολισμό που του παρέχετε, το βοηθάτε στη συναισθηματική του ανάπτυξη, αποκτά σεβασμό στον εαυτό του, εμπιστοσύνη σε σας, σωστή και υγιή στάση απέναντι στη σεξουαλικότητα.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Συνεργάτης του Ψυχοθεραπευτικού Κέντρου – Πολυχώρου Animus Corpus

Οι γονείς, στη σύγχρονη εποχή, φαίνεται να έχουν ανάγκη από «τεχνικές», που να τους βοηθούν να κατανοήσουν τα παιδιά τους και να αποκαταστήσουν μαζί τους μια ποιοτική και διαρκή επικοινωνία. Ωστόσο, οι τρόποι πειθαρχίας που θα μεταχειριστεί ένας γονιός εξαρτώνται από τη δική του ιδιοσυγκρασία, καθώς και αυτή του παιδιού του. Τι ταιριάζει στον ίδιο, με ποιο τρόπο θα το κάνει, τι «πιάνει» στο παιδί του; Ό,τι ξέρει ο γονιός γύρω από το χαρακτήρα και τις ευαισθησίες του παιδιού του είναι ιδιαίτερα χρήσιμο.

Η σημασία της οριοθέτησης για τα ίδια τα παιδιά

Έρευνες δείχνουν ότι γονείς που θέτουν σταθερά όρια χωρίς να περιορίζουν ευκαιρίες για πειραματισμό, έχουν παιδιά με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, τα οποία είναι ανεξάρτητα, υπεύθυνα, μαθαίνουν να επιλύουν προβλήματα και έχουν καλές κοινωνικές δεξιότητες, καθώς έχουν καλύτερη προσαρμογή στην ομάδα των συνομιλήκων.

Η σημασία της οριοθέτησης για όλη την οικογένεια

Η οριοθέτηση είναι πολύ σημαντική για τη διαμόρφωση της ταυτότητας όλων των μελών του οικογενειακού συστήματος, για την κατανόηση των ρόλων τους και την ανάδειξη της εμπιστοσύνης προς τους ίδιους. Βοηθά τους γονείς να ισχυροποιήσουν την προσωπικότητά και το ρόλο τους, να ενισχύσουν τις αξίες και τις στάσεις τους απέναντι στη ζωή και να μπορέσουν να μεταδώσουν όλα αυτά με ένα τρόπο που να μπορεί με ασφάλεια να τροποποιεί κάθε φορά τα χαρακτηριστικά των μελών της οικογένειας.

Τα όρια συντελούν στο να υπάρχει ομαλότητα στην επικοινωνία, στις σχέσεις και στην αλληλεπίδραση, βοηθάνε την οικογένεια να μπορεί να αντιμετωπίζει κάθε δυσκολία που προκύπτει και οι κανόνες να μπαίνουν με ένα τρόπο κατανοητό και άμεσο έτσι ώστε η οριοθέτηση να ωφελεί την οικογένεια να ανατρέχει σε αυτούς με ασφάλεια όταν υπάρξει κάποιο πρόβλημα στις σχέσεις.

Έλλειψη ορίων

Αν δεν υπάρχουν όρια στην οικογένεια, τότε το παιδί δεν μαθαίνει την υποχώρηση, την εκτίμηση και τον σεβασμό προς άλλα πρόσωπα. Ένα παιδί που δεν γνωρίζει όρια είναι ανασφαλές και βιώνει συχνά την απόρριψη. Για παράδειγμα, παιδιά που δεν έχουν ακούσει το όχι από τους γονείς τους δυσκολεύονται να κάνουν πραγματικούς φίλους γιατί περιμένουν από τους άλλους να ικανοποιούν τις ανάγκες τους και επιπλέον δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν οτιδήποτε έχουν γιατί το θεωρούν δεδομένο.

Πότε είναι η κατάλληλη ηλικία για οριοθέτηση των παιδιών;

Όσο πιο νωρίς αρχίζει η οριοθέτηση της συμπεριφορά του παιδιού, τόσο το καλύτερο. Αν από την νηπιακή ηλικία το παιδί μας μάθει να ελέγχει τη συμπεριφορά του, να δέχεται κανόνες, να εκφράζει με υγιή τρόπο τα συναισθήματα του και να γίνεται υπεύθυνο, τότε μεγαλώνοντας θα μπορέσει να αποφύγει τους κινδύνους και να είναι ευτυχισμένο. Τα όρια, φυσικά, πρέπει να συμβαδίζουν με το στάδιο ανάπτυξης του παιδιού και να προσαρμόζονται στα χαρακτηριστικά της ηλικίας του.

Πώς πετυχαίνουν τα όρια;

  • Σταθερότητα και συνέπεια από την πλευρά των γονέων.
  • Θετική διατύπωση (Προσπαθούμε να σκεφτόμαστε θετικά και να διατυπώνουμε τις προτάσεις μας με θετικό τρόπο, όπως για παράδειγμα, αντί για «Μην χοροπηδάς πάνω στο κρεβάτι σου», είναι προτιμότερο να πούμε «Σε παρακαλώ, κατέβα από το κρεβάτι σου, γιατί μπορεί να χτυπήσεις»).
  • Περιορίστε τα πολλά όχι (Ιεραρχήστε τα θέματα για τα οποία θέλετε να διεκδικήσετε μία συγκεκριμένη συμπεριφορά από τα παιδιά, και για τα λιγότερο σημαντικά θέματα ας είμαστε περισσότερο ανεκτικοί).

Πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι τα όρια δεν πρέπει να εμποδίζουν το παιδί να μεγαλώσει, αλλά να το ακολουθούν στο μεγάλωμά του. Τα όρια είναι ένδειξη αγάπης και μέρος της φροντίδας που παρέχουν οι γονείς στα παιδιά τους. Είναι κάτι που χρησιμοποιούμε, ώστε να τα διδάξουμε να ξεχωρίζουν αυτό που επιτρέπεται από αυτό που δεν επιτρέπεται και να κατορθώσουν να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα στην υπόλοιπη ζωή τους.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Συνεργάτης του Ψυχοθεραπευτικού Κέντρου – Πολυχώρου Animus Corpus

Σελίδα 1 από 2

Επικοινωνία

Βασιλίσσης Σοφίας 54

Ιλίσια / Αθήνα

Τ: +30 210 72 22 214
F: +30 210 72 22 282

email: [email protected], [email protected]