Τον τελευταίο καιρό, το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού φαίνεται να απασχολεί ολοένα και περισσότερο τόσο στο επίπεδο της επιστημονικής κοινότητας όσο και σε επίπεδο καθημερινών συζητήσεων. Με στόχο να καταδειχθούν σημαντικές πλευρές του φαινομένου, ακολουθούν κάποιες σκέψεις γι αυτό που πηγάζουν μέσα από την εργασιακή εμπειρία αλλά και τη βιβλιογραφία.

Κατ αρχάς, ας ξεκινήσουμε με ένα πλαίσιο ορισμού. Το bullying, εις το ελληνικότερον, Σχολική Βία και Εκφοβισμός, προέρχεται από το bully που στα ελληνικά μπορεί να αποδοθεί ως «νταής» οπότε bullying είναι το «νταηλίκι».

Ας κάνουμε όλοι εδώ μια μικρή παύση κι ας αναλογιστούμε τι κουβαλούν αυτές οι δυο λέξεις.. είναι φορτισμένες με δύσκολα, βίαια και υποτιμητικά στοιχεία.

Οπότε λοιπόν ορίζοντας το φαινόμενο αναφερόμαστε σε βία, λεκτική, σωματική, ψυχολογική η οποία προέρχεται / προκαλείται από παιδιά σε παιδιά, επαναλαμβανόμενα, συστηματικά και κλιμακούμενα σε ένταση με σκοπό να βλάψει, πονέσει, αναστατώσει το παιδί-θύμα που μοιάζει να ‘ ναι ανυπεράσπιστο. Εμπεριέχει δηλαδή την ταπείνωση αυτού που στοχοποιείται.

Για να μιλήσουμε όμως για bullying, πέραν του παραπάνω, χρειάζεται να έχουμε το εξής "σχήμα":

                       Παιδί - Θύτης <-->Παιδί - Θύμα

                                 Παιδιά - Παρατηρητές

Αυτό το σχήμα χρειάζεται να υπάρχει σταθερά και να αλληλοτροφοδοτείται.

Χρειαζόμαστε δηλαδή τους αναφερόμενους ως «θύτες» , ως «θύματα» και ως «παρατηρητές».

Οι αιτίες και οι επιπτώσεις του φαινομένου σε ψυχοσυναισθηματικό και ψυχοκοινωνικό πλαίσιο είναι πολλές και κάποιες φορές ιδιαιτέρως σοβαρές.

Πέραν του παιδιού- θύματος που σαφώς χρήζει φροντίδας και προσοχής, φροντίδας και προσοχής χρήζει και το παιδί – θύτης.

Συνήθως όταν μιλούμε ή διαπιστώνουμε bullying εστιάζουμε αποκλειστικά στην πλευρά του θύματος μιας και φαίνεται ως η πιο αδύναμη και εύθραυστη.

Όμως και το παιδί – θύτης «φωνάζει» για κάτι δύσκολο που ζει και το εκφράζει με αυτόν τον τρόπο. Οπότε χρειάζεται να αφουγκραστούμε και αυτό το παιδί.

Όπως και τους λεγόμενους «παρατηρητές» να τους ενισχύσουμε να μιλάνε για όσα συμβαίνουν προσφέροντας τους ασφάλεια και στήριξη να το κάνουν.

Τα επιδημιολογικά στοιχεία αναφέρουν πως το φαινόμενο απαντάται συχνότερα από / προς αγόρια σε σχέση με τα κορίτσια σε αναλογία 1/3.

Οφείλουμε όλοι καθείς από την πλευρά του και το ρόλο του είτε είναι γονιός είτε είναι εκπαιδευτικός να αφουγκραστεί το παιδί, να σκύψει πάνω από τις ανάγκες του και όλοι σε συνεργασία να αντιμετωπίσουμε τη βία.

Αν στη βία απαντάμε με βία ενισχύουμε το φαινόμενο και δημιουργούμε ένα φαύλο κύκλο.

Και χρειάζεται επίσης να είμαστε ιδιαιτέρως προσεκτικοί στο τι χαρακτηρίζουμε ως bullying.

Ο όρος ακούγεται πολύ και πέραν της ουσίας του κάποιες φορές, εμπεριέχει και μια υπερβολή ακόμα και μια «ευκολία» στο να δώσουμε την «ταμπέλα» σε κάτι που μας ενοχλεί, ωστόσο όμως δεν είναι πάντα bullying.

Ας είμαστε κοντά στα παιδιά μας, κοντά στους δασκάλους τους .. Πρωτίστως όμως ας κοιτάξουμε βαθιά μέσα μας όλοι οι ενήλικες κι ας αναλογιστούμε πόσο ανοιχτοί είμαστε σε ό,τι είναι διαφορετικό. Ανοιχτοί όμως ισότιμα και ισάξια και όχι με ματιά οίκτου ή ελέους σε ό,τι είναι διαφορετικό .. από το δικό μας χρώμα, ύψος, σωματότυπο αλλά και από τις δικές μας πεποιθήσεις για τη ζωή, την καταγωγή, τη θρησκεία, τη σεξουαλικότητα και ό,τι μας φαντάζει «σωστό- λάθος». Κάπου εκεί μπορεί να βρίσκεται η βάση αυτού που ονομάζουμε bullying και με αυτή τη δουλειά και στάση ζωής να συμβάλλουμε στην αντιμετώπιση του.

Για περισσότερες πληροφορίες και στήριξη μπορείτε να απευθύνεστε στο τηλέφωνο του Animus Corpus.

Κομνηνόγλου Ιωάννης

Ψυχολόγος

Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό όν. Είμαστε ευτυχείς όταν είμαστε με άλλους γιατί μέσα από τις σχέσεις καταλαβαίνουμε όχι μόνο τον άλλο αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό. Μέσα στις σχέσεις δημιουργούνται τα συναισθήματα, θετικά και αρνητικά. Τι είναι όμως αυτό που με την πάροδο του χρόνου κρατάει ένα ζευγάρι ικανοποιημένο από τη σχέση του;

 

Μια καλή βάση για να χτιστεί το «εμείς», είναι το να μοιράζονται δυο άνθρωποι κοινές αξίες και ηθικούς κώδικες. Η συζήτηση, η διαπραγμάτευση αλλά και η ενημέρωση του άλλου για τις δικές μας αξίες, αποτελούν δρόμους που μπορούν να βοηθήσουν στη δημιουργία του καινούριου συστήματος αξιών του ζευγαριού.

 

Ένα άλλο σημαντικό συστατικό μιας ικανοποιητικής σχέσης είναι η αποδοχή του άλλου. Αποδέχομαι τον άλλο σημαίνει σέβομαι και αντέχω τη διαφορετικότητα του. Όλοι έχουμε ανάγκη από προσωπικό χώρο και χρόνο μέσα στη σχέση μας. Δεν είναι δυνατόν να είμαστε ίδιοι με κανένα άλλο πάνω σε τούτη τη γη. Η αγάπη τρέφεται από την διαφορετικότητα.

 

Για να διευκολυνθούν και να υλοποιηθούν όλα αυτά χρειάζεται επικοινωνία. Η επικοινωνία για να είναι γόνιμη, για να υπάρχει ανταλλαγή, κατανόηση και σεβασμός, απαιτεί υπομονή. Σημαντικές παράμετροι της ουσιαστικής διαλεκτικής επικοινωνίας είναι να έχουμε τα αυτιά μας ανοιχτά έτσι ώστε να μπορέσουμε να ακούσουμε αυτά που λέει ο σύντροφός μας, αλλά και το να μιλάμε για τα ουσιαστικά πράγματα, για τα «δύσκολα» αλλά και τα καθημερινά.

 

Ένα άλλο απαραίτητο στοιχείο για να κρατηθεί μια σχέση ζωντανή, είναι η ικανοποιητική σεξουαλική ζωή. Το σεξ είναι μια επικοινωνία πολύ προσωπική του ζευγαριού, η οποία εξελίσσεται με τα χρόνια. Είναι σημαντικό να μπορούμε να διατηρήσουμε με το πέρασμα του χρόνου το μυστήριο και την περιπέτεια και να μπορέσουμε να την εξισορροπήσουμε με την οικειότητα και την ασφάλεια. Το σεξ αντικατοπτρίζει την συνεχή επιλογή του συντρόφου μας.

 

Ένας σημαντικός παράγοντας που κρατάει δυο συντρόφους μαζί είναι η φιλική σχέση που αναπτύσσεται αναπόφευκτα, μέσα στην ερωτική. Για να διατηρηθεί το φιλικό στοιχείο, είναι σημαντικό οι σύντροφοι να έχουν κοινές δραστηριότητες και να έχουν δημιουργήσει και διαφυλάξει με το πέρασμα των χρόνων τις δικές τους ιεροτελεστίες που αποτελούν την κουλτούρα του ζευγαριού.

 

Τέλος, εκείνο που ενώνει δυο ανθρώπους είναι οι κοινοί στόχοι και τα όνειρα για το μέλλον. Είναι η κοινή υπόσχεση ότι θα είναι μαζί στο μέλλον. Για να μην εξελιχθεί όμως αυτό σε ομογενοποίηση των δυο προσωπικοτήτων, είναι πολύ σημαντικό να διατηρείται η απαραίτητη αυτονομία. Δεν είναι αναγκαίο να τα κάνουν όλα μαζί, είναι όμως απαραίτητο να οργανώνουν τους βασικούς στόχους της ζωής τους περιλαμβάνοντας ο ένας τον άλλο.

 

Σύμφωνα με ένα γνωμικό, πρέπει «να κοιτάς εκεί που θέλεις να πας, αλλιώς θα πας εκεί που κοιτάς». Αν εστιάσουμε λοιπόν και καλλιεργήσουμε αυτά που μας ενώνουν, το αποτέλεσμα θα είναι να έχουμε περισσότερο από αυτό. Δηλαδή μια σχέση μέσα στην οποία θα είμαστε ευτυχισμένοι.

 

Αλεξία Ζήση

Ψυχολόγος - Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πιστοποιημένη κάτοχος EuroPsy

M.Sc. Ερευνητικές Μέθοδοι Ψυχολογίας (Lancaster University)

B.A. Ψυχολογίας (Deree College και Ε.Κ.Π.Α.)

Η κατάθλιψη είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για τους εφήβους καθώς συνδέεται με κατάχρηση ουσιών, αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχοκοινωνική τους λειτουργικότητα, διαταραχές άγχους, διατροφικές διαταραχές, αυτοκτονικό ιδεασμό, απόπειρες αυτοκτονίας. Όσο νωρίτερα ξεκινήσει η κατάθλιψη (μέσος όρος έναρξης 14 ετών) τόσο πιο πιθανό είναι να εμφανιστούν αργότερα καταθλιπτικά επεισόδια στην ενήλικη ζωή. Η χρονιότητα και η σοβαρότητα της κατάστασης κάνουν επιτακτική την ανάγκη για έγκαιρη παρέμβαση και πρόληψη. Για τους γονείς μπορεί να είναι δύσκολο να διακρίνουν τα φυσιολογικά σημάδια της εφηβείας από μια συναισθηματική διαταραχή. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από ραγδαίες σωματικές, νοητικές, συναισθηματικές και κοινωνικές αλλαγές οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν άγχος και φόβο στους εφήβους, αλλά και απόγνωση στους γονείς. Ωστόσο οι ενδείξεις της κατάθλιψης αφορούν σε ευερέθιστη διάθεση ή υπερβολικό κλάμα, έλλειψη ενδιαφέροντος για τις δραστηριότητες που οι έφηβοι έβρισκαν ευχάριστες (απομόνωση), δυσκολία στη συγκέντρωση, αίσθημα αναξιότητας, διαταραχή στον ύπνο (η οποία επιμένει), αυτοκαταστροφική συμπεριφορά (κατάχρηση ουσιών, ριψοκίνδυνη σεξουαλική συμπεριφορά, αυτοτραυματισμοί), διαταραχή όρεξης, αυτοκτονικές σκέψεις.

Οι ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν τους γονείς βασίζονται στο ότι τα αρνητικά οικογενειακά πρότυπα προκαλούν και διαιωνίζουν τα καταθλιπτικά συναισθήματα των εφήβων. Στόχος των παρεμβάσεων είναι η βελτίωση της διάθεσης καθώς και το να αποτελέσει η οικογένεια μια πηγή ψυχικής ανθεκτικότητας κι ένα ασφαλές πλαίσιο το οποίο θα ενδυναμώσει τον έφηβο. Για να βελτιωθεί λοιπόν η ψυχική υγεία των νέων είναι σημαντικό οι γονείς να εξασφαλίσουν μια υγιή και εποικοδομητική αλληλεπίδραση μαζί τους.

Η ενεργητική ακρόαση και η προσπάθεια κατανόησης των προβλημάτων τους θα αποτελέσουν τη βάση για μια θετική σχέση που θα χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, συνέπεια, οριοθέτηση.

Η ανοιχτή, χωρίς επίκριση, επικοινωνία θα κάνει τον έφηβο να νιώσει ηρεμία ώστε να μοιραστεί τις ανησυχίες του.

Η ενθάρρυνση για επικοινωνία θα τονώσει την αυτοεκτίμησή του. Όπως και η παρότρυνση (χωρίς πίεση) για συμπεριφορική ενεργοποίηση: το να συμμετέχει ξανά ο έφηβος σε δραστηριότητες από τις οποίες απέχει λόγω κατάθλιψης θα αυξήσει το αίσθημα της προσωπικής ικανότητας και ικανοποίησης.

Οι γονείς χρειάζεται επίσης να αποφασίσουν ποιανού ανάγκη ικανοποιούν όταν σπεύδουν να διορθώσουν ένα πρόβλημα που παρουσιάζεται. Είναι σημαντικό για τον έφηβο με κατάθλιψη να αμφισβητήσει την τάση του για παθητικότητα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα κάνει κάτι για να αλλάξει την κατάσταση. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η απελπισία και η κοινωνική απομόνωση οδηγούν στην εξάρτηση από τους γονείς. Η αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα σε μια εξάρτηση που πηγάζει από την καταθλιπτική διαταραχή και στην επιθυμία των εφήβων για αυτονομία και ανεξαρτησία από τους γονείς μπορεί να αποτελέσει αιτία θυμού και εσωτερικής αναστάτωσης. Οι γονείς μπορεί να βρεθούν σε αδιέξοδο: η πρακτική και συναισθηματική υπερεμπλοκή μπορεί να οδηγήσει σε μια αίσθηση των εφήβων ότι τους ελέγχουν. Από την άλλη η γονεϊκή αποστασιοποίηση μπορεί να κάνει τους εφήβους να νιώσουν ότι δεν ενδιαφέρονται και ότι τους εγκαταλείπουν. Μπροστά σε αυτή την αμφιθυμία των εφήβων, οι οποίοι μπορεί να αποσύρονται και να αρνούνται βοήθεια ή να γίνονται παθητικοί περιμένοντας τα πάντα από τους άλλους, είναι σημαντικό για τους γονείς να κατανοήσουν ότι η διαπραγμάτευση είναι μια απαραίτητη αναπτυξιακή διεργασία που περιπλέκεται όμως από την κατάθλιψη.

Οι γονείς μπορούν να διασφαλίσουν ένα ισορροπημένο και ανεκτικό περιβάλλον για το παιδί τους, όπου η διαπραγμάτευση γίνεται με σεβασμό και συζήτηση. Ώστε να μπορέσουν να επικοινωνήσουν πως πίσω από τους κανόνες και τα όρια δεν είναι η ανάγκη τους για έλεγχο και υπακοή. Είναι η αγάπη που θα επιτρέψει στον έφηβο να ανθίσει και η αποδοχή που θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα προβλήματά του.

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Μήπως καταναλώνετε μεγάλες ποσότητες φαγητού όταν είστε αγχωμένος/η προκειμένου να αισθανθείτε καλύτερα;

Επιβραβεύετε συχνά τον εαυτό σας με γλυκά;

Τρώτε συνήθως μέχρι ν’ αναρωτηθείτε: «Τι το ’θελα κι έφαγα τόσο;»

Το φαγητό σάς κάνει να νιώθετε ασφαλείς; Μειώνει το άγχος σας;

Όταν παρατρώτε, αισθάνεστε πιο ευχάριστα ή ανακουφισμένοι;

Δεν κρατιέστε, όταν βλέπετε φαγητό που σας αρέσει;

Αν απαντάτε καταφατικά στις περισσότερες από τις παραπάνω ερωτήσεις, ίσως και να τρώτε συναισθηματικά.

Στην πραγματικότητα, όλοι μας μπορεί να επιτεθούμε στο ψυγείο για λόγους που δεν σχετίζονται πάντα με το φυσικό αίσθημα της πείνας. Ωστόσο, αν η κατανάλωση τροφής αποτελεί τον κατ’ εξοχήν τρόπο διαχείρισης των προβλημάτων σας, τότε μπορεί να βρεθείτε παγιδευμένοι σ’ έναν φαύλο κύκλο όπου τα συναισθηματικά σας ζητήματα διαιωνίζονται: κι αυτό επειδή η διατροφική αστάθεια δεν μπορεί να διορθώσει τη συναισθηματική αστάθεια.

 

Αν καταφεύγετε στο φαγητό κάθε φορά που η διάθεσή σας είναι κακή, ή νιώθετε πλήξη κ.τ.ό. αυτό συμβαίνει για έναν και μόνο λόγο: για να αποστασιοποιηθείτε από τα δυσάρεστα συναισθήματα και τις αρνητικές σκέψεις που σας ταλαιπωρούν ‒ όχι για να τα διορθώσετε.

 

Μπροστά στη δυσκολία, η πόρτα του ψυγείου ίσως φαντάζει ελκυστική, μια και το φαγητό:

α) είναι απολαυστικό, γευστικό και πάντα διαθέσιμο.

β) προσφέρει άμεση ικανοποίηση.

γ)  δημιουργεί αίσθημα πληρότητας το οποίο υποκαθιστά τα αρνητικά συναισθήματα.

 

Εντούτοις, ύστερα από ένα επεισόδιο υπερφαγίας, το πιθανότερο είναι να αισθανθείτε ότι χάνετε τον έλεγχο της ζωή σας ‒καθώς η διάθεσή σας καθορίζεται από το φαγητό‒ και να νιώσετε ενοχές εξαιτίας των ανεπιθύμητων θερμίδων που αποκτήσατε.

 

Γι’ αυτό:

 

1) Προσπαθήστε να καταλάβετε αν η πείνα σας είναι οργανική ή συναισθηματική.

Για να βγείτε από τον φαύλο κύκλο της κατανάλωσης φαγητού που σκοπό έχει να καταπραΰνει τα συναισθήματά σας, θα χρειαστεί πρώτα να μάθετε πώς να διακρίνετε τις διαφορές μεταξύ της βιολογικής και της συναισθηματικής πείνας:

  • Η συναισθηματική πείνα ξεσπάει αιφνίδια. Στον εγκέφαλό σας, μια ραγδαία αύξηση των επιπέδων ενός νευροδιαβιβαστή που ονομάζεται ντοπαμίνη (στις περιοχές του κερκοφόρου πυρήνα και του κελύφους) σάς ωθεί στην αναζήτηση πρόσκαιρης επιβράβευσης και ανακούφισης μέσω της κατανάλωσης μεγάλων ποσοτήτων φαγητού. Η βιολογική πείνα, αντίθετα, αυξάνεται σταδιακά και η ανάγκη να τραφείτε δεν μοιάζει τόσο επιτακτική.
  • Ο κορεσμός στη συναισθηματική πείνα επιτυγχάνεται με συγκεκριμένα είδη τροφής που συνήθως παχαίνουν, ενώ όταν τρώτε εξαιτίας οργανικών αναγκών, είστε συχνά σε θέση να καταναλώσετε σχεδόν ο,τιδήποτε.
  • Η συναισθηματική πείνα δεν καλύπτεται μόλις νιώσετε χορτασμένοι, αλλά μόλις νιώσετε δυσάρεστα. Αντίθετα, όταν η πείνα σας είναι βιολογική, το αίσθημα της πληρότητας επέρχεται μόλις γεμίσει το στομάχι.
  • Η συναισθηματική πείνα προκαλεί ενοχές και ντροπή, ενώ η όρεξη για φαγητό, η οποία προκύπτει από βιολογικά αίτια, σπανίως θα σας κάνει να νιώσετε άσχημα με τον εαυτό σας.

 

2) Εντοπίστε τα ερεθίσματα και τους λόγους που σας ανοίγουν την όρεξη:

Οι άνθρωποι καταφεύγουν στο φαγητό για πολλούς λόγους. Είναι σημαντικό να αναγνωρίσετε τους δικούς σας.

Ποιες καταστάσεις, τόποι ή συναισθήματα οδηγούν τα βήματά σας στην πόρτα του ψυγείου; Το στρες, η πλήξη, η θλίψη άλλα έντονα συναισθήματα; Διατηρήστε ένα ημερολόγιο, όπου θα καταγράφετε τα επεισόδια συναισθηματικής πείνας και υπερφαγίας, καθώς και τους λόγους που πιστεύετε ότι προκάλεσαν την παρόρμησή σας. Με την πάροδο του χρόνου, θα αποκτήσετε μια καλύτερη εικόνα για το μοτίβο και τις πιο εμφανείς αφορμές των δυσλειτουργικών διατροφικών συνηθειών σας.

 

3) Κάντε μια παύση 5 λεπτών πριν φάτε ο,τιδήποτε:

Οι περισσότεροι άνθρωποι που καταφεύγουν στο φαγητό για συναισθηματικούς λόγους νιώθουν ανήμποροι να αντισταθούν στην άμεση ικανοποίηση που προσφέρει η κατανάλωση μιας σοκολάτας, μιας λιχουδιάς, ή κάποιας άλλης τροφής, επειδή αφενός οι προσπάθειές τους κατά το παρελθόν να αντισταθούν στην παρόρμηση υπήρξαν αποτυχημένες και επειδή αφετέρου η συναισθηματική κατανάλωση τροφής συμβαίνει αυτόματα και μηχανικά.

Συνεπώς, είναι σημαντικό να κάνετε μια παύση 5 λεπτών πριν φάτε ο,τιδήποτε, να συλλογιστείτε, και τέλος να δώσετε στον εαυτό σας την ευκαιρία να κάνει μια συνειδητή επιλογή.

Αναρωτηθείτε: «Πώς αισθάνομαι;», «Ποιο συναίσθημά μου θέλω να καταπραΰνω;», «Έχω εναλλακτικούς τρόπους να ανακουφίσω το συναίσθημα ή τη διάθεσή μου;».

 

4) Ικανοποιείστε τα συναισθήματά σας με άλλους τρόπους:

Προκειμένου να σταματήσετε την κατανάλωση φαγητού για συναισθηματικούς λόγους, δεν αρκεί μόνο η γνώση για τα αίτια που σας σπρώχνουν στο ψυγείο. Θα χρειαστεί επίσης να βρείτε εναλλακτικούς τρόπους προκειμένου να αμβλύνετε τα συναισθήματά σας. Για παράδειγμα:

  • Αν αισθάνεστε θλιμμένοι, μπορείτε να καλέσετε κάποιον στο τηλέφωνο που συνήθως σας βελτιώνει τη διάθεση.
  • Αν είστε αγχωμένοι, μπορείτε να απασχοληθείτε με κάτι χειρωνακτικό (χειροτεχνία, περίπατο, δουλειές του σπιτιού κτλ.).
  • Αν νιώθετε πλήξη, διαλέξτε μια δραστηριότητα που σας ευχαριστεί (π.χ., να βγείτε για περίπατο).

 

5) Δώστε χώρο στα συναισθήματά σας:

Συχνά, οι άνθρωποι που τρώνε για συναισθηματικούς λόγους νομίζουν εσφαλμένα ότι δεν μπορούν να ελέγξουν όσα νιώθουν και ως εκ τούτου τα «ανακουφίζουν» με το φαγητό. Αυτό συμβαίνει επειδή φοβούνται ότι το συναίσθημά τους θα είναι πολύ έντονο και θα έχει μεγάλη διάρκεια.

 

Ωστόσο, η καταπίεση ενός συναισθήματος οδηγεί σε περαιτέρω δυσκολίες και είναι σημαντικό να γνωρίζετε ότι όταν δεν καταπνίγουμε ένα συναίσθημα ή όταν δεν του δίνουμε υπερβολική σημασία, μπορεί η ένταση ακόμη και του πιο επίπονου να μειωθεί σχετικά γρήγορα.

 

Αν, για παράδειγμα, νιώθετε θλιμμένοι, αντί να επικεντρώσετε όλη σας την προσοχή σε αυτό που βιώνετε και να μπείτε στη διαδικασία να απαντήσετε σε ερωτήσεις που δεν επιδέχονται απάντηση (π.χ. «Γιατί να συμβαίνει αυτό σε μένα;), αλλάξτε τον εσωτερικό σας μονόλογο και πείτε στον εαυτό σας: «Αυτή τη στιγμή νιώθω θλιμμένος. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να υιοθετήσω συμπεριφορές που θα με φέρουν πιο κοντά στους στόχους μου».

 

Φάτε λοιπόν, αλλά τουλάχιστον κάντε το συνειδητά. Δεν θ’ αργήσετε να δείτε τη διαφορά. Να θυμάστε πάντα ότι οι συνήθειες σε ΌΛΟΥΣ τους ανθρώπους αλλάζουν με τον καιρό. Μην είστε απαιτητικοί με τον εαυτό σας, απλώς δοκιμάστε το.

Βασίλης Καραβασίλης

MSc Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Ο βασικός αναπτυξιακός στόχος κατά την εφηβεία είναι η διαμόρφωση μιας ταυτότητας και η επίτευξη ενός επιπέδου αυτονομίας η οποία θα επιτρέψει στο νέο να απομακρυνθεί από την πατρική στέγη αλλά ταυτόχρονα να διατηρήσει μια ζεστή και εποικοδομητική σχέση με τους γονείς.

Οι νέοι σ’ αυτή την περίοδο της ζωής τους έχουν περισσότερο παρά ποτέ ανάγκη για όρια και καθοδήγηση. Είναι σημαντικό οι γονείς να είναι σταθεροί στις αξίες που οι ίδιοι έχουν, έτσι ώστε ο έφηβος να έχει ένα πλαίσιο για να διαμορφώσει τις δικές του. Σε καμία περίπτωση δεν συζητάμε για επιβολή απόψεων, γιατί αυτή μπορεί να οδηγήσει είτε σε μεγαλύτερη αντίδραση και επίθεση είτε σε αναγκαστική υποταγή. Και στις δυο περιπτώσεις ο έφηβος βιώνει ματαίωση και αδυνατεί να δημιουργήσει τον δικό του δρόμο. Ένα πλαίσιο αξιών, όμως, είναι απαραίτητο γιατί βοηθάει τον νέο να μη χαθεί στα τόσα προσφερόμενα πρότυπα (σύμφωνα με τη συστημική θεωρία, ο πολύ μεγάλος αριθμός αντικρουόμενων πληροφοριών «μπλοκάρει» το σύστημα και αυτό δεν επεξεργάζεται καμία πληροφορία). Το γονεϊκό πλαίσιο αξιών του προφέρει μια βάση για να αντιτεθεί και σε συνδυασμό με την ελευθερία έκφρασης, να δημιουργήσει την δική του ταυτότητα. Οι γονείς από την άλλη δεν θα πρέπει να φοβηθούν να αντιταχθούν στις επιθέσεις και αμφισβητήσεις του νέου, γιατί θα πρέπει να μη ξεχνάνε ότι αυτή η αμφισβήτηση δεν απευθύνεται στους ίδιους σαν πρόσωπα, αλλά στον ρόλο τους ως γονείς.

Η ωριμότητα των γονέων αλλά και η καλή μεταξύ τους σχέση είναι καλοί δείκτες της ανεξαρτητοποίησης του παιδιού τους. Συχνά σε περιόδους κρίσης, η ενότητα του ζευγαριού στηρίζεται στην ύπαρξη και τη φροντίδα του παιδιού τους. Έτσι η αυτονόμηση του παιδιού αναπόφευκτα φέρνει τους συντρόφους αντιμέτωπους με μια νέα πραγματικότητα στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται αυτός ο «απορροφητήρας κρίσεων». Προκειμένου να αποφευχθεί η διάλυση της οικογένειας το παιδί μπορεί να αναβάλλει επ’ αόριστον την ανεξαρτητοποίηση του. Για παράδειγμα, σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να το παιδί να εκδηλώσει κάποια διατροφική διαταραχή (σύνηθες φαινόμενο στην εφηβική ηλικία) για να έχει πάντα ανάγκη τη μητέρα – τροφό.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι έφηβοι στο τελευταίο στάδιο παραμονής τους στην πατρική οικογένεια έχουν ανάγκη από όρια, καθοδήγηση αλλά και ελευθερία λόγου και σκέψης έτσι ώστε να διαμορφώσουν την δική τους ταυτότητα. Έχουν ανάγκη από ένα ισχυρό πρότυπο με το οποίο θα παλέψουν για να μπορέσουν να βρουν τον δικό τους δρόμο. Αυτό το πρότυπο μπορούν να τους το προσφέρουν μόνο γονείς ώριμοι, με δικές τους αξίες και αρχές, που θέλουν πραγματικά να προσφέρουν έναν ευτυχισμένο και ανεξάρτητο άνθρωπο στην κοινωνία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Παπαδιώτη – Αθανασίου Β. Οικογένεια και όρια Συστημική προσέγγιση, 2006 Εκδ. Ελληνικά Γράμματα

Αλεξία Ζήση

Ψυχολόγος - Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πιστοποιημένη κάτοχος EuroPsy

M.Sc. Ερευνητικές Μέθοδοι Ψυχολογίας (Lancaster University)

B.A. Ψυχολογίας (Deree College και Ε.Κ.Π.Α.)

Ο βασικός αναπτυξιακός στόχος κατά την εφηβεία είναι η διαμόρφωση μιας ταυτότητας και η επίτευξη ενός επιπέδου αυτονομίας η οποία θα επιτρέψει στο νέο να απομακρυνθεί από την πατρική στέγη αλλά ταυτόχρονα να διατηρήσει μια ζεστή και εποικοδομητική σχέση με τους γονείς.

 

Οι νέοι σ’ αυτή την περίοδο της ζωής τους έχουν περισσότερο παρά ποτέ ανάγκη για όρια και καθοδήγηση. Είναι σημαντικό οι γονείς να είναι σταθεροί στις αξίες που οι ίδιοι έχουν, έτσι ώστε ο έφηβος να έχει ένα πλαίσιο για να διαμορφώσει τις δικές του. Σε καμία περίπτωση δεν συζητάμε για επιβολή απόψεων, γιατί αυτή μπορεί να οδηγήσει είτε σε μεγαλύτερη αντίδραση και επίθεση είτε σε αναγκαστική υποταγή. Και στις δυο περιπτώσεις ο έφηβος βιώνει ματαίωση και αδυνατεί να δημιουργήσει τον δικό του δρόμο. Ένα πλαίσιο αξιών, όμως, είναι απαραίτητο γιατί βοηθάει τον νέο να μη χαθεί στα τόσα προσφερόμενα πρότυπα (σύμφωνα με τη συστημική θεωρία, ο πολύ μεγάλος αριθμός αντικρουόμενων πληροφοριών «μπλοκάρει» το σύστημα και αυτό δεν επεξεργάζεται καμία πληροφορία). Το γονεϊκό πλαίσιο αξιών του προφέρει μια βάση για να αντιτεθεί και σε συνδυασμό με την ελευθερία έκφρασης, να δημιουργήσει την δική του ταυτότητα. Οι γονείς από την άλλη δεν θα πρέπει να φοβηθούν να αντιταχθούν στις επιθέσεις και αμφισβητήσεις του νέου, γιατί θα πρέπει να μη ξεχνάνε ότι αυτή η αμφισβήτηση δεν απευθύνεται στους ίδιους σαν πρόσωπα, αλλά στον ρόλο τους ως γονείς.

 

Η ωριμότητα των γονέων αλλά και η καλή μεταξύ τους σχέση είναι καλοί δείκτες της ανεξαρτητοποίησης του παιδιού τους. Συχνά σε περιόδους κρίσης, η ενότητα του ζευγαριού στηρίζεται στην ύπαρξη και τη φροντίδα του παιδιού τους. Έτσι η αυτονόμηση του παιδιού αναπόφευκτα φέρνει τους συντρόφους αντιμέτωπους με μια νέα πραγματικότητα στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται αυτός ο «απορροφητήρας κρίσεων». Προκειμένου να αποφευχθεί η διάλυση της οικογένειας το παιδί μπορεί να αναβάλλει επ’ αόριστον την ανεξαρτητοποίηση του. Για παράδειγμα, σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να το παιδί να εκδηλώσει κάποια διατροφική διαταραχή (σύνηθες φαινόμενο στην εφηβική ηλικία) για να έχει πάντα ανάγκη τη μητέρα – τροφό.

 

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι έφηβοι στο τελευταίο στάδιο παραμονής τους στην πατρική οικογένεια έχουν ανάγκη από όρια, καθοδήγηση αλλά και ελευθερία λόγου και σκέψης έτσι ώστε να διαμορφώσουν την δική τους ταυτότητα. Έχουν ανάγκη από ένα ισχυρό πρότυπο με το οποίο θα παλέψουν για να μπορέσουν να βρουν τον δικό τους δρόμο. Αυτό το πρότυπο μπορούν να τους το προσφέρουν μόνο γονείς ώριμοι, με δικές τους αξίες και αρχές, που θέλουν πραγματικά να προσφέρουν έναν ευτυχισμένο και ανεξάρτητο άνθρωπο στην κοινωνία.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Παπαδιώτη – Αθανασίου Β. Οικογένεια και όρια Συστημική προσέγγιση, 2006 Εκδ. Ελληνικά Γράμματα

 

Αλεξία Ζήση

Ψυχολόγος - Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πιστοποιημένη κάτοχος EuroPsy

M.Sc. Ερευνητικές Μέθοδοι Ψυχολογίας (Lancaster University)

B.A. Ψυχολογίας (Deree College και Ε.Κ.Π.Α.)

Ο παιδικός σταθμός, στις μέρες μας, είναι κάτι το αναγκαίο για την οικογένεια. Αποτελεί, αφενός μια καλή λύση στο πρόβλημα της φύλαξης και περιποίησης του παιδιού τις ώρες που εργάζονται οι γονείς και αφετέρου προσφέρει στο ίδιο το παιδί ερεθίσματα και δυνατότητες κοινωνικές/γνωστικές/συναισθηματικές που προάγουν την ανάπτυξή του συνολικά.

 

Για παράδειγμα, αποτελεί ένα μέσο κοινωνικοποίησης, όπου το παιδί έρχεται σε επαφή με συνομήλικους αλλά και ενηλίκους, οι οποίοι δεν αποτελούν το στενό οικογενειακό του περιβάλλον. Έτσι, του δίνεται η δυνατότητα να αναπτύξει νέες δεξιότητες προκειμένου να επικοινωνήσει με αυτά τα «νέα» άτομα.

 

Επιπλέον, μέσα από το παιδαγωγικό πρόγραμμα, τις διάφορες δραστηριότητες και το παιχνίδι ενισχύεται η γλωσσική, συναισθηματική και σωματική του ανάπτυξη.

 

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το παιδί ωφελείται πολύπλευρα από τη συστηματική προσχολική εκπαίδευση.

 

Πώς επιλέγω τον «κατάλληλο» παιδικό σταθμό;

Η επιλογή του κατάλληλου παιδικού σταθμού είναι μια προσωπική υπόθεση κάθε γονέα. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να πούμε πώς υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που πρέπει να ικανοποιούνται από την επιλογή μας αυτή.

 

Για παράδειγμα, χρειάζεται το σχολείο που θα επιλέξουμε να μας εμπνέει ασφάλεια κι εμπιστοσύνη. Πρέπει να νιώθουμε ότι «αφήνουμε» τα παιδιά μας σε έναν χώρο, όπου δεν κινδυνεύουν να χτυπήσουν, είναι καθαρός και υπάρχουν άτομα εκεί μέσα (προσωπικό & παιδαγωγοί) που είναι υπεύθυνα.

 

Άλλο σημαντικό κριτήριο είναι να αποτελεί ένα περιβάλλον, όπου παρέχει στοργή κι αγάπη. Τα παιδιά χρειάζεται να νιώσουν αντίστοιχη ζεστασιά κι αγάπη με αυτήν που βιώνουν στο σπίτι τους.

 

Παρ’ όλη την ασφάλεια που θα παρέχει το σχολείο, βέβαια, χρειάζεται να αφήνει στο παιδί ελευθερία κινήσεων και να το ωθεί προς την αυτονομία του. Εξάλλου, ασφάλεια δε σημαίνει περιορισμός.

 

Παρέα με όλα τα παραπάνω, ο παιδικός σταθμός είναι ένας τόπος μάθησης (γνωστικής & κοινωνικής), ψυχαγωγίας και παιχνιδιούˑ συστατικά απαραίτητα για την εξέλιξη κάθε παιδιού.

 

Πρακτικές Συμβουλές

  • Συζητήστε με φίλους και συγγενείς για τις δικές τους εμπειρίες.
  • Προτιμήστε ένα σταθμό που βρίσκεται κοντά στην περιοχή σας, ώστε να είναι άμεση η πρόσβαση σε περίπτωση μελλοντικής ασθένειας. Επιπρόσθετα, οι φίλοι που θα αποκτήσει θα βρίσκονται στην περιοχή και θα μπορεί πιο εύκολα να τους δει κι εκτός σχολείου.
  • Αρχικά, τηλεφωνήστε στους παιδικούς της περιοχή σας κι ενημερωθείτε για το ωράριο, τις ηλικίες που δέχονται, το φαγητό, το μέσο μεταφοράς.
  • Αφού ξεχωρίσετε τους σταθμούς που σας ενδιαφέρουν, επισκεφτείτε τους. Ρωτήστε τον υπεύθυνο του χώρου ό, τι απορία σας έχει δημιουργηθεί, ώστε να νιώσετε άνετα (π.χ. πόσα παιδιά βρίσκονται σε μία τάξη; ποια είναι η αναλογία παιδιών – εκπαιδευτικών;)
  • Εμπιστευτείτε το συναίσθημά σας. Πώς νιώσατε κατά την επίσκεψή σας και τη συνομιλία σας με τον υπεύθυνο του σταθμού; Πώς ήταν το γενικότερο κλίμα;

 

Η επιλογή του παιδικού σταθμού είναι μια πολύ σημαντική υπόθεση, τόσο για το ίδιο το παιδί όσο και για τον γονέα, καθώς ο χώρος αυτός θα αποτελέσει το «δεύτερο σπίτι» του παιδιού. Θα πρέπει, λοιπόν, να είναι το ίδιο ασφαλής κι ευχάριστος, ώστε να βοηθήσει το παιδί να αναπτυχθεί, να εξελιχθεί και να το οδηγήσει προς την αυτονόμησή του.

 

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Το άγχος της μοναξιάς έχει δύο όψεις. Από τη μία μας κινητοποιεί να αναζητήσουμε συντροφιά ή να σχετιστούμε πιο ισορροπημένα με το σύντροφό μας, και από την άλλη μπορεί να μας αποτρέψει από την επιλογή ενός υγιούς χωρισμού.

Στη θετική λοιπόν πλευρά προσπαθούμε να ικανοποιήσουμε την ανάγκη μας για συναισθηματική εγγύτητα. Οι σχέσεις μας παρέχουν ηρεμία και ασφάλεια. Η ζωή μας αποκτά νόημα όταν κάποιος νοιάζεται για μας. Όταν η σχέση μας απειλείται νιώθουμε δυσάρεστα, χάνουμε την αίσθηση ελέγχου που χρειαζόμαστε για την ευημερία μας, ενώ κινητοποιούμαστε να την επανορθώσουμε ή να αναζητήσουμε μια νέα. Ο επικείμενος χωρισμός μας προκαλεί άγχος. Έτσι, στις σχέσεις το άγχος της μοναξιάς μας προστατεύει από τον κίνδυνο. Έναν κίνδυνο που σχετίζεται με την επιβίωση.

Ενώ στην αρνητική – δυσλειτουργική πλευρά το υπερβολικό άγχος της μοναξιάς μπορεί να μας εμποδίσει να αναγνωρίσουμε και να φροντίσουμε τις ανάγκες μας όταν χρειάζεται. Ιδιαίτερα αν έχουμε βιώσει μια εγκατάλειψη στο παρελθόν ο αγώνας για ασφάλεια μπορεί να γίνει καταστροφικός.

Το άτομο που φοβάται το χωρισμό μπορεί να υιοθετήσει μια εξαρτημένη συμπεριφορά. Να γαντζωθεί πάνω στον άλλο. Ωστόσο το εξαρτημένο άτομο συνήθως πιστεύει ότι δεν αξίζει αγάπη και υποστήριξη. Νιώθει κενό το οποίο προσπαθεί να αναπληρώσει με την επιλογή του συντρόφου. Και συχνά καταλήγει να δημιουργεί οποιοδήποτε είδος σχέσης για να αποφεύγει να αντιμετωπίζει τον πόνο της μοναξιάς, ακόμα κι αν αυτή η σχέση του είναι αρρωστημένη ή δυσλειτουργική. Ή από φόβο μη διαλυθεί η σχέση του, αποφεύγει συστηματικά να συζητήσει ή να διαπραγματευτεί τις απογοητεύσεις που βιώνει.

Ή μπορεί να αποφεύγει τις σχέσεις σε μια προσπάθεια αποφυγής του πόνου. Να φοβάται να δεθεί συναισθηματικά με ένα άλλο άτομο από φόβο μήπως νιώσει απόρριψη και εγκατάλειψη. Μπορεί να έχει προδοθεί από τους ανθρώπους και να περιμένει ότι θα τον προδώσουν ξανά. Η αποφυγή ωστόσο συνοδεύεται από μια αίσθηση απομόνωσης και θλίψης. Καθώς και από μια περιορισμένη ικανότητα εξερεύνησης ή διαφοροποίησης εσωτερικών εμπειριών. Ο ψυχολογικός τοίχος που κάποτε προστάτευε το άτομο, γίνεται εμπόδιο, εχθρός. Και τον καταδικάζει στη δυσπιστία και στην απάθεια. Ή μπορεί το άγχος να εκδηλώνεται με θυμό. Ο θυμός εδώ είναι ένα δευτερογενές συναίσθημα: πίσω από το θυμό υπάρχει ο φόβος της μοναξιάς και της απόρριψης.

Είμαστε πλάσματα της συντροφικότητας, και επιθυμούμε την ικανοποίηση που μας προσφέρουν οι σχέσεις. Όταν όμως έχουμε υπερβολική ανάγκη τους άλλους, όταν φοβόμαστε τη μοναξιά και την εγκατάλειψη, δυσκολευόμαστε να επιβιώσουμε μόνοι μας. Η ευαλωτότητα και ο πόνος που σχετίζονται με την απογοήτευση που βιώσαμε στο παρελθόν ή φοβόμαστε πως θα βιώσουμε στο μέλλον, μας οδηγούν στο να οργανώνουμε τη ζωή μας έτσι ώστε να αποφύγουμε την αντιμετώπιση παρόμοιων συναισθημάτων και αναγκών.

Είναι σημαντικό να αισθανόμαστε άνεση, σιγουριά όταν βρισκόμαστε μόνοι με τον εαυτό μας. Μόνο όταν σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας αντλούμε μια πραγματική αίσθηση του ποιοι πραγματικά είμαστε. Μόνο αυτό μπορεί να μας δώσει μια διαρκή πληρότητα. Όσο βασιζόμαστε στους άλλους για να καλύψουμε το φόβο της απόρριψης και της εγκατάλειψης, τόσο η ισορροπία αυτή θα είναι εύθραυστη. Η μοναξιά, η οποία είναι απαλλαγμένη από φόβους, και εσωτερικές συγκρούσεις είναι η μοναδική μορφή της πραγματικής αυτονομίας.

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Η κρίση πανικού αναφέρετε σε αιφνίδιες περιόδους άγχους, φόβου, ανησυχίας και συνοδεύεται από σωματικά συμπτώματα και αρνητικές σκέψεις.

Αρκετές φορές κάποιος αισθάνεται ότι κινδυνεύει η ζωή του.

Συμπτώματα:

  • Ταχυπαλμία - Ταχυκαρδία
  • Πόνος στο στήθος
  • Δύσπνοια
  • Ζάλη
  • Ναυτία
  • Δυσκολία κατάποσης
  • Εφίδρωση
  • Ρίγη
  • Τρέμουλο
  • Μούδιασμα
  • Ξηροστομία
  • Αίσθημα λιποθυμίας
  • Αίσθημα πνιγμού
  • Αίσθημα τρόμου
  • Φόβος θανάτου
  • Πόνος στη κοιλιά
  • Φόβος για εγκεφαλικό ή καρδιακό
  • Αιφνίδια ανάγκη για τουαλέτα
  • Αίσθημα απόσπασης από τον εαυτό (Αποπροσωποποίηση)
  • Αίσθημα απόσπασης από το περιβάλλον (Αποπραγματοποίηση)

Για να έχουμε κρίση πανικού, δεν σημαίνει ότι πρέπει να εμφανίζονται όλα τα συμπτώματα.

Ακόμη και ένα ή δύο συμπτώματα, μεγάλης έντασης, είναι κρίση πανικού.

Πόση ώρα διαρκούν τα συμπτώματα;

Τα συμπτώματα μπορούν να διαρκέσουν από 1 λεπτό έως και 1 ώρα.

Συνήθως, διαρκούν κάποια λεπτά, ενώ σπανιότερα διαρκούν 1 ώρα.

Πόσο συχνές μπορεί να είναι οι κρίσεις πανικού;

Αυτό διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Κάποιοι μπορεί να βιώνουν αρκετές κρίσεις μέσα στην ημέρα και άλλοι να βιώνουν 1 ή 2 κρίσεις πανικού μέσα σε ένα ή δύο μήνες.

Οι γυναίκες παθαίνουν συχνότερα κρίσεις πανικού από τους άνδρες.

Συνήθως σε ποια ηλικία εμφανίζονται οι πρώτες κρίσεις πανικού;

Κρίση πανικού μπορεί να συμβεί σε εφήβους, ενήλικες, στην Τρίτη ηλικία και σπανιότερα σε παιδιά.

Βιβλιογραφικά, οι ηλικίες 22-35, εμφανίζουν συχνότερα κρίση πανικού.

Ποιοι παράγοντες πυροδοτούν τις κρίσεις πανικού;

Υπάρχουν οι απροσδόκητες και οι αναμενόμενες κρίσεις πανικού.

Οι απροσδόκητες, ξεκινούν χωρίς κάποιο ερέθισμα, χωρίς κάποιο παράγοντα πυροδότησης, όταν το άτομο βρίσκεται σε ηρεμία.

Οι αναμενόμενες, ξεκινούν όταν υπάρχει κάποιο ερέθισμα ή όταν το άτομο βρίσκεται σε κατάσταση άγχους. Πχ όταν κάποιος έχει κλειστοφοβία και μπει σε ασανσέρ μπορεί να βιώσει μια κρίση πανικού.

Κάποιοι από τους παράγοντες που μπορεί να πυροδοτήσουν μια κρίση πανικού, οι ακόλουθοι:

  • Κληρονομικότητα
  • Στρεσογόνα Συμβάντα πχ ένας Θάνατος
  • Τραυματικά Γεγονότα πχ Σεξουαλική Κακοποίηση
  • Διαζύγιο
  • Γέννηση Παιδιού
  • Υπέρμετρη Πρόσληψη Καφεΐνης
  • Κάπνισμα
  • Ναρκωτικά
  • Κατάθλιψη
  • Ιδιοσυγκρασία του Ατόμου
  • Ευερέθιστο Έντερο
  • Υπέρταση
  • Νευρολογικά Νοσήματα

Τι είναι το άγχος της προσμονής και ο φαύλος κύκλος που πέφτουν αυτά τα άτομα;

Πολλές φορές μετά από την πρώτη κρίση πανικού, η οποία είναι μια εξαιρετικά δυσάρεστη κατάσταση για το άτομο που τη βιώνει, το άτομο αγχώνεται ή φοβάται ότι θα ξανασυμβεί μια κρίση, την οποία και αναμένει.

Παράλληλα, αποφεύγει να κάποιες «συμπεριφορές», οι οποίες μπορεί να σχετίζονται με την κρίση πανικού. Π.χ. αν έπαθε πανικό μέσα σε κάποιο ΜΜΜ τότε θα αποφεύγει να μετακινηθεί με το μέσο αυτό.

Επιπλέον, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου το άγχος δημιουργεί σωματικά συμπτώματα, τα σωματικά συμπτώματα αρνητικές σκέψεις, οι οποίες επιδεινώνουν το άγχος, το φόβο, την ανησυχία, αυξάνουν τα σωματικά συμπτώματα και τις αρνητικές σκέψεις και δημιουργείται μια κυκλικότητα.

Είναι επικίνδυνες οι κρίσεις πανικού, μπορεί να καταλήξει κάποιος και στο νοσοκομείο;

Αρκετά συχνά μπορεί κάποιος να πάει στα επείγοντα καθώς αισθάνεται ότι παθαίνει εγκεφαλικό επεισόδιο ή έμφραγμα. Όταν αποκλειστεί ο οργανικός παράγοντας, δεν μπορεί κάποιος να πάθει κάτι από την κρίση πανικού. Επομένως, δεν είναι επικίνδυνο για η ζωή του ανθρώπου.

Τι μπορεί να κάνει κάποιος όταν πάθει την κρίση πανικού;

  • Αργές κ βαθιές αναπνοές
  • Επικέντρωση σε θετικές εικόνες και σκέψεις
  • Αποφυγή αρνητικών σκέψεων
  • Ασκήσεις Χαλάρωσης
  • Να σκεφτεί ότι ο τρόπος που ερμηνεύει τα συμπτώματα είναι αυτός που του δημιουργεί παραπάνω άγχος.
  • Να περπατήσει ή να καθίσει (εξαρτάται από τα συμπτώματα)
  • Κρύο νερό στο πρόσωπο
  • Ζεστό χαλαρωτικό μπάνιο
  • Μασάζ στο κεφάλι
  • Ζεστάνετε τα χέρια σας

Η αγοραφοβία είναι συνέπεια- επιπλοκή των κρίσεων πανικού;

Η κρίση πανικού κάποιες φορές μπορεί να εμφανίζει συνοσηρότητα με την αγοραφοβία.

Αγοραφοβία ονομάζουμε μια κατάσταση φόβου, όπου το άτομο αισθάνεται ότι δε μπορεί να διαφύγει από εκεί που βρίσκεται, ή είναι αβοήθητο σε περίπτωση που του συμβεί κάτι, όπως μια κρίση πανικού.

Πως αντιμετωπίζεται αυτό το πρόβλημα ;

Με ψυχοθεραπεία. Η πιο αποτελεσματική προσέγγιση είναι η Γνωσιακή Συμπεριφορική. Ουσιαστικά, αυτό που κάνουμε είναι να ισορροπήσουμε τη σκέψη και να «σπάσουμε» το φαύλο κύκλο, να αυξήσουμε την αντοχή. Σημαντικό είναι να εξηγήσουμε ότι μείζονος σημασίας είναι η ερμηνεία που δίνει ο άνθρωπος στα συμπτώματα, για το λόγω αυτό προσπαθούμε να μειώσουμε την παρερμηνεία.

Επίσης, υπάρχει ακόμη μια μέθοδος που λέγεται EMDR, στην οποία γίνεται επεξεργασία κυρίως μέσω των οφθαλμικών κινήσεων, όπου αυτό βοηθάει τον εγκέφαλο να νιώθει πιο ήρεμος με τα συμπτώματα του πανικού και στη συνέχεια να δει με διαφορετικό μάτι, χωρίς πια να φοβάται τον πανικό και τα συμπτώματά του.

Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί και φαρμακευτική αγωγή.

Σαββίνα Αναστασίου

Ψυχολόγος

Επιστημονική Υπεύθυνη του Animus Corpus.

«Η αυτοεκτίμηση είναι ιδέα, στάση, συναίσθημα, εικόνα και εξωτερικεύεται με τη συμπεριφορά.»

  V. Satir

Η αυτοεκτίμηση είναι μέγεθος μεταβλητό. Αυτό σημαίνει ότι ανάλογα με τις συνθήκες αλλά και με τον τρόπο με το οποίο σκεφτόμαστε, ενισχύεται ή κλονίζεται. Αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας, αλλάζουμε τον τρόπο με τον οποίο αισθανόμαστε για τον εαυτό μας.

Αυτοεκτίμηση και εγωισμός

Η αυτοεκτίμηση προϋποθέτει αναγνώριση της μοναδικότητας του ατόμου.

Εκτιμώ τον εαυτό μου σημαίνει τον φροντίζω, τον αγαπώ, αναλαμβάνω την ευθύνη των πράξεων μου, γίνομαι ο γονέας του εαυτού μου. Όταν δίνω αξία στον εαυτό μου, τότε μπορώ να εκτιμήσω και την αξία των άλλων.

Πολλοί άνθρωποι συγχέουν την αυτοεκτίμηση με τον εγωισμό. Ο εγωισμός εμπεριέχει μια έννοια σύγκρισης με κάποιον άλλο. Αντίθετα η αυτοεκτίμηση είναι μια θέση.

Στην προσπάθειά μας για ειρηνική συμβίωση, μαθαίνουμε να αγαπάμε τους άλλους πριν προλάβουμε να μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας. Αυτό όμως, σύμφωνα με την Satir, οδηγεί σε υποτίμηση του εαυτού γιατί ένας άνθρωπος που δεν δίνει αξία στον εαυτό του, περιμένει από τους άλλους να το κάνουν για αυτόν.

Αυτοεκτίμηση και μοναξιά

Οι άνθρωποι που έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, ακριβώς επειδή περιμένουν από τους άλλους να τους δώσουν αξία, μπορούν να θυματοποιηθούν πολύ εύκολα. Στη προσπάθειά τους λοιπόν να προστατευθούν από την εξαπάτηση, απομονώνονται. Χτίζουν προστατευτικά τείχη που τους εμποδίζουν να έρθουν σε ουσιαστική επαφή με τους άλλους και να τους εκτιμήσουν. Έτσι γεννιέται ο φόβος για το μέλλον και για τις ανθρώπινες σχέσεις.

Από την άλλη πλευρά, οι άνθρωποι με υψηλή αυτοεκτίμηση, μπορούν ν’ αναγνωρίσουν την αξία τους, να αποδεχτούν τα συναισθήματά τους και να συμφιλιωθούν με τον εαυτό τους.

Αυτό δε σημαίνει ότι και αυτοί δεν γεύονται απογοητεύσεις, ότι δεν υπάρχουν στιγμές που τα προβλήματα τους φαίνονται δυσβάστακτα, όμως βρίσκουν το κέφι και τη ζωντάνια να συνεχίσουν γιατί αντλούν ενέργεια από την πίστη τους στον ίδιο τους τον εαυτό. Βλέπουν τις δυσκολίες της ζωής σαν πρόσκαιρες κρίσεις από τις οποίες έχουν την ευκαιρία να δημιουργήσουν μια καινούρια δυνατότητα για τους ίδιους.

Έτσι δεν χρειάζεται να κρίνουν τα συναισθήματα τους γιατί αντέχουν να τα εμπεριέχουν στην εικόνα τους, ακόμα και όταν είναι αρνητικά. Δεν χρειάζεται να φοβούνται το μέλλον γιατί ξέρουν ότι μπορούν να επωφεληθούν ακόμα και από τις δυσκολίες. Δεν χρειάζεται να προστατεύονται και να απομονώνονται από τους άλλους γιατί μόνο θετικά έχουν να αποκομίσουν από τις ανθρώπινες σχέσεις.

Όπως πολύ χαρακτηριστικά το θέτει η Satir: «Η συναίσθηση της αξίας του εαυτού, είναι το κλειδί, ο δρόμος για να γίνεις περισσότερο ανθρώπινος, να αποκτήσεις υγεία και ευτυχία, να δημιουργήσεις και να συντηρήσεις ικανοποιητικές σχέσεις και να είσαι ο κατάλληλος άνθρωπος, ο αποδοτικός και υπεύθυνος.»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

«How can I improve my self-esteem» in: kidshelth.org by D’Arcy Lyness, April 2015.

«Πλάθοντας ανθρώπους», Β. Σάτιρ, Εκδόσεις Κέδρος, 1989.

Αλεξία Ζήση

Ψυχολόγος - Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πιστοποιημένη κάτοχος EuroPsy

M.Sc. Ερευνητικές Μέθοδοι Ψυχολογίας (Lancaster University)

B.A. Ψυχολογίας (Deree College και Ε.Κ.Π.Α.)

Σελίδα 1 από 3

Επικοινωνία

Βασιλίσσης Σοφίας 54

Ιλίσια / Αθήνα

Τ: +30 210 72 22 214
F: +30 210 72 22 282

email: [email protected], [email protected]