Όπως ο Andrew Solomon στο βιβλίο του αναλύει την «ανατομία της κατάθλιψης», το να ζει κάποιος με αυτό το βίωμα έχει δύο όψεις. Από τη μία είναι η στέρηση της χαράς, η απελπισία, κάποιες φορές το σκοτάδι. Από την άλλη όμως είναι όλα όσα κερδίζει κάποιος μέσα από αυτή την εμπειρία. Η κατάθλιψη, μια από τις πλέον συχνές ψυχικές διαταραχές, φέρνει το άτομο αντιμέτωπο με μια μεγάλη πρόκληση. Να βρει το ψυχικό θάρρος και τη δύναμη να αναζητήσει ένα νόημα για τη ζωή του. Να βρει ένα σκοπό για τον οποίο αξίζει να ζει. Είτε είναι αυτό αλτρουισμός, είτε δημιουργικότητα, ή παραγωγικότητα.

Κανείς δεν επιλέγει την κατάθλιψή του. Ούτε αγαπά τις αντιξοότητες της ζωής και τις κακουχίες. Μπορεί ωστόσο το άτομο να αναζητήσει την ταυτότητά του μέσα από τις αρνητικές εμπειρίες. Τα βιώματα είναι αυτά που σμιλεύουν την προσωπικότητα. Και η νέα ταυτότητα μπορεί να τον σώσει από την κατάθλιψη. Οι προσωπικές κρίσεις και οι δύσκολες καταστάσεις αποτελούν παράγοντες που ο άνθρωπος δεν μπορεί πάντα να ελέγξει. Αυτό που μπορεί να ελέγξει είναι το πώς θα αντιδράσει. Καθώς και το να επιλέξει να μετατρέψει την απόγνωση σε κάτι εποικοδομητικό.

Πως γίνεται να βρίσκουν οι άνθρωποι νόημα στην κατάθλιψη;

Πως μπορούν να διατηρήσουν την αισιοδοξία τους όταν οι συνθήκες είναι τραγικές;

Στην κατάθλιψη η ποικιλία και η ζωτικότητα των δυνατοτήτων ορισμένων ανθρώπων εξαντλούνται. Μπορεί να νιώθουν ένα εσωτερικό κενό. Κι αυτό τους εξαντλεί ψυχικά, τους αδειάζει. Το αντίθετο της κατάθλιψης είναι η ζωτικότητα. Το κίνητρο που επιτρέπει στους ανθρώπους να συνεχίζουν να προσπαθούν, να εξελίσσουν τον εαυτό τους. Να αλλάζουν προς το καλύτερο με το να κατακτούν νέα επίπεδα ωριμότητας, υπευθυνότητας, συμπόνοιας. Κάτι που θα ήταν ανέφικτο αν αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν βιώσει πόνο. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι το πάσχειν είναι απαραίτητο. Αλλά αντλούν δύναμη από τις προκλήσεις, από τα τραύματά τους, από την επαφή με τα οδυνηρά συναισθήματά τους. Γίνονται ανθεκτικοί και θαρραλέοι. Είναι σε θέση να αναγνωρίζουν και να κατανοούν τη θέση στην οποία βρίσκονται οι γύρω τους. Το δικό τους βίωμα ενισχύει την ικανότητά τους να τους υποστηρίζουν. Αποκτούν δύναμη αλλά και την προσφέρουν. Το βαθύ νόημα της ζωής αφορά τη σύνδεση με κάτι έξω από τον εαυτό τους, όπως η αγάπη για ένα σκοπό, για έναν άνθρωπο. Κι έτσι δεν είναι μόνοι.

Οι άνθρωποι που καταφέρνουν να αντιμετωπίζουν την κατάθλιψη επιλέγουν το νόημά τους. Διαθέτουν αυξημένη επίγνωση της χαράς που μπορούν να τους δώσουν μικρά καθημερινά και απλά πράγματα. Μαθαίνουν να εκτιμούν ότι καλό υπάρχει στη ζωή τους και το διεκδικούν. Το να κερδίζουν την αισιοδοξία τους είναι επιβραβευτικό για τον εαυτό τους, ώστε να συνεχίσουν να ανακαλύπτουν αυτό που θα τους πάει εκεί που θέλουν.

«Μισώ αυτά τα συναισθήματα, αλλά ξέρω ότι με έχουν κάνει να ερευνήσω βαθύτερα τη ζωή μου, να βρω λόγους για να ζήσω. Κάθε μέρα, επιλέγω, άλλοτε ανέμελα και άλλοτε ενάντια στη διάθεση της στιγμής, να μείνω ζωντανός. Δεν είναι αυτό μια σπάνια χαρά;»

Βιβλιογραφία

Andrew, S. (2004). Ο δαίμων της μεσημβρίας. Μια ανατομία της κατάθλιψης. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Φράνκλ, Β.Ε. (2018). Το νόημα της ζωής. Εκδόσεις Ψυχογιός

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Συνεργάτης του Ψυχοθεραπευτικού Κέντρου – Πολυχώρου Animus Corpus

Όπως ο Andrew Solomon στο βιβλίο του αναλύει την «ανατομία της κατάθλιψης», το να ζει κάποιος με αυτό το βίωμα έχει δύο όψεις. Από τη μία είναι η στέρηση της χαράς, η απελπισία, κάποιες φορές το σκοτάδι. Από την άλλη όμως είναι όλα όσα κερδίζει κάποιος μέσα από αυτή την εμπειρία. Η κατάθλιψη, μια από τις πλέον συχνές ψυχικές διαταραχές, φέρνει το άτομο αντιμέτωπο με μια μεγάλη πρόκληση. Να βρει το ψυχικό θάρρος και τη δύναμη να αναζητήσει ένα νόημα για τη ζωή του. Να βρει ένα σκοπό για τον οποίο αξίζει να ζει. Είτε είναι αυτό αλτρουισμός, είτε δημιουργικότητα, ή παραγωγικότητα.

Κανείς δεν επιλέγει την κατάθλιψή του. Ούτε αγαπά τις αντιξοότητες της ζωής και τις κακουχίες. Μπορεί ωστόσο το άτομο να αναζητήσει την ταυτότητά του μέσα από τις αρνητικές εμπειρίες. Τα βιώματα είναι αυτά που σμιλεύουν την προσωπικότητα. Και η νέα ταυτότητα μπορεί να τον σώσει από την κατάθλιψη. Οι προσωπικές κρίσεις και οι δύσκολες καταστάσεις αποτελούν παράγοντες που ο άνθρωπος δεν μπορεί πάντα να ελέγξει. Αυτό που μπορεί να ελέγξει είναι το πώς θα αντιδράσει. Καθώς και το να επιλέξει να μετατρέψει την απόγνωση σε κάτι εποικοδομητικό.

Πως γίνεται να βρίσκουν οι άνθρωποι νόημα στην κατάθλιψη;

Πως μπορούν να διατηρήσουν την αισιοδοξία τους όταν οι συνθήκες είναι τραγικές;

Στην κατάθλιψη η ποικιλία και η ζωτικότητα των δυνατοτήτων ορισμένων ανθρώπων εξαντλούνται. Μπορεί να νιώθουν ένα εσωτερικό κενό. Κι αυτό τους εξαντλεί ψυχικά, τους αδειάζει. Το αντίθετο της κατάθλιψης είναι η ζωτικότητα. Το κίνητρο που επιτρέπει στους ανθρώπους να συνεχίζουν να προσπαθούν, να εξελίσσουν τον εαυτό τους. Να αλλάζουν προς το καλύτερο με το να κατακτούν νέα επίπεδα ωριμότητας, υπευθυνότητας, συμπόνοιας. Κάτι που θα ήταν ανέφικτο αν αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν βιώσει πόνο. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι το πάσχειν είναι απαραίτητο. Αλλά αντλούν δύναμη από τις προκλήσεις, από τα τραύματά τους, από την επαφή με τα οδυνηρά συναισθήματά τους. Γίνονται ανθεκτικοί και θαρραλέοι. Είναι σε θέση να αναγνωρίζουν και να κατανοούν τη θέση στην οποία βρίσκονται οι γύρω τους. Το δικό τους βίωμα ενισχύει την ικανότητά τους να τους υποστηρίζουν. Αποκτούν δύναμη αλλά και την προσφέρουν. Το βαθύ νόημα της ζωής αφορά τη σύνδεση με κάτι έξω από τον εαυτό τους, όπως η αγάπη για ένα σκοπό, για έναν άνθρωπο. Κι έτσι δεν είναι μόνοι.

Οι άνθρωποι που καταφέρνουν να αντιμετωπίζουν την κατάθλιψη επιλέγουν το νόημά τους. Διαθέτουν αυξημένη επίγνωση της χαράς που μπορούν να τους δώσουν μικρά καθημερινά και απλά πράγματα. Μαθαίνουν να εκτιμούν ότι καλό υπάρχει στη ζωή τους και το διεκδικούν. Το να κερδίζουν την αισιοδοξία τους είναι επιβραβευτικό για τον εαυτό τους, ώστε να συνεχίσουν να ανακαλύπτουν αυτό που θα τους πάει εκεί που θέλουν.

«Μισώ αυτά τα συναισθήματα, αλλά ξέρω ότι με έχουν κάνει να ερευνήσω βαθύτερα τη ζωή μου, να βρω λόγους για να ζήσω. Κάθε μέρα, επιλέγω, άλλοτε ανέμελα και άλλοτε ενάντια στη διάθεση της στιγμής, να μείνω ζωντανός. Δεν είναι αυτό μια σπάνια χαρά;»

Βιβλιογραφία

Andrew, S. (2004). Ο δαίμων της μεσημβρίας. Μια ανατομία της κατάθλιψης. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Φράνκλ, Β.Ε. (2018). Το νόημα της ζωής. Εκδόσεις Ψυχογιός

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Συνεργάτης του Ψυχοθεραπευτικού Κέντρου – Πολυχώρου Animus Corpus

Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό όν. Είμαστε ευτυχείς όταν είμαστε με άλλους γιατί μέσα από τις σχέσεις καταλαβαίνουμε όχι μόνο τον άλλο αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό. Μέσα στις σχέσεις δημιουργούνται τα συναισθήματα, θετικά και αρνητικά. Τι είναι όμως αυτό που με την πάροδο του χρόνου κρατάει ένα ζευγάρι ικανοποιημένο από τη σχέση του;

 

Μια καλή βάση για να χτιστεί το «εμείς», είναι το να μοιράζονται δυο άνθρωποι κοινές αξίες και ηθικούς κώδικες. Η συζήτηση, η διαπραγμάτευση αλλά και η ενημέρωση του άλλου για τις δικές μας αξίες, αποτελούν δρόμους που μπορούν να βοηθήσουν στη δημιουργία του καινούριου συστήματος αξιών του ζευγαριού.

 

Ένα άλλο σημαντικό συστατικό μιας ικανοποιητικής σχέσης είναι η αποδοχή του άλλου. Αποδέχομαι τον άλλο σημαίνει σέβομαι και αντέχω τη διαφορετικότητα του. Όλοι έχουμε ανάγκη από προσωπικό χώρο και χρόνο μέσα στη σχέση μας. Δεν είναι δυνατόν να είμαστε ίδιοι με κανένα άλλο πάνω σε τούτη τη γη. Η αγάπη τρέφεται από την διαφορετικότητα.

 

Για να διευκολυνθούν και να υλοποιηθούν όλα αυτά χρειάζεται επικοινωνία. Η επικοινωνία για να είναι γόνιμη, για να υπάρχει ανταλλαγή, κατανόηση και σεβασμός, απαιτεί υπομονή. Σημαντικές παράμετροι της ουσιαστικής διαλεκτικής επικοινωνίας είναι να έχουμε τα αυτιά μας ανοιχτά έτσι ώστε να μπορέσουμε να ακούσουμε αυτά που λέει ο σύντροφός μας, αλλά και το να μιλάμε για τα ουσιαστικά πράγματα, για τα «δύσκολα» αλλά και τα καθημερινά.

 

Ένα άλλο απαραίτητο στοιχείο για να κρατηθεί μια σχέση ζωντανή, είναι η ικανοποιητική σεξουαλική ζωή. Το σεξ είναι μια επικοινωνία πολύ προσωπική του ζευγαριού, η οποία εξελίσσεται με τα χρόνια. Είναι σημαντικό να μπορούμε να διατηρήσουμε με το πέρασμα του χρόνου το μυστήριο και την περιπέτεια και να μπορέσουμε να την εξισορροπήσουμε με την οικειότητα και την ασφάλεια. Το σεξ αντικατοπτρίζει την συνεχή επιλογή του συντρόφου μας.

 

Ένας σημαντικός παράγοντας που κρατάει δυο συντρόφους μαζί είναι η φιλική σχέση που αναπτύσσεται αναπόφευκτα, μέσα στην ερωτική. Για να διατηρηθεί το φιλικό στοιχείο, είναι σημαντικό οι σύντροφοι να έχουν κοινές δραστηριότητες και να έχουν δημιουργήσει και διαφυλάξει με το πέρασμα των χρόνων τις δικές τους ιεροτελεστίες που αποτελούν την κουλτούρα του ζευγαριού.

 

Τέλος, εκείνο που ενώνει δυο ανθρώπους είναι οι κοινοί στόχοι και τα όνειρα για το μέλλον. Είναι η κοινή υπόσχεση ότι θα είναι μαζί στο μέλλον. Για να μην εξελιχθεί όμως αυτό σε ομογενοποίηση των δυο προσωπικοτήτων, είναι πολύ σημαντικό να διατηρείται η απαραίτητη αυτονομία. Δεν είναι αναγκαίο να τα κάνουν όλα μαζί, είναι όμως απαραίτητο να οργανώνουν τους βασικούς στόχους της ζωής τους περιλαμβάνοντας ο ένας τον άλλο.

 

Σύμφωνα με ένα γνωμικό, πρέπει «να κοιτάς εκεί που θέλεις να πας, αλλιώς θα πας εκεί που κοιτάς». Αν εστιάσουμε λοιπόν και καλλιεργήσουμε αυτά που μας ενώνουν, το αποτέλεσμα θα είναι να έχουμε περισσότερο από αυτό. Δηλαδή μια σχέση μέσα στην οποία θα είμαστε ευτυχισμένοι.

 

Αλεξία Ζήση

Ψυχολόγος - Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πιστοποιημένη κάτοχος EuroPsy

M.Sc. Ερευνητικές Μέθοδοι Ψυχολογίας (Lancaster University)

B.A. Ψυχολογίας (Deree College και Ε.Κ.Π.Α.)

Ο ρόλος του πατέρα στην ανατροφή του παιδιού, για πολλούς αιώνες παρέμενε απόμακρος έως ανύπαρκτος. Εκτεινόταν από την αποχή από την οικογενειακή ζωή έως στην καλύτερη περίπτωση, την επιβολή της τάξης. Αυτή η οπτική όμως έχει αρχίσει ν’ αλλάζει και στη χώρα μας. Ο πατέρας θέλοντας να αναλάβει έναν πιο ενεργό ρόλο στη ζωή του παιδιού του ανακαλύπτει ότι δεν ξέρει ποιος είναι αυτός!! Πολύ συχνά ψάχνοντας για παράδειγμά αλλά και για να βοηθήσει τη σύντροφό του, αναλαμβάνει δικούς της ρόλους, πράγμα που δημιουργεί σύγχυση και καμία φορά σύγκρουση μέσα στο ζευγάρι. Ο ανταγωνισμός ‘ποιος το κάνει καλύτερα’ δεν βοηθάει τη σχέση του ζευγαριού και οπωσδήποτε δεν προάγει την ψυχική υγεία του παιδιού.

Οι έρευνες συγκλίνουν στη παρατήρηση ότι η σχέση του ζευγαριού πριν τον ερχομό του παιδιού, είναι ένας καλός δείκτης τόσο για τη σχέση του παιδιού με τον κάθε γονέα ξεχωριστά, όσο και για την ισορροπία της τριάδας (πατέρας, μητέρα, παιδί).

Ο ερχομός ενός τρίτου προσώπου στη ζωή του ζευγαριού, προκαλεί μια βαθιά τομή στη σχέση. Εκ των πραγμάτων η μητέρα αποκτά πολύ στενή σχέση με το παιδί και η σχέση του ζευγαριού (ειδικά τον πρώτο καιρό) διασπάται. Ο ρόλος του πατέρα γίνεται πιο περιφερειακός και πολλές φορές μπορεί να αισθανθεί παραγκωνισμένος.

Δυο είναι οι βασικές λειτουργείες που έχει να επιτελέσει ο σύντροφος σε αυτή τη φάση.

  1. Να βοηθήσει την μητέρα στον δυσβάσταχτο φόρτο εργασίας που έχει τον πρώτο καιρό, τόσο με τα πρακτικά θέματα (ξενύχτια, αυξημένες υποχρεώσεις κλπ) όσο και τη συναισθηματική υποστήριξη που χρειάζεται, αποδεχόμενος το νέο μέλος της οικογένειας. Η έμπρακτη υποστήριξη του πατέρα στη στενή συναλλαγή της δυάδας μητέρας – παιδιού, «δικαιώνει» τη μητέρα ως προς την απόφαση που πήραν μαζί με τον σύντροφό της, κάνοντας έτσι τον δεσμό του ζευγαριού ισχυρότερο.
  2. Ο δεύτερος πολύ σημαντικός ρόλος που έχει να επιτελέσει ο σύντροφος τον πρώτο χρόνο της ζωής του παιδιού, είναι να καταφέρει να αποσπάσει σταδιακά τη σύντροφό του από αυτή την πολύ στενή σχέση που έχει με το παιδί. Αυτό είναι θεμελιώδους σημασίας για να αποφευχθεί μια συμβιωτική σχέση μητέρας – παιδιού. Ο πατέρας «υπενθυμίζοντας» στη μητέρα ότι είναι και γυναίκα και σύντροφος, τη βοηθάει να επανενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο και να αναπτύξει και άλλες πτυχές της ζωής της που ίσως παραμελήθηκαν από τον ερχομό του παιδιού.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η γέννηση ενός παιδιού αποτελεί κορυφαία εξελικτική πρόκληση στη ζωή ενός ζευγαριού. Καθώς διασπάται η δυάδα των συντρόφων, νέοι ρόλοι είναι να βρεθούν και νέες προκλήσεις να απαντηθούν. Ο ρόλος της μητέρας – τροφού είναι πιο προφανής και καλύτερα μελετημένος. Από την άλλη ο ρόλος του πατέρα στον πρώτο χρόνο της ζωής του παιδιού, έχει αλλάξει από το παραδοσιακό πρότυπο που τον ήθελε αποστασιοποιημένο και παραμελημένο. Ο νέος πατέρας πρέπει να είναι υποστηρικτικός ως προς τη στενή σχέση μητέρας παιδιού έτσι ώστε να επιβεβαιώνεται και να επιβραβεύεται η κοινή απόφαση του ζευγαριού για την απόκτηση του νέου μέλους, αλλά πρέπει να είναι και ο ενήλικας που θα επαναφέρει τη μητέρα στην ενήλική ζωή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-     Οικογένεια και όρια Συστημική προσέγγιση, Β. Παπαδίωτη-Αθανασίου, 2006. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα

-      Ο ρόλος του πατέρα στην ψυχική ανάπτυξη του παιδιού, Ιανουάριος 2011, www.iatronet.gr

Αλεξία Ζήση

Ψυχολόγος - Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πιστοποιημένη κάτοχος EuroPsy

M.Sc. Ερευνητικές Μέθοδοι Ψυχολογίας (Lancaster University)

B.A. Ψυχολογίας (Deree College και Ε.Κ.Π.Α.)

Η ψύχωση ως μια διαγνωστική ομπρέλα καλύπτει ψυχικές διαταραχές που χαρακτηρίζονται από λανθασμένες πεποιθήσεις, τις οποίες υποστηρίζουν επίμονα οι ασθενείς παρά την αμφισβήτηση και προφανή απόδειξη του αντιθέτου. Οι ασθενείς δεν καταλαβαίνουν ότι νοσούν ενώ είναι πεπεισμένοι ότι δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Η άγνοια της ψυχικής νόσου δεν είναι μια επιλογή που κάνουν τα άτομα αυτά· είναι ένα σύμπτωμα που οφείλεται στη φύση της ίδιας της νόσου.

Η επίγνωση του ατόμου για την ψυχική ασθένειά του είναι σημαντική για το σχεδιασμό της θεραπείας. Όσο πιο έγκαιρα γίνει η διάγνωση και η συμμετοχή του ατόμου στη βιολογική και ψυχοθεραπευτική παρέμβαση τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η διαδικασία της ανάρρωσης. Ωστόσο στην ψύχωση το άτομο αντιστέκεται στη θεραπεία που συστήνεται. Αρνείται να πάρει τα φάρμακά του είτε για την αντιμετώπιση της διαταραχής είτε για την πρόληψη υποτροπής. Η έλλειψη εναισθησίας σχετίζεται με κακή «συμμόρφωση» στη θεραπεία, υποτροπές, και με συχνές νοσηλείες. Οι διαπληκτισμοί μέσα στην οικογένεια είναι συχνοί καθώς ο ασθενής επιμένει και δεν πείθεται να ακολουθήσει τις ιατρικές οδηγίες.

Για να προσεγγίσουμε το αγαπημένο μας πρόσωπο που έχει μια ψυχωτική διαταραχή και να διαχειριστούμε την άρνηση της θεραπείας, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε πως η μειωμένη εναισθησία είναι σύμπτωμα της εγκεφαλικής δυσλειτουργίας που προκαλείται από αυτή τη διαταραχή. Συγκεκριμένα, η έλλειψη εναισθησίας στη σχιζοφρένεια και άλλες ψυχωτικές διαταραχές συνδέεται με δυσλειτουργία του μετωπιαίου λοβού.

Για να βοηθήσουμε λοιπόν κάποιον με ψύχωση ώστε να αναγνωρίσει την ανάγκη του για θεραπεία

  • Είναι σημαντικό να ακούμε αυτά που μας λέει χωρίς να επικρίνουμε
  • Να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα. Η εμπειρία κάθε ατόμου με ψυχική πάθηση είναι μοναδική
  • Να τον ρωτήσουμε για τα συναισθήματά του αντί να διαφωνήσουμε με τις παραληρητικές του ιδέες
  • Να του δείξουμε πως είμαστε σύμμαχοί του και να βρούμε σημεία συμφωνίας. Όπως για παράδειγμα ότι η φαρμακευτική αγωγή τον βοηθά να βελτιώσει τον ύπνο του. Στο κοινό έδαφος που θα βρούμε θα μπορέσουμε να συνεργαστούμε πιο εποικοδομητικά

Η ψυχοεκπαίδευση ως μια εμπειρικά τεκμηριωμένη ψυχοθεραπευτική παρέμβαση αυξάνει την εναισθησία, ενώ ένας από τους βασικούς στόχους της είναι η ενδυνάμωση τόσο του ασθενούς όσο και της οικογένειας.

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Πολύ συχνά οι γονείς εκφράζουν έντονο προβληματισμό που αφορά ένα από τα πιο δύσκολα εγχειρήματα που αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας από το ρόλο τους αυτό. Το δύσκολο αυτό εγχείρημα είναι η επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στην οριοθέτηση της συμπεριφοράς του παιδιού και στην προώθηση της αυτονομίας του. Η προφανής ανησυχία των γονιών εκφράζεται με το ερώτημα κατά πόσο οι κανόνες, τα όρια και οι οδηγίες σχετικά με το τι επιτρέπεται και τι όχι, μπορεί να έχουν αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού. Δεν πρόκειται για αβάσιμο φόβο, αφού όταν οι κανόνες και τα όρια τίθενται με αυστηρότητα και ακαμψία σε απρόσωπο και αυταρχικό τόνο, είναι πιθανό να αναστείλουν τη δημιουργικότητα του παιδιού, να μειώσουν την τάση του να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και να το καταστήσουν παθητικό και εξαρτημένο από τους γονείς. Από την άλλη, η απουσία κανόνων και ορίων στην καθημερινότητα του παιδιού, συμβάλλει στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος χωρίς σταθερά σημεία αναφοράς, κάτι που στερεί στο παιδί την απαιτούμενη ασφάλεια για να πειραματιστεί, να αναπτύξει λειτουργικές συμπεριφορές και να επιτύχει μία ικανοποιητική προσαρμογή τόσο στο οικογενειακό όσο και στο κοινωνικό πλαίσιο. Είναι σημαντικό ο γονιός να γνωρίζει τη χρησιμότητα που έχουν τα όρια στη ζωή του παιδιού και να είναι σε θέση να τα εφαρμόζει έτσι ώστε να μεγιστοποιούνται τα οφέλη τους για την ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού.

Αρχικά, είναι ιδιαίτερα βοηθητικό ο κάθε γονιός να απαντήσει στο ερώτημα «γιατί χρειάζεται να βάλω όρια στο παιδί μου;». Η θέσπιση ορίων αποσκοπεί κυρίως στην προστασία του παιδιού από καταστάσεις και συνθήκες που μπορεί να αποβούν επιβλαβείς για το ίδιο (κρατάω το χέρι ενός μεγάλου όταν περνάω το δρόμο, φοράω ζώνη στο αυτοκίνητο) καθώς και στη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της οικογενειακής ζωής (μαζεύω τα παιχνίδια μου πριν κοιμηθώ, ενημερώνω για την ώρα επιστροφής μου από τη βραδινή έξοδο). Βέβαια, πολλοί είναι οι γονείς που κουβαλούν ακόμη αντιλήψεις, ευρέως διαδεδομένες στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, σύμφωνα με τις οποίες ο γονιός κατέχει μέσα στην οικογένεια ένα ρόλο εξουσίας και το παιδί έχει την υποχρέωση να υπακούει τυφλά στις οδηγίες που του απευθύνει. Στην πραγματικότητα, όμως, όσο ο γονιός επιδιώκει την επίτευξη ισοτιμίας ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας τόσο περισσότερο πιθανό είναι το παιδί να συνεργαστεί κατά τη διαδικασία θέσπισης ορίων και της τήρησης αυτών. Είναι σημαντικό να επισημανθεί εδώ ότι η έννοια της ισοτιμίας δεν ταυτίζεται με την έννοια της ισότητας, αλλά εκφράζει την ανάγκη σεβασμού της διαφορετικότητας ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας (διαφορά ηλικίας, διαφορετικές ικανότητες) και την ανάγκη αποδοχής των επιθυμιών και αναγκών του κάθε μέλους ξεχωριστά.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, είναι εύλογο να συμπεράνει κανείς ότι τα όρια τίθενται ανάλογα με την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκεται το παιδί και μεταβάλλονται ή αίρονται καθώς αυτό μεγαλώνει και περνά σε επόμενο αναπτυξιακό στάδιο (ένας γονιός δεν επιτρέπει στο παιδί του ηλικίας τεσσάρων χρόνων να πάει μόνο του στο πάρκο που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι, το επιτρέπει όμως όταν το παιδί φτάσει στην ηλικία των εφτά χρόνων).

Ένα ακόμη συμπέρασμα αφορά το γεγονός ότι κάποια όρια είναι διαπραγματεύσιμα ενώ άλλα όχι. Τα όρια που στοχεύουν στην παροχή ασφάλειας στο παιδί δε διαπραγματεύονται από τους γονείς (φοράμε πάντα τη ζώνη στο αυτοκίνητο), αντίθετα οι γονείς μπορούν να δεχθούν εξαιρέσεις σε κανόνες που αφορούν στην τήρηση του καθημερινού προγράμματος (το παιδί μπορεί να κοιμηθεί πιο αργά από τη συνηθισμένη ώρα εάν έχει έρθει επίσκεψη ο αγαπημένος του θείος τον οποίο δε βλέπει συχνά).

Από τα παραπάνω συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν κάποιες βασικές κατευθυντήριες αρχές σχετικά με το πώς μπορεί κάποιος να θέσει όρια στο παιδί του. Στις πολύ μικρές ηλικίες ένα ξεκάθαρο όχι από την πλευρά του γονιού είναι δυνατό να λειτουργήσει ικανοποιητικά, ιδίως όταν χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις που αφορούν την ασφάλεια του παιδιού ή όταν το παιδί εκδηλώνει λεκτική ή σωματική επιθετικότητα. Σε δεύτερο χρόνο όμως είναι σημαντικό να ακολουθεί από το γονιό μία απλή εξήγηση που να αιτιολογεί τους λόγους για τους οποίους ειπώθηκε το όχι αυτό.

Καθώς το παιδί μεγαλώνει ο γονιός καλείται να επιδιώκει τη συνεργασία του παιδιού στη διαδικασία της θέσπισης και τήρησης των ορίων ορίζοντας με σαφήνεια την επιθυμητή συμπεριφορά του παιδιού και τις συνέπειες που θα υπάρξουν στην περίπτωση που η επιθυμητή συμπεριφορά δεν εκδηλωθεί. Η συμμετοχή και η συνεργασία του παιδιού επιτυγχάνονται όταν οι γονείς χαρακτηρίζονται από συνέπεια και σταθερότητα ως προς αυτά που αναμένουν από το παιδί, όταν προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις από τις οποίες μπορεί να επιλέξει το παιδί αυτή που θεωρεί καλύτερη ανά περίπτωση και όταν εφαρμόζουν συνέπειες που σχετίζονται λογικά με τη μη επιθυμητή συμπεριφορά του παιδιού σε ήρεμο και φιλικό τόνο.

Η συνέπεια και σταθερότητα προσφέρουν στα παιδιά τη δυνατότητα να προβλέπουν τι αναμένεται από εκείνα κάτι που ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας που νιώθουν για το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται. Οι εναλλακτικές λύσεις αναγνωρίζουν την ισότιμη θέση που έχουν τα παιδιά ως μέλη της οικογένειας και ενισχύουν την ικανότητα τους να αναλαμβάνουν ευθύνες και να παίρνουν αποφάσεις. Η εφαρμογή των συνεπειών που σχετίζονται λογικά με τις μη αποδεκτές συμπεριφορές των παιδιών σε ήρεμο και φιλικό τόνο συμβάλλει στη δημιουργία μίας διδακτικής εμπειρίας για το παιδί και μειώνει την πιθανότητα να βιωθεί από το παιδί ως τιμωρητική συνθήκη που απορρέει από την εξουσία του γονιού. Η γενικότερη τάση του γονιού να εξηγεί στο παιδί και να επιδιώκει τη συνεργασία μαζί του δημιουργεί στο παιδί την αίσθηση ότι αποτελεί σημαντικό μέλος της οικογένειας κάτι που συμβάλλει σημαντικά στην δημιουργία μία θετικής εικόνας για τον εαυτό.

Τα παρακάτω παραδείγματα περιέχουν κάποιες ιδέες για το πώς θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην πράξη οι κατευθυντήριες αρχές που περιγράφηκαν:

  • Ο κανόνας ο οποίος έχει συμφωνηθεί είναι ότι κάθε Σάββατο τα παιδιά τελειώνουν τα μαθήματα για το σχολείο προκειμένου να μπορέσουν να κανονίσουν κάτι για το βράδυ. Όταν ο εννιάχρονος γιος ζητά από τους γονείς του να πάει σινεμά με ένα συμμαθητή του, ενώ δεν έχει ασχοληθεί καθόλου όλη την ημέρα με τα μαθήματα του, εκείνοι του υπενθυμίζουν σε ήρεμο και φιλικό τόνο τη συμφωνία τους: «Η συμφωνία μας ήταν ότι θα έχεις τελειώσει πρώτα τα μαθήματά σου. Από τη στιγμή που δεν το έκανες, δεν μπορείς να πας σήμερα στο σινεμά. Θα έχεις όμως την ευκαιρία να προσπαθήσεις ξανά το επόμενο Σαββατοκύριακο».
  • Οι μικρές κόρες της οικογένειας έχουν την τηλεόραση πολύ δυνατά, ενώ ο πατέρας τους προσπαθεί να δουλέψει στο διπλανό δωμάτιο και χρειάζεται ησυχία. Θέτει λοιπόν με σαφήνεια στις κόρες του τις επιλογές που έχουν «Μπορείτε να συνεχίσετε να βλέπετε τηλεόραση αν τη χαμηλώσετε ή να παραμείνετε στο δωμάτιο σας ώσπου να τελειώσω τη δουλειά μου. Διαλέξτε τι προτιμάτε».
  • Ο έφηβος γιος ετοιμάζεται για τη βραδινή του έξοδο. Η μητέρα του υπενθυμίζει τη συμφωνία τους για την ώρα της επιστροφής του προσθέτοντας τα εξής λόγια: «Ξέρω ότι περνάς πολύ ωραία όταν είσαι έξω με την παρέα σου, όμως κι εγώ ανησυχώ όταν καθυστερείς, γι’ αυτό είναι σημαντικό να προσπαθείς να τηρείς τη συμφωνία μας».

Όπως φάνηκε λοιπόν από τα παραπάνω, καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία θέσπισης ορίων είναι ο τρόπος με τον οποίο ο γονιός βάζει τα όρια: η προσπάθεια του να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους βάζει όρια, να ζητά τη συνεργασία του παιδιού και να εφαρμόζει τις συνέπειες με ηρεμία και φιλικότητα. Τότε μόνο βοηθά το παιδί του να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων του, να μαθαίνει να επιλύει προβλήματα, να αποκτά εμπιστοσύνη στις ικανότητες που διαθέτει και να αναγνωρίζει την προσωπική του αξία.

Βιβλιογραφία

Dinkmeyer D., MacKay G., Σχολείο για γονείς, εκδόσεις Θυμάρι

Zimmer K., Καλλιεργώντας στα παιδιά μας την αυτοπεποίθηση … τα εφοδιάζουμε με θάρρος για τη ζωή, εκδόσεις Θυμάρι

Rogge J.U., Τα παιδιά χρειάζονται όρια: Τα έχουν ανάγκη, εκδόσεις Θυμάρι

Rogge J.-U., Οι γονείς βάζουν όρια, εκδόσεις Θυμάρι

Nolte, D.L., Harris R., Τα παιδιά μαθαίνουν αυτό που ζουν, εκδόσεις Θυμάρι

Αθηνά Πετρούτσου

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Η κατάθλιψη είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για τους εφήβους καθώς συνδέεται με κατάχρηση ουσιών, αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχοκοινωνική τους λειτουργικότητα, διαταραχές άγχους, διατροφικές διαταραχές, αυτοκτονικό ιδεασμό, απόπειρες αυτοκτονίας. Όσο νωρίτερα ξεκινήσει η κατάθλιψη (μέσος όρος έναρξης 14 ετών) τόσο πιο πιθανό είναι να εμφανιστούν αργότερα καταθλιπτικά επεισόδια στην ενήλικη ζωή. Η χρονιότητα και η σοβαρότητα της κατάστασης κάνουν επιτακτική την ανάγκη για έγκαιρη παρέμβαση και πρόληψη. Για τους γονείς μπορεί να είναι δύσκολο να διακρίνουν τα φυσιολογικά σημάδια της εφηβείας από μια συναισθηματική διαταραχή. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από ραγδαίες σωματικές, νοητικές, συναισθηματικές και κοινωνικές αλλαγές οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν άγχος και φόβο στους εφήβους, αλλά και απόγνωση στους γονείς. Ωστόσο οι ενδείξεις της κατάθλιψης αφορούν σε ευερέθιστη διάθεση ή υπερβολικό κλάμα, έλλειψη ενδιαφέροντος για τις δραστηριότητες που οι έφηβοι έβρισκαν ευχάριστες (απομόνωση), δυσκολία στη συγκέντρωση, αίσθημα αναξιότητας, διαταραχή στον ύπνο (η οποία επιμένει), αυτοκαταστροφική συμπεριφορά (κατάχρηση ουσιών, ριψοκίνδυνη σεξουαλική συμπεριφορά, αυτοτραυματισμοί), διαταραχή όρεξης, αυτοκτονικές σκέψεις.

Οι ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν τους γονείς βασίζονται στο ότι τα αρνητικά οικογενειακά πρότυπα προκαλούν και διαιωνίζουν τα καταθλιπτικά συναισθήματα των εφήβων. Στόχος των παρεμβάσεων είναι η βελτίωση της διάθεσης καθώς και το να αποτελέσει η οικογένεια μια πηγή ψυχικής ανθεκτικότητας κι ένα ασφαλές πλαίσιο το οποίο θα ενδυναμώσει τον έφηβο. Για να βελτιωθεί λοιπόν η ψυχική υγεία των νέων είναι σημαντικό οι γονείς να εξασφαλίσουν μια υγιή και εποικοδομητική αλληλεπίδραση μαζί τους.

Η ενεργητική ακρόαση και η προσπάθεια κατανόησης των προβλημάτων τους θα αποτελέσουν τη βάση για μια θετική σχέση που θα χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, συνέπεια, οριοθέτηση.

Η ανοιχτή, χωρίς επίκριση, επικοινωνία θα κάνει τον έφηβο να νιώσει ηρεμία ώστε να μοιραστεί τις ανησυχίες του.

Η ενθάρρυνση για επικοινωνία θα τονώσει την αυτοεκτίμησή του. Όπως και η παρότρυνση (χωρίς πίεση) για συμπεριφορική ενεργοποίηση: το να συμμετέχει ξανά ο έφηβος σε δραστηριότητες από τις οποίες απέχει λόγω κατάθλιψης θα αυξήσει το αίσθημα της προσωπικής ικανότητας και ικανοποίησης.

Οι γονείς χρειάζεται επίσης να αποφασίσουν ποιανού ανάγκη ικανοποιούν όταν σπεύδουν να διορθώσουν ένα πρόβλημα που παρουσιάζεται. Είναι σημαντικό για τον έφηβο με κατάθλιψη να αμφισβητήσει την τάση του για παθητικότητα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα κάνει κάτι για να αλλάξει την κατάσταση. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η απελπισία και η κοινωνική απομόνωση οδηγούν στην εξάρτηση από τους γονείς. Η αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα σε μια εξάρτηση που πηγάζει από την καταθλιπτική διαταραχή και στην επιθυμία των εφήβων για αυτονομία και ανεξαρτησία από τους γονείς μπορεί να αποτελέσει αιτία θυμού και εσωτερικής αναστάτωσης. Οι γονείς μπορεί να βρεθούν σε αδιέξοδο: η πρακτική και συναισθηματική υπερεμπλοκή μπορεί να οδηγήσει σε μια αίσθηση των εφήβων ότι τους ελέγχουν. Από την άλλη η γονεϊκή αποστασιοποίηση μπορεί να κάνει τους εφήβους να νιώσουν ότι δεν ενδιαφέρονται και ότι τους εγκαταλείπουν. Μπροστά σε αυτή την αμφιθυμία των εφήβων, οι οποίοι μπορεί να αποσύρονται και να αρνούνται βοήθεια ή να γίνονται παθητικοί περιμένοντας τα πάντα από τους άλλους, είναι σημαντικό για τους γονείς να κατανοήσουν ότι η διαπραγμάτευση είναι μια απαραίτητη αναπτυξιακή διεργασία που περιπλέκεται όμως από την κατάθλιψη.

Οι γονείς μπορούν να διασφαλίσουν ένα ισορροπημένο και ανεκτικό περιβάλλον για το παιδί τους, όπου η διαπραγμάτευση γίνεται με σεβασμό και συζήτηση. Ώστε να μπορέσουν να επικοινωνήσουν πως πίσω από τους κανόνες και τα όρια δεν είναι η ανάγκη τους για έλεγχο και υπακοή. Είναι η αγάπη που θα επιτρέψει στον έφηβο να ανθίσει και η αποδοχή που θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα προβλήματά του.

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Η μετάβαση από την οικογένεια στον παιδικό σταθμό είναι μια φυσιολογική εξελικτική διαδικασία με πολλές αλλαγές, στην οποία καλούνται να προσαρμοστούν όλα τα μέλη της οικογένειας.

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σηματοδοτεί το πέρασμα σε μια καινούρια φάση ζωής, όχι μόνο για το παιδί, αλλά για όλη την οικογένεια.

Έντονα και ανάμεικτα συναισθήματα, όπως άγχος, αγωνία, περιέργεια, φόβος, ανησυχία και προσμονή κυριεύουν γονείς και παιδιά. Τα παιδιά δεν ξέρουν τι να περιμένουν, ενώ οι γονείς ανησυχούν για την ομαλή ένταξη του παιδιού τους στον σταθμό.

Στάση Γονέων

Η επιτυχής προσαρμογή του παιδιού στον παιδικό σταθμό ή το νηπιαγωγείο εξαρτάται άμεσα από τη στάση των γονέων, καθώς το άγχος του παιδιού να αποχωριστεί τους γονείς του και οι δυσκολίες προσαρμογής του στο σχολείο συνδέονται άμεσα με το άγχος των γονιών του.

Τα παιδιά έχουν την ικανότητα να «διαβάζουν» το πρόσωπο και τη στάση του σώματός των γονιών του. Η παραμικρή ένδειξη αμφιβολίας ή ανησυχίας γίνεται αντιληπτή από εκείνα, παρά την προσπάθειά μας να την αποκρύψουμε. Συνεπώς, μία τέτοια ένδειξη θα τους προκαλέσει φόβο και ανασφάλεια και θα δυσχεράνει την ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον.

Προετοιμασία

  • Μιλήστε στο παιδί με ειλικρίνεια για το πού πηγαίνει και τι θα κάνει εκεί.
  • Μιλήστε για τη δασκάλα του με λόγια ζεστά, ώστε να νιώσει ότι είναι ένα πρώτο πρόσωπο αναφοράς & φροντίδας για εκείνο.
  • Θα μπορούσατε να κανονίσετε μια επίσκεψη στο σχολείο που έχετε αποφασίσει να ξεκινήσει το παιδί σας παρέα με εκείνο, ώστε να αποκτήσει μια πρώτη εικόνα του χώρου αλλά και μια γνωριμία με τη δασκάλα του.
  • Διαβάστε του κάποιο παραμύθι/ ιστορία που αναφέρεται στην πρώτη μέρα στο σχολείο (στην αγορά υπάρχουν αρκετά τέτοια).
  • Λίγο πριν ξεκινήσει το σχολείο, καλό θα ήταν να εξασκήσετε το παιδί σας στο πρωϊνό ξύπνημα (μη γίνει ξαφνικά με το ξεκίνημα του σχολείου).

Κι έφτασε η Πρώτη Μέρα…

  • Παραμείνετε στο χώρο του σχολείου ή σε κοντινή απόσταση από εκείνο, εάν είναι εφικτό για 2-3 ημέρες (αναλόγως πάντα με τη στάση του παιδιού).
  • Τις πρώτες ημέρες συστήνεται το παιδί να μένει στο σχολείο για λίγες ώρες.
  • Χρειάζεται να είστε συνεπείς προς το παιδί σας και να τηρείτε τα ωράρια που του υποσχεθήκατε.
  • Όταν φεύγετε από το χώρο του σχολείου, αποχαιρετήστε το παιδί. Αν φύγετε στα κρυφά και κάποια στιγμή αρχίσει να σας αναζητά θα αναστατωθεί ιδιαιτέρως και θα τρομάξει.
  • Όσο κι αν το παιδί σας επιμένει να μείνετε εκεί ή αναζητά επιπλέον φιλιά κι αγκαλιές, μην καθυστερείτε την αποχώρησή σας και μην απολογείστε. Δώστε μια μεγάλη αγκαλιά κι ένα φιλί και αποχαιρετήστε το αποφασιστικά.
  • Μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον υπεύθυνο του σταθμού, ώστε να πληροφορηθείτε εάν ηρέμησε.
  • Μην συγκρίνετε το παιδί σας με τα υπόλοιπα παιδιά. Μπορεί το δικό σας να χρειάζεται περισσότερες ή λιγότερες ημέρες, ώστε να προσαρμοστεί στο νέο αυτό περιβάλλον του σχολείου. Δεν χρειάζεται να μπαίνετε στη διαδικασία να σκέφτεστε σε τι ρυθμούς προσαρμόζονται τα υπόλοιπα παιδιά, καθώς το κάθε παιδί έχει το δικό του ρυθμό.

Μην ξεχνάτε ότι:

  • Αποχαιρετάμε το παιδί & το παραλαμβάνουμε από το σχολείο χαρούμενοι. Εάν αρχίσουμε να κλαίμε εμείς, φανταστείτε πώς θα νιώσει εκείνο.
  • Αναμένουμε την αντίδραση του παιδιού στο νέο αυτό ξεκίνημα και την ένταση που μπορεί να το συνοδεύει. Καλό είναι να θυμόμαστε ότι τα παιδιά προσαρμόζονται εκ φύσεως πιο εύκολα από τους μεγάλους, αρκεί να τους το επιτρέψουμε και να τους βοηθήσουμε σε αυτό.
  • Εάν ο γονιός αντιληφθεί το δικό του συναίσθημα και το κατανοήσει, τότε διευκολύνει και εκπαιδεύει το παιδί του να διαχειρίζεται και να προσαρμόζεται σε νέες συνθήκες, διαδικασία απαραίτητη για την μετέπειτα ωρίμανση και αυτονόμησή του.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Η διπολική διαταραχή χαρακτηρίζεται από ακραίες διακυμάνσεις – είτε απότομες είτε σταδιακές - ανάμεσα σε δύο συναισθηματικές διαθέσεις:

  • Υπέρμετρη έξαρση (μανία)
  • Κατάθλιψη

Κάθε άνθρωπος έχει διακυμάνσεις στη διάθεσή του οι οποίες είναι φυσιολογικές αν σκεφτούμε πως οφείλονται στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος και στον τρόπο με τον οποίο το άτομο τα επεξεργάζεται, τα ερμηνεύει και τα εσωτερικεύει.

Στα άτομα με διπολική διαταραχή, τα «πάνω» και «κάτω» της διάθεσης είναι παθολογικά: έχουν μεγάλη ένταση και διάρκεια, καθώς και έντονες αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνική και επαγγελματική τους ζωή.

Όταν μιλάμε για μανία, εννοούμε κάτι περισσότερο από ενεργητικότητα ή ευφορία. Η μανία αποτελεί μια σοβαρή κατάσταση που περιλαμβάνει συμπτώματα όπως υπερβολική ενέργεια, σκέψεις που καλπάζουν, διογκωμένη αυτοεκτίμηση ή αίσθημα μεγαλείου, μειωμένη ανάγκη για ύπνο, ψυχοκινητική ανησυχία, υπερκινητικότητα, επιταχυμένο ρυθμό ομιλίας συχνά με διαταραγμένη σκέψη.

Η κατάσταση της μανίας μπορεί να είναι ευχάριστη για το άτομο καθώς νιώθει ‘ανεβασμένο’, γεμάτο αυτοπεποίθηση, ευτυχισμένο, χαρούμενο. Συνήθως όμως το μανιακό επεισόδιο χαρακτηρίζεται από ευερεθιστότητα, οργή, ενίοτε και παρανοϊκότητα. Θα λέγαμε λοιπόν πως η διάθεση είναι διεγερμένη παρά εξηρμένη.

Το συναίσθημα της ευερεθιστότητας μπορεί επίσης να προκύψει από τα καταθλιπτικά επεισόδια της διαταραχής. Το άτομο συχνά παρουσιάζει μεγαλύτερη ευαισθησία σε απορρίψεις, περιγράφει μια ματαίωση και χαμηλή ανοχή στα σχόλια των άλλων, τα προβλήματα μοιάζουν πιο καταστροφικά, ενώ μπορεί να αναζητά μια εξήγηση γι’ αυτές τις κυκλικές αλλαγές της διάθεσης.

Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις στην αντιμετώπιση της διαταραχής περιλαμβάνουν τη φαρμακοθεραπεία, αναγνωρίζοντας πως η βάση της θεραπείας είναι η σταθεροποίηση του συναισθήματος. Επίσης η ψυχοθεραπεία παίζει σημαντικό ρόλο καθώς βελτιώνει τη συμπτωματολογία και τις κοινωνικές σχέσεις.

Η διαχείριση της διπολικής διαταραχής περιλαμβάνει επίσης την κατανόηση και τη μείωση της οξύθυμης συμπεριφοράς. Χωρίς αυτό να σημαίνει για το άτομο πως θα συγκαλύπτει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στη ζωή του.

Ας δούμε κάποιες δεξιότητες που βοηθούν στον έλεγχο και τη διαχείριση του θυμού

  • Διαχείριση αρνητικού τρόπου σκέψης

Σκέψεις οι οποίες φιλτράρονται μέσα από παλιές εμπειρίες π.χ ‘είναι το ίδιο με την προηγούμενη φορά’, ‘πάντα μου το κάνουν αυτό’, ‘πάντα μου φέρεται έτσι’, ‘φτάνει πια’, μπορεί να σας οδηγήσουν στο να αντιδράσετε παρορμητικά, και έντονα. Επίσης η απόδοση κινήτρων στους άλλους π.χ ‘δεν με σέβονται’, ‘το κάνουν επίτηδες’, ‘δε νοιάζεται πως νιώθω εγώ’, ‘με εκμεταλλεύεται’ μπορεί να οδηγήσει στην κλιμάκωση του αρνητικού συναισθήματος. Η ενόχληση από κάποιον άλλο μπορεί να μεταφραστεί ως προσωπική επίθεση.

Στόχος είναι να πειθαρχήσετε τις σκέψεις σας και να μην επιτρέψετε σε παράλογα νοητικά φίλτρα να καθορίσουν το συναίσθημά σας.

  • Δεν χρειάζεται να λύσετε το θέμα αμέσως

Ο θυμός μπορεί να διογκώσει τη βαρύτητα ενός θέματος που παρουσιάζεται ως επείγον. Δώστε χρόνο στον εαυτό σας ώστε να σκεφτείτε άλλες στρατηγικές, πιο λειτουργικές για να επιλύσετε το θέμα. Πρόκειται για μια χρήσιμη τεχνική που θα σας επιτρέψει να αντιμετωπίσετε ψύχραιμα την κατάσταση, να συνεργαστείτε με αγαπημένα πρόσωπα. Θα μπορέσετε έτσι να διαπιστώσετε αν ο θυμός οφείλεται σε ένα επεισόδιο της διάθεσης ή προκύπτει από το ίδιο το πρόβλημα. Επιπλέον θα μάθετε να αναγνωρίζετε τα στρεσσογόνα ερεθίσματα και θα ελέγχετε καλύτερα την πορεία της διαταραχής σας.

  • Στόχος δεν είναι ποιος θα νικήσει

Μπορεί να σκέφτεστε ‘δεν θα τον αφήσω να βγει από πάνω’, ‘έχω δίκιο και πρέπει να επιβάλω τη γνώμη μου’. Μια εσωτερική ανάγκη να επικρατήσετε σε μια αντιπαράθεση μέχρι τελικής πτώσεως μπορεί να σας εμποδίσει να κάνετε χρήσιμες επιλογές. Ο στόχος σας είναι η βελτίωση της ζωής σας και όχι να υπερισχύσετε παρατείνοντας μια σύγκρουση ή ένα διαπληκτισμό. Αυτό θα σας προστατέψει από μελλοντικές τύψεις ενός παρορμητικού ξεσπάσματος οργής. Όταν ηρεμήσετε θα διαπιστώσετε πως υπάρχουν εναλλακτικές στρατηγικές που δεν καταλήγουν σε ακραίες συμπεριφορές, απογοητεύσεις ή παρεξηγήσεις.

  • Αξιολογήστε τους στόχους της ζωής σας ακόμα κι όταν είστε θυμωμένοι

Η κρίσιμη ερώτηση που θα σας βοηθήσει αν κάνετε στον εαυτό σας είναι: ο θυμός μου είναι χρήσιμος; Με βοηθά να πετύχω έναν επιθυμητό στόχο ή απλά με εμπλέκει σε άλλη μία σύγκρουση; Σκεφτείτε τους ανθρώπους που αγαπάτε. Ζητήστε τη βοήθειά τους μιλώντας τους ειλικρινά για την αλλαγή στη διάθεσή σας.

Τα συναισθήματα του θυμού και του εκνευρισμού είναι συχνά στη διπολική διαταραχή. Η εποικοδομητική διαχείριση των αρνητικών αυτών συναισθημάτων προϋποθέτει την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης, την κατανόηση και την αποδοχή της διαταραχής με στόχο την ψυχοπροφύλαξη και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής.

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Ο βασικός αναπτυξιακός στόχος κατά την εφηβεία είναι η διαμόρφωση μιας ταυτότητας και η επίτευξη ενός επιπέδου αυτονομίας η οποία θα επιτρέψει στο νέο να απομακρυνθεί από την πατρική στέγη αλλά ταυτόχρονα να διατηρήσει μια ζεστή και εποικοδομητική σχέση με τους γονείς.

Οι νέοι σ’ αυτή την περίοδο της ζωής τους έχουν περισσότερο παρά ποτέ ανάγκη για όρια και καθοδήγηση. Είναι σημαντικό οι γονείς να είναι σταθεροί στις αξίες που οι ίδιοι έχουν, έτσι ώστε ο έφηβος να έχει ένα πλαίσιο για να διαμορφώσει τις δικές του. Σε καμία περίπτωση δεν συζητάμε για επιβολή απόψεων, γιατί αυτή μπορεί να οδηγήσει είτε σε μεγαλύτερη αντίδραση και επίθεση είτε σε αναγκαστική υποταγή. Και στις δυο περιπτώσεις ο έφηβος βιώνει ματαίωση και αδυνατεί να δημιουργήσει τον δικό του δρόμο. Ένα πλαίσιο αξιών, όμως, είναι απαραίτητο γιατί βοηθάει τον νέο να μη χαθεί στα τόσα προσφερόμενα πρότυπα (σύμφωνα με τη συστημική θεωρία, ο πολύ μεγάλος αριθμός αντικρουόμενων πληροφοριών «μπλοκάρει» το σύστημα και αυτό δεν επεξεργάζεται καμία πληροφορία). Το γονεϊκό πλαίσιο αξιών του προφέρει μια βάση για να αντιτεθεί και σε συνδυασμό με την ελευθερία έκφρασης, να δημιουργήσει την δική του ταυτότητα. Οι γονείς από την άλλη δεν θα πρέπει να φοβηθούν να αντιταχθούν στις επιθέσεις και αμφισβητήσεις του νέου, γιατί θα πρέπει να μη ξεχνάνε ότι αυτή η αμφισβήτηση δεν απευθύνεται στους ίδιους σαν πρόσωπα, αλλά στον ρόλο τους ως γονείς.

Η ωριμότητα των γονέων αλλά και η καλή μεταξύ τους σχέση είναι καλοί δείκτες της ανεξαρτητοποίησης του παιδιού τους. Συχνά σε περιόδους κρίσης, η ενότητα του ζευγαριού στηρίζεται στην ύπαρξη και τη φροντίδα του παιδιού τους. Έτσι η αυτονόμηση του παιδιού αναπόφευκτα φέρνει τους συντρόφους αντιμέτωπους με μια νέα πραγματικότητα στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται αυτός ο «απορροφητήρας κρίσεων». Προκειμένου να αποφευχθεί η διάλυση της οικογένειας το παιδί μπορεί να αναβάλλει επ’ αόριστον την ανεξαρτητοποίηση του. Για παράδειγμα, σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να το παιδί να εκδηλώσει κάποια διατροφική διαταραχή (σύνηθες φαινόμενο στην εφηβική ηλικία) για να έχει πάντα ανάγκη τη μητέρα – τροφό.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι έφηβοι στο τελευταίο στάδιο παραμονής τους στην πατρική οικογένεια έχουν ανάγκη από όρια, καθοδήγηση αλλά και ελευθερία λόγου και σκέψης έτσι ώστε να διαμορφώσουν την δική τους ταυτότητα. Έχουν ανάγκη από ένα ισχυρό πρότυπο με το οποίο θα παλέψουν για να μπορέσουν να βρουν τον δικό τους δρόμο. Αυτό το πρότυπο μπορούν να τους το προσφέρουν μόνο γονείς ώριμοι, με δικές τους αξίες και αρχές, που θέλουν πραγματικά να προσφέρουν έναν ευτυχισμένο και ανεξάρτητο άνθρωπο στην κοινωνία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Παπαδιώτη – Αθανασίου Β. Οικογένεια και όρια Συστημική προσέγγιση, 2006 Εκδ. Ελληνικά Γράμματα

Αλεξία Ζήση

Ψυχολόγος - Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πιστοποιημένη κάτοχος EuroPsy

M.Sc. Ερευνητικές Μέθοδοι Ψυχολογίας (Lancaster University)

B.A. Ψυχολογίας (Deree College και Ε.Κ.Π.Α.)

Σελίδα 1 από 5

Επικοινωνία

Βασιλίσσης Σοφίας 54

Ιλίσια / Αθήνα

Τ: +30 210 72 22 214
F: +30 210 72 22 282

email: [email protected], [email protected]