Ο όρος αυτοεκτίμηση είναι ζωτικής σημασίας για κάθε άνθρωπο, καθώς συντελεί στην εξασφάλιση της ψυχικής μας ισορροπίας.

Η ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας διαμορφώνει τα ενδιαφέροντα, τις προσπάθειες και τις κινήσεις μας. Συνεπώς, η στάση μας απέναντι στους άλλους ανθρώπους καθορίζεται από την ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας.

Τι είναι η αυτοεκτίμηση;

Είναι η συναίσθηση της ικανότητάς μας να ανταποκρινόμαστε ικανοποιητικά στις απαιτήσεις της καθημερινότητας και η επίγνωση της σημαντικότητάς μας ως ιδιαίτερο & ξεχωριστό πρόσωπο.

Από πότε αναπτύσσεται η αυτοεκτίμηση;

Η ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης είναι μια συνεχής διαδικασία που ξεκινά από τη βρεφική κιόλας ηλικία κι εξελίσσεται στην παιδική, εφηβική και ενήλικη ζωή.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης διαδραματίζει αρχικά η οικογένεια. Έπεται το σχολείο και οι ομάδες συνομήλικων.

Το πρώτο έτος της ζωής του παιδιού είναι ιδιαίτερα κρίσιμο στην ανάπτυξη της αίσθησης του εαυτού. Το βρέφος ξεχωρίζει πλέον τον εαυτό του από τη μητέρα του ως μια οντότητα αυτόνομη, η οποία μπορεί να λειτουργεί ακόμα κι όταν η μητέρα του είναι απούσα. Η ικανοποίηση των βασικών αναγκών του βρέφους οικοδομούν την αρχική του αυτοεκτίμηση.

Επόμενος σημαντικός σταθμός στη διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης αποτελεί η παιδική ηλικία, όπου ενθαρρύνεται η ανάληψη πρωτοβουλιών, η αίσθηση της αποτελεσματικότητας και της ικανότητας επίλυσης προβλημάτων που θα το οδηγήσουν σταδιακά προς την αυτονομία.

Στην εφηβεία, αξίζει να διαφοροποιήσουμε τη χαμηλή αυτοεκτίμηση από τις φυσιολογικές ανασφάλειες & αμφιβολίες των εφήβων, στην προσπάθεια αναζήτησης προσωπικής ταυτότητας.

Χαρακτηριστικά παιδιών με χαμηλή αυτοεκτίμηση

  • Αυτοαναφορά με αρνητικούς χαρακτηρισμούς.
  • Εστιασμός στην αρνητική διάθεση.
  • Ενάσκηση σκληρής κριτικής.
  • Φτωχές σχολικές επιδόσεις.
  • Κοινωνικές δυσκολίες.
  • Δυσκολία στην προσαρμογή.
  • Αποφυγή προκλήσεων & ανάληψη ευθυνών.
  • Κοινωνικές δυσκολίες.
  • Αίσθηση αδυναμίας, υπερευαισθησίας, υπερβολικού άγχους.
  • Υποχωρητικότητα, παθητικότητα, ανάγκη επιβεβαίωσης.
  • Χαμηλή ανοχή στη ματαίωση.
  • Αναπάντεχες εκρηκτικές συμπεριφορές.
  • Υιοθέτηση παραβατικών συμπεριφορών.

Χαρακτηριστικά παιδιών με υψηλή αυτοεκτίμηση

  • Χαρά στην επαφή με τους άλλους.
  • Μπορούν να ζητάνε βοήθεια.
  • Εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις, τις σκέψεις & τα συναισθήματά τους.
  • Άνεση σε ατομικές & ομαδικές δραστηριότητες.
  • Αναλαμβάνουν ρίσκα  & έχουν καλή προσαρμοστικότητα.
  • Αντέχουν την «αποτυχία».
  • Επιτυγχάνουν τους στόχους τους.
  • Αντιμετωπίζουν τα προβλήματα με σθένος & πείσμα, προσπαθώντας να βρουν λύσεις.
  • Διαθέτουν αποφασιστικότητα & είναι ανοιχτά στις προκλήσεις.
  • Αναλαμβάνουν την ευθύνη τους.
  • Αισθάνονται ασφαλή.
  • Είναι ευτυχισμένα.

Ιδέες & τρόποι για ενίσχυση της αυτοεκτίμησης του παιδιού μας:

  • Δώστε επιλογές.
  • Κρατήστε τους φόβους σας «υπό έλεγχο» & μη γίνεστε υπερπροστατευτικοί.
  • Θέστε όρια και καθοδηγήστε το.
  • Δώστε του υπευθυνότητες και συμπεριλάβετέ το σε καθημερινές απλές οικογενειακές αποφάσεις.
  • Μάθετε στο παιδί ότι κανείς δεν είναι τέλειος.
  • Μην το συγκρίνετε.
  • Νιώστε υπερήφανοι γι’ αυτό & βοηθήστε το να νιώθει μοναδικός, χωρίς όμως να υπερβάλλετε και στα λεγόμενά σας.
  • Εμπιστευτείτε το.
  • Ενισχύστε τα ταλέντα του.
  • Αποφύγετε τα αρνητικά σχόλια για την επίδοσή του.
  • Ενθαρρύνετε, όταν δυσκολεύεται.
  • Χαρακτηρίστε τη συμπεριφορά του κι όχι το ίδιο το παιδί.
  • Δώστε προσοχή στα λεγόμενά του και ενθαρρύνετέ το να εκφράζει τις απόψεις του.
  • Προτρέψτε το να πειραματιστεί με διάφορα χόμπι και δραστηριότητες.
  • Διευκολύνετε τη δημιουργία κοινωνικών/φιλικών σχέσεων.

Θυμηθείτε ότι

Εσείς, ως γονείς, αποτελείτε τη βασική του αναφορά και είστε ό, τι πολυτιμότερο έχει στη ζωή του. Επομένως, η δική σας συμπεριφορά είναι πολύ σημαντική για την διαμόρφωση της δικής του, για την καλλιέργεια του συναισθήματός του και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.

Ας βοηθήσουμε το παιδί μας να δεχθεί τα προτερήματα και τις αδυναμίες του, να ανακαλύψει τη μοναδικότητά του και να την αγαπήσει!

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Εκφράζοντας τα συναισθήματα που συνδέονται με την απώλεια 

Τα μικρά παιδιά δεν μπορούν να διακρίνουν τί ακριβώς νιώθουν και, συχνά, δεν μπορούν να το εκφράσουν. Μερικοί από τους τρόπους που εκδηλώνουν τον θρήνο τους είναι:

  • Σωματικές ενοχλήσεις, πχ. στομαχόπονοι ή πονοκέφαλοι
  • Προβλήματα στον ύπνο, εφιάλτες
  • Προβλήματα στις διατροφικές τους συνήθειες, πχ. τρώνε υπερβολικά πολύ ή υπερβολικά λίγο
  • Καταστροφικότητα
  • Παλινδρόμηση σε συμπεριφορές και συνήθειες προηγούμενων ηλικιών κι εξελικτικών σταδίων
  • Επίμονο, επαναλαμβανόμενο παιχνίδι
  • Επιθετικό παιχνίδι
  • Αδυναμία συγκέντρωσης
  • Προβλήματα με τα σχολικά καθήκοντα
  • Εκνευρισμός χωρίς σοβαρό ή προφανή λόγο
  • Κακή συμπεριφορά προς τους άλλους
  • «Κλείνουν τον διακόπτη», κάνουν σα να μην έχουν αφομοιώσει τί έχει συμβεί
  • Εκδήλωση συμπεριφορών που ταιριάζουν σε ενήλικους
  • Εκδήλωση φοβιών
  • Θυμός ή επιθετική συμπεριφορά σε φίλους, γονείς και παιχνίδια
  • Εκρήξεις οργής
  • Τάση αυτοενοχοποίησης και αυτοϋποτίμησης
  • Εξιδανίκευση του προσώπου που πέθανε
  • Κλάμα, συχνά χωρίς αιτία
  • Φόβος αποχωρισμού και ενδείξεις εξάρτησης από ενήλικες
  • Σχολική άρνηση, τάσεις φυγής, παραβατικές συμπεριφορές, πχ κλέψιμο

Οι απώλειες αποτελούν ιδιαίτερα στρεσογόνα γεγονότα για τα παιδιά γιατί.... 

  • Πιθανόν οι ενήλικοι της οικογένειας να μην είναι σε θέση να στηρίξουν τα παιδιά, καθώς και οι ίδιοι πλήττονται βαθιά από την απώλεια
  • Προκύπτουν νέες, δύσκολες καταστάσεις στις οποίες καλούνται να ανταποκριθούν, πχ.  νεκρώσιμες τελετές και λειτουργίες, μετακόμιση σπιτιού, κά.
  • Η καθημερινότητά τους διακόπτεται ξαφνικά κι αλλάζει, συχνά, ολοσχερώς
  • Αλλάζει η συμπεριφορά και η λειτουργικότητα των οικείων προσώπων, πχ. δείχνουν θλιμμένοι ή κλαίνε, μπορεί να μην πάνε στη δουλειά, κά.
  • Ενδέχεται να αλλάξουν οι απαιτήσεις προς τα παιδιά, πχ. τους ζητείται να είναι ήσυχα, να μη δημιουργούν προβλήματα και να μην απασχολούν τους ενήλικες που θρηνούν
  • Νιώθουν αβεβαιότητα για το πώς πρέπει να λειτουργήσουν εφεξής
  • Όταν πεθαίνει ο ένας γονιός, το παιδί χρειάζεται επιβεβαίωση ότι δεν θα το εγκαταλείψουν

Σημείωση: Το παιδί μπορεί να επωφεληθεί από εξειδικευμένες υπηρεσίες όταν... 

  • Κάνει λόγο ότι θα ήταν προτιμότερο να είχε πεθάνει ή ότι δεν θέλει να ζει
  • Έχει επίμονες σκέψεις για τον θάνατο
  • Παρουσιάζει παρατεταμένες δυσκολίες συγκέντρωσης και προβλήματα τόσο στην σχολική του επίδοση όσο και στην συμμετοχή του στη σχολική ζωή
  • Το μεγαλύτερο διάστημα είναι θλιμμένο κι αποσύρεται στον εαυτό του
  • Απέχει από το παιχνίδι και τις σχέσεις με τους φίλους του για μεγάλο διάστημα

 

Δήμητρα Πετανίδου

Ψυχολόγος, ΜSc., Ph.D. Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πως Θρηνούν τα Παιδιά και οι Έφηβοι

 

Προσαρμογή στα Ελληνικά από: Parenting SA. (2010). Grief & Loss. Parent Easy Guide 6.South Australia: Department of Health, Government of South Australia

Το να μεγαλώνει κανείς συνιστά μία διαρκή διεργασία αλλαγής που περιλαμβάνει απώλειες αλλά και οφέλη. Για τα παιδιά μικρές αλλαγές κι εμπειρίες όπως η έναρξη του παιδικού σταθμού ή του σχολείου, η αλλαγή τάξης ή δασκάλου, η διανυκτέρευση στο σπίτι ενός φίλου, η απώλεια ενός κατοικίδιου ζώου, φίλου ή συγγενή επιφέρουν νέες προκλήσεις και νέα ερεθίσματα για μάθηση. Ανάλογα με την υποστήριξη που λαμβάνουν για τη διαχείριση των πρώιμων αυτών απωλειών, τα παιδιά μπορούν να μάθουν να ανταπεξέρχονται και να διαχειρίζονται τις απώλειες που θα συμβούν στη διάρκεια της ζωής τους.

Τα παιδιά θρηνούν, ακόμη και σε πρώιμη ηλικία, όχι, όμως, με τον ίδιο τρόπο που θρηνούν οι ενήλικες. Συνηθίζουν να εκφράζουν τον θρήνο τους με λιγότερο άμεσους τρόπους από τους ενήλικες. Τα παιδιά «μπαινοβγαίνουν» στη διεργασία του θρήνου, καθώς μία ημέρα μπορεί να φαίνονται ότι είναι καλά και διαχειρίζονται ικανοποιητικά την απώλεια και την επόμενη να δείχνουν το αντίθετο.

Είναι σύνηθες τα παιδιά να έχουν περισσότερες ανάγκες κατά την περίοδο της απώλειας που συχνά εκφράζονται με τη μορφή επίμονων απαιτήσεων, στην προσπάθειά τους να εκμαιεύσουν πληροφορίες, επιβεβαίωση, φροντίδα, εγγύτητα και υποστήριξη από τους ενήλικες. Η απώλεια ως εμπειρία ζωής επηρεάζει διαφορετικά κάθε παιδί ανάλογα με την ηλικία του, την συναισθηματική του ωριμότητα, τις συνθήκες της απώλειας και την σχέση του με το αντικείμενο της απώλειας. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε ότι κάθε παιδί θρηνεί με τον δικό του τρόπο και να του προσφέρουμε τη βοήθεια που του ταιριάζει.

Πότε θρηνούν τα παιδιά

Πολλές από τις περιστάσεις απώλειας είναι κοινές για παιδιά κι ενήλικες, όπως:

  • Ο θάνατος ή η φυγή του ενός γονέα
  • Το διαζύγιο ή η διάλυση της οικογένειας
  • Η απώλεια ενός φίλου
  • Η απώλεια ενός κατοικίδιου ζώου
  • Η απόκτηση μίας αναπηρίας
  • Η απώλεια λόγω φυσικών καταστροφών, πχ φωτιά, πλημμύρα, σεισμοί
  • Η μετανάστευση
  • Ο θάνατος του παππού / της γιαγιάς
  • Η μετακόμιση σε άλλη γειτονιά ή σπίτι και η αλλαγή του σχολείου
  • Μεγάλοι περίοδοι αποχωρισμού του ενός γονέα
  • Η παραμονή στο νοσοκομείο

Επιπλέον, πολλές φορές τα παιδιά θρηνούν για λόγους που φαίνονται ασήμαντοι για τους ενήλικες, πχ η απώλεια του ανθρώπου που τα φροντίζει στο σπίτι.

Κατανοώντας την απώλεια

Παιδιά προσχολικής ηλικίας

Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας αντιλαμβάνονται μεν την απουσία ενός σημαντικού προσώπου από το περιβάλλον τους, αλλά δεν κατανοούν την οριστικότητα του θανάτου. Η επίδραση της απώλειας ενδέχεται να είναι εντονότερη σε αυτήν την ηλικία καθώς βρίσκονται σε μία σύγχυση για το τί ακριβώς συμβαίνει. Δεν διαχωρίζουν ακόμη πλήρως τί είναι αληθινό και τί όχι και μπορεί να πιστεύουν ότι οι δικές τους σκέψεις ή ευχές επέφεραν την απουσία του συγκεκριμένου ανθρώπου. Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου συνιστά μία οδυνηρή εμπειρία που απαιτεί χρόνο και φροντίδα για να ξεπεραστεί. Κατά κάποιο τρόπο, είναι σα να χάνουν ένα κομμάτι του εαυτού τους.

Τα μικρά παιδιά δεν διαθέτουν το κατάλληλο λεξιλόγιο για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους κι έτσι συχνά εκφράζονται μέσα από την συμπεριφορά τους. Ενδέχεται η συμπεριφορά τους να γίνει πιο εξαρτητική και απαιτητική και να έχουν πρόβλημα στον αποχωρισμό από άλλα αγαπημένα πρόσωπα. Επιπλέον, η συμπεριφορά τους μπορεί να ποικίλλει: τη μια στιγμή μπορεί να είναι θλιμμένα ή να εκδηλώνουν ιδιαίτερη τρυφερότητα και να φροντίζουν άλλα στεναχωρημένα άτομα και την αμέσως επόμενη να θέλουν να επιστρέψουν στο παιχνίδι τους, το οποίο δείχνουν να χαίρονται και να απολαμβάνουν, όπως και πριν την απώλεια.

Παιδιά πρώιμης σχολικής ηλικίας

Τα παιδιά αυτής της ηλικίας αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την οριστικότητα του θανάτου. Αν και σταδιακά κατανοούν ότι ο θάνατος είναι ένα μη αναστρέψιμο γεγονός, τους είναι δύσκολο να αντιληφθούν ότι δεν συμβαίνει μόνο στους άλλους. Μπορεί να εκφράζουν επανειλημμένα απορίες –ακόμη και τις ίδιες-  ή την ανάγκη να ακούνε συχνά την περιγραφή του τί συνέβη στην προσπάθειά τους να αφομοιώσουν το γεγονός. Κάποια παιδιά αισθάνονται υπεύθυνα για τον θάνατο ή τον αποχωρισμό καθώς το αποδίδουν σε κάτι που έκαναν ή σκέφτηκαν, πχ αταξίες, απαγορευμένες πράξεις ή σκέψεις. Ενδέχεται, επίσης, να εκφράσουν ανησυχίες για το μέλλον τους, για παράδειγμα να ανησυχήσουν για το ποιός θα τα φροντίζει ή θα τα βοηθάει στο διάβασμα ή ακόμη να αγωνιούν μήπως χάσουν και τον άλλον γονέα. Έχουν την τάση να μιλούν για τον θάνατο και την απώλεια με κυριολεκτικό τρόπο και συχνά ζητούν να ενημερωθούν για τα «πρακτικά» ζητήματα του γεγονότος, πχ. τί συμβαίνει στο σώμα μετά τον θάνατο. Καθώς στην ηλικία αυτή δεν διαθέτουν ακόμη επαρκές λεξιλόγιο για να περιγράψουν τί σκέφτονται και νιώθουν, εκφράζουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους μεσα από το παιχνίδι και την συμπεριφορά τους.

Παιδιά σχολικής ηλικίας

Ήδη από αυτήν την ηλικία, τα παιδιά κατανοούν όχι μόνο την οριστικότητα αλλά και το αναπόφευκτο του θανάτου για όλα τα ζωντανά πλάσματα, καθώς και τις επιμέρους αιτίες θανάτου, πχ. ατύχημα, σοβαρή αρρώστια, γηρατιά. Αν και διαθέτουν την λεκτική ευχέρεια να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, δεν είναι πάντα διαθέσιμα να το κάνουν. Στην ηλικία αυτή γίνεται ολοένα και λιγότερο πιθανό να ενοχοποιήσουν τον εαυτό τους για την απώλεια, ωστόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να θεωρήσουν υπεύθυνο κάποιον άλλον άνθρωπο ή γεγονός, για παράδειγμα τον άλλον γονέα, έναν καβγά, το διαζύγιο, κ.ά.

Ιδίως στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου τα παιδιά έχουν ξεκάθαρες απόψεις για το σωστό και το λάθος και συχνά σχηματίζουν ισχυρές απόψεις σχετικά με το τί ακριβώς συνέβη και γιατί. Πιθανόν να εκφράσουν απορίες για τη ζωή μετα τον θάνατο και να αναπτύξουν πνευματικές ανησυχίες, παράλληλα με το ενδιαφέρον τους για τις πρακτικές και ρεαλιστικές λεπτομέρειες του συμβάντος.

Όσο μεγαλώνουν, αυξάνεται και η δυνατότητα των παιδιών να μπαίνουν στη θέση του άλλου και να κατανοούν τα συναισθήματά του.

Έφηβοι

Αν και οι έφηβοι θρηνούν με παρόμοιο τρόπο με τους ενήλικες, συχνά διέπονται από εντονότερη δυσφορία λόγω των διακυμάνσεων στη διάθεσή τους που αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα της συγκεκριμένης ηλικιακής περιόδου. Μπορεί να επηρεαστούν βαθιά από την απώλεια μίας σημαντικής σχέσης, το διαζύγιο των γονιών τους ή τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου. Συνήθως κλείνονται στον εαυτό τους και γίνονται σκυθρωποί και κυκλοθυμικοί. Πιθανόν να αναζητήσουν στήριξη από τους φίλους τους, με τους οποίους θα θέλουν να περνούν περισσότερο χρόνο. Ωστόσο, χρειάζεται να ξέρουν ότι σε περίπτωση που το θελήσουν, κάποιος/-α από την οικογένειά τους είναι διαθέσιμος/-η για αυτούς.

Συχνά «μεταμφιέζουν» την θλίψη τους σε θυμό ή αναίτια ξεσπάσματα οργής. Κάποιοι έφηβοι μπορεί να καταφύγουν σε επικίνδυνες ή ακόμη και ακραίες συμπεριφορές -όπως πχ. χρήση ουσιών, παραβατική συμπεριφορά, κ.ά.- και χρήζουν άμεσης υποστήριξης. Άλλοι έφηβοι έχουν την ανάγκη να εκτονώσουν την ενέργειά τους σε έντονες και θορυβώδεις  δραστηριότητες, πχ. να χορέψουν με πολύ δυνατή μουσική ή να εμπλακούν σε έντονη φυσική άσκηση, ενώ άλλοι έχουν την τάση να αποσύρονται στην ησυχία τους, αναζητώντας ψυχική ανακούφιση μέσα από την ποίηση, τη λογοτεχνία ή μοναχικούς περιπάτους.

Σε περίπτωση που η απώλεια αφορούσε ένα πρόσωπο αγαπητό για τον/την έφηβο, ρωτήστε τον έφηβο αν θα ήθελε να κάνει κάτι ιδιαίτερο στη μνήμη του, είτε στο πλαίσιο της τελετής είτε εκτός.

 

Δήμητρα Πετανίδου

Ψυχολόγος, ΜSc., Ph.D. Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Πότε να μιλήσω στο παιδί;

Η κατάλληλη ηλικία συζήτησης με το παιδί μας σχετικά με το σεξ ποικίλει από παιδί σε παιδί. Μιλάμε στο παιδί μας γύρω από το θέμα αυτό, όταν ξεκινήσει αυτό να ρωτά.

Από τον πρώτο χρόνο της ζωής του, το παιδί αγγίζει κι εξερευνά το κάθε τι προκειμένου να εξερευνήσει το περιβάλλον του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποτελεί για εκείνο το σώμα του.

Από τα 3 του χρόνια, όπου ανακαλύπτει το φύλο του, γίνεται περίεργο και για το σώμα των άλλων και με τη βοήθεια του λόγου, ο οποίος έχει γίνει πια παραγωγικός, ξεκινά να εκφράζει απορίες: «Πώς γεννιούνται τα μωρά;», «Γιατί τα γεννητικά όργανα της μαμάς είναι διαφορετικά απ’ του μπαμπά;».

Η στάση των γονέων

Η αντίδραση των γονέων σε τέτοιου είδους ερωτήσεις ποικίλλει. Άλλοι ξαφνιάζονται και δεν ξέρουν τι να απαντήσουν, άλλοι ντρέπονται και αλλάζουν θέμα συζήτησης κ.ο.κ.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει λόγος ντροπής. Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και οι αναζητήσεις τέτοιου τύπου από την πλευρά του παιδιού μας είναι πλέον φυσιολογικά ζητήματα και δε θα έπρεπε να μας ανησυχούν και να μας αναστατώνουν.

Τι λέμε;

  • Ενθαρρύνετε το παιδί να μιλά και να κάνει ερωτήσεις.
  • Χρειάζεται να είμαστε σαφείς κ κατανοητοί. Μιλάμε ειλικρινά κι απλά, προσαρμόζοντας πάντα το λόγο μας στην ηλικία του παιδιού και αποφεύγουμε περιττές λεπτομέρειες, οι οποίες μπορεί να το μπερδέψουν.
  • Οι δύο γονείς πρέπει να κρατούν ίδια στάση, όπως και στα υπόλοιπα θέματα που αφορούν στο παιδί τους.
  • Ακόμα κι αν δεν γνωρίζουμε κάτι, λέμε την αλήθεια και παίρνουμε τον χρόνο μας ώστε να διαβάσουμε σχετικά με το θέμα και φυσικά επανερχόμαστε στο παιδί λύνοντάς του τις απορίες.
  • Δεν αρκεί να μιλήσουμε στο παιδί μας μια φορά για τα θέματα αυτά. Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι μια διαρκής διαδικασία, που εκτείνεται μέχρι την εφηβεία.
  • Προμηθευτείτε βιβλία για γονείς, αλλά και για παιδιά γύρω από το συγκεκριμένο θέμα.

Να θυμάστε ότι:

  • Παραμελώντας τη σεξουαλική αγωγή των παιδιών, ταυτόχρονα αρνούμαστε γνώσεις και δεξιότητες σ’ ένα τομέα που διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή τους.
  • Ακόμα κι αν εμείς ως παιδιά δεν είχαμε τέτοιου είδους συζητήσεις με τους γονείς μας, δε σημαίνει ότι αυτό χρειάζεται να συμβεί και στην περίπτωση του δικού μας παιδιού. Η εποχή μας εξάλλου είναι τόσο διαφορετική από εκείνη των γονιών μας.
  • Αν δεν αναλάβετε ως γονείς να κάνετε τέτοιες συζητήσεις με τα παιδιά σας, κάποιος άλλος θα το κάνει (φίλοι, τηλεόραση, κ.λ.π.). Το περιεχόμενο αυτών των συζητήσεων, όμως, είναι αμφιβόλου ποιότητας και συχνά μπορεί να οδηγήσει το παιδί σε στρεβλωμένες πεποιθήσεις γύρω από το σεξ.
  • Μην ανησυχείτε! Τίποτα δεν μπορεί να πάει τόσο λάθος που να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη. Να έχετε εμπιστοσύνη στο ένστικτο και τη διαίσθησή σας. Μεγαλύτερο πρόβλημα μπορεί να δημιουργηθεί στην περίπτωση που δε μιλάτε με το παιδί σας.
  • Η στάση και τα λόγια σας διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εικόνα των παιδιών για τα δύο φύλα.
  • Το όφελος από την σεξουαλική αγωγή του παιδιού είναι τεράστιο, διότι, εκτός από τον προσανατολισμό που του παρέχετε, το βοηθάτε στη συναισθηματική του ανάπτυξη, αποκτά σεβασμό στον εαυτό του, εμπιστοσύνη σε σας, σωστή και υγιή στάση απέναντι στη σεξουαλικότητα.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Συνεργάτης του Ψυχοθεραπευτικού Κέντρου – Πολυχώρου Animus Corpus

Η επικοινωνία μέσω του λόγου, οι λέξεις που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε, η ταχύτητα και η ένταση με την οποία μιλάμε, η στάση, η κίνηση ή η ακινησία του σώματός μας, οι χειρονομίες και οι εκφράσεις του προσώπου μας μπορεί να αποτελέσουν «γέφυρες» ή και «τείχη» που χτίζονται ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους, όταν αλληλεπιδρούμε. Ο τρόπος που επικοινωνούμε μπορεί να δημιουργεί ένα κλίμα συμπάθειας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό μας, άνεσης ή αμηχανίας, συναισθηματικής εγγύτητας ή απόστασης με τους γύρω μας, σαφήνειας ή ασάφειας, ασφάλειας και εμπιστοσύνης ή σύγχυσης και δυσπιστίας. Όλα τα ανωτέρω είναι πολύ προσωπικά στοιχεία που διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο λόγω της προσωπικής, αλλά και της κοινωνικο - πολιτισμικής του ιστορίας, συστήνουν και συντείνουν σ’ ένα μεγάλο μέρος (σ)το ποιοι είμαστε.

Στο παρόν άρθρο, ο πυρήνας του οποίου έχει ξεκινήσει να σχηματίζεται χρόνια πριν στους χώρους εκπαίδευσής μου και με αφορμή την παρατήρηση στους χώρους δουλειάς, θα γίνει μία προσπάθεια παράθεσης συγκεκριμένων παραδειγμάτων λειτουργικότερης επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μας, με στόχο τις πιο απολαυστικές σχέσεις στη ζωή μας.

(Σημείωση: Το παρακάτω κείμενο αποτελεί το δεύτερο μέρος ενός ευρύτερου άρθρου).

Ενισχύοντας την εξωλεκτική επικοινωνία – ..αποφεύγοντας το διπλό μήνυμα!

Ένας απλός τρόπος ώστε να λάβει ο συνομιλητής μας το μήνυμα ότι τον προσέχουμε, τον ακούμε και δεν αδιαφορούμε ή δεν τον υποτιμούμε, είναι να διατηρούμε τη βλεμματική επαφή μαζί του, για όσο διαρκεί ο διάλογος. Ακόμη και όταν απλά μας χαιρετά ή μας ρωτά κάτι σύντομα κάποιος, καλό είναι να γυρίσουμε προς το μέρος του και να του απαντήσουμε, κοιτάζοντάς τον. Ορισμένες φορές μπορεί να απαντάμε σε κάποιον (= μήνυμα πως τον παρακολουθούμε, νιώθουμε καλά που είμαστε μαζί του και τον προσέχουμε), αλλά παράλληλα να ασχολούμαστε και με κάτι άλλο (π.χ. να βλέπουμε τηλεόραση, να γράφουμε, να κάνουμε δουλειές στο σπίτι κ.τ.λ.) και να μην τον κοιτάζουμε (= μήνυμα πως αδιαφορούμε ή μας κουράζει να μιλήσουμε μαζί του ή έχουμε κάτι σημαντικότερο ν’ ασχοληθούμε κ.τ.λ.). Η βλεμματική επαφή ωστόσο, δεν είναι ο μόνος τρόπος να δείξουμε σεβασμό στο διάλογο με τον συνομιλητή μας. Μπορούμε να δείχνουμε κατανόηση σε κάποιον από τον τόνο της φωνής μας, τη στάση του σώματος, τις εκφράσεις του προσώπου μας. Σε όλα τα ανωτέρω παίζει φυσικά σημαντικό ρόλο, το είδος της σχέσης με τον άλλο. Εννοώντας πως σε μία συντροφική η στενά φιλική σχέση, το να συνομιλούμε, αλλά και παράλληλα να κάνουμε κάποιες δουλειές στο σπίτι μπορεί να αντανακλά τη συναισθηματική εγγύτητα και την άνεση που έχω με τον άλλο.

Αδιέξοδος διάλογος…:

Ο αδιέξοδος διάλογος ναι μεν μπορεί να εκτονώνει ένταση (!), υπό την έννοια της «ανταλλαγής πυρών», αν ωστόσο συζητάμε για κάποιο σκοπό, δηλαδή, για να κατανοήσουμε τον άλλο, για να επιλύσουμε μία σύγκρουση καλό είναι να αποφεύγουμε συνειδητά να απαντούμε στους άλλους με ερώτηση!

Παράδειγμα:

(Ε.): «Δε μ’ αγαπάς;..».

(Π):  «Γιατί σου είπα εγώ ότι δε σ’ αγαπάω;».

Ορισμένες πιθανές εξελίξεις του περιστατικού αυτού μπορεί να είναι:

α)     Η διακοπή της επικοινωνίας,

β)     η δημιουργία εντύπωσης στον Ε πως είμαστε επιθετικοί απέναντί του μέσω λανθάνουσας («υπόγειας») επίπληξης, ειδικά εάν ο τόνος της φωνής μας εντείνει κάτι τέτοιο,

γ)     η επόμενη ερώτηση του Ε μπορεί να είναι π.χ. «γιατί σου είπα, πως μου είπες πως δε μ’ αγαπάς» (αδιέξοδος διάλογος)!!!

Εκείνη τη στιγμή ο Ε με αυτή τη φράση προφανώς προσπαθεί να μας πει κάτι άλλο… π.χ. μπορεί να προσπαθεί να μας επικοινωνήσει τη μοναξιά του …

Γενικά όταν μιλάμε ή απαντάμε καλό είναι:

1.  Να είμαστε ακριβείς και περιγραφικοί σε αυτό που λέμε (Χάιντς, 2000), χωρίς να γενικεύουμε (αποφεύγουμε δηλ. φράσεις τύπου «πάντα απρόσεκτός είσαι». Αντίθετα, μπορούμε να πούμε στον άλλο «προτείνω να κάνεις πιο αργές κινήσεις, όταν σερβίρεις...»),

2.  Να διατυπώνουμε τις σκέψεις μας με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι εμφανές ότι πρόκειται για τη δική μας, την προσωπική μας δηλαδή, άποψη ή εντύπωση (Χάιντς, 2000). Δηλαδή, «πιστεύω πως αυτή η μπλούζα δεν πάει με αυτό το παντελόνι» και όχι: «δεν έχεις γούστο», «αυτά τα ρούχα δεν πάνε» ή «τι έβαλες πάλι;» κ.τ.λ.

3.   Να αποφεύγουμε τους χαρακτηρισμούς (π.χ. είσαι “περίεργη”).

4.  Να είμαστε σίγουροι και ξεκάθαροι μέσα μας γι’ αυτό που θέλουμε να πούμε στον άλλο ή γι’ αυτό που του ζητάμε (Χάιντς, 2000) και επίσης να αξιολογούμε αν αυτό που απευθύνουμε ανταποκρίνεται στο επίπεδο, στο είδος και στη φάση της σχέσης που έχουμε με τον άλλο.

5.  Να φροντίζουμε τα λεγόμενά μας να περιλαμβάνουν το πώς νιώθουμε, αλλά και να δείχνουν πως κατανοούμε την άποψη ή τη θέση του άλλου. Παράδειγμα: «Καταλαβαίνω πως θέλεις τα λεφτά σου τώρα, αλλά δε μου είναι ευχάριστο με το που μπαίνω σπίτι ν’ ακούω παράπονα. Χρειάζομαι πρώτα λίγη ξεκούραση και φαγητό και θα συζητήσουμε σε μισή ώρα αυτό που θες».

Ανάγκη για τρυφερότητα, νοιάξιμο, συναισθηματική ασφάλεια.

Το συναισθηματικό μέρος της επικοινωνίας συνήθως μεταφέρεται μέσω της μη λεκτικής οδού (Παππά, 2013), δηλαδή της εξωλεκτικής και παραγλωσσικής επικοινωνίας μας (τόνος και ένταση φωνής, ταχύτητα του λόγου, στάση σώματος, εκφράσεις του προσώπου κ.τ.λ.) και όχι μέσω των λεγομένων μας. Μία / Ένας σύντροφος για παράδειγμα, που διαβεβαιώνει την / τον σύντροφό του πως την αγαπά, την επιθυμεί ερωτικά κ.τ.λ., αλλά π.χ. σπάνια την αγκαλιάζει, την ακουμπά, τη χαϊδεύει, θα γίνει λιγότερα πιστευτός για το συναίσθημά του από έναν σύντροφο που την αγκαλιάζει συχνά, τη χαϊδεύει, την προσεγγίζει ερωτικά κ.τ.λ.

Ο Mehrabian θεωρεί πως η συνολική επίδραση ενός μηνύματος είναι 7% λεκτική, 38% φωνητική και 55% μη λεκτική. Τα μη λεκτικά μηνύματα είναι περισσότερο αξιόπιστα, γιατί είναι κυρίως ασυνείδητα και μη ελεγχόμενα. Τα μη λεκτικά μέσα που κάποιος διαθέτει είναι εγγενή και οικουμενικά, ωστόσο καθορίζονται από τον πολιτισμό και γι’ αυτό μπορεί να διαφοροποιούνται από χώρα σε χώρα (Παππά, 2013).

Οι σχέσεις γονιού παιδιού και συντρόφων είναι σχέσεις που καθορίζονται ιδιαίτερα από το κομμάτι της μη λεκτικής επικοινωνίας και σχέσεις που χρειάζονται τη συναισθηματική ασφάλεια και την έκφραση της τρυφερότητας. Όταν ένα 2χρονο παιδί π.χ. πέφτει και χτυπά, έχει ανάγκη για να ανακουφιστεί και να νιώσει ασφάλεια την άμεση, ήρεμη και εγκάρδια αγκαλιά ως ένδειξη παρηγοριάς, συμπόνιας και «συναισθηματικού κρατήματος» από τον γονιό.

Ας φροντίσουμε λοιπόν την επικοινωνία μας, όπως θα θέλαμε να μας την έχουν φροντίσει και όσο φροντισμένα θέλουμε να τη δεχόμαστε στο εξής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
  • Χάιντς, Ε. (2000). Συζυγική θεραπεία: Τρόποι βελτίωσης της συζυγικής επικοινωνίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. 

Ελένη Τζίκου

Ψυχολόγος

Ειδίκευση στις Χοροθεραπευτικές Παρεμβάσεις

Εκπαίδευση στην Οικογενειακή Θεραπεία

 Η διακοπή της πάνας είναι μια διαδικασία, η οποία αγχώνει συχνά τους γονείς. Έτσι, αναζητούν συχνά συμβουλές από παιδιάτρους, δασκάλους και ειδικούς γύρω από το θέμα αυτό, ειδικά όταν τα παιδιά τους έχουν ξεπεράσει την ηλικία των 2 ετών.

Ποια είναι η σωστή ηλικία για τη διακοπή της πάνας;

Ανάμεσα στις ηλικίες 18-30 μηνών τα περισσότερα παιδιά είναι σε θέση να ελέγξουν τους σφιγκτήρες τους (να μπορούν δηλαδή να «κρατήσουν» τα κακά και τα τσίσα τους). Ωστόσο πέρα από τη νευρολογική ετοιμότητα, πολύ σημαντική είναι και η ψυχολογική ετοιμότητα των παιδιών. Γι’ αυτό το λόγο οι γονείς πρέπει να μπορούν να «αφουγκραστούν» το παιδί τους και το ρυθμό του, χωρίς να το πιέζουν. Εάν ένα παιδί είναι αρνητικό σε αυτή τη διαδικασία είναι καλό να μην το πιέσουμε, αλλά να περιμένουμε λίγους μήνες ακόμα, ώστε να είναι έτοιμο.

Είναι το παιδί μου έτοιμο;

Κάποια σημάδια ότι το παιδί μας είναι έτοιμο να απαλλαχθεί από την πάνα είναι τα εξής:

  • Μένει στεγνό για αρκετές ώρες, παρόλο που φοράει την πάνα του.
  • Μπορεί να ακολουθήσει απλές εντολές.
  • Δυσανασχετεί όταν η πάνα του είναι λερωμένη (λεκτικά ή με εκφράσεις του προσώπου).
  • Δείχνει ενδιαφέρον για την τουαλέτα.
  • Ζητά να φορέσει βρακάκι.
  • Ζητά να ουρήσει στην τουαλέτα.

Η μετάβαση…

  • Αγοράστε με το παιδί σας ένα γιογιό ή αν εκείνο δεν το επιθυμεί, αγοράστε ένα στεφάνι για την τουαλέτα, καθώς και ένα μικρό σκαλοπατάκι.
  • Ενθαρρύνετέ το να καθίσει στην τουαλέτα/γιογιό.
  • Δείξτε του τη διαδικασία που ακολουθούμε στην τουαλέτα (αυτοεξυπηρέτηση & κανόνες υγιεινής).
  • Αγοράστε βρακάκια που του αρέσουν.
  • Μην το τιμωρείτε και μην αναστατώνεστε σε τυχόν ατυχήματα. Είναι αναμενόμενο πως θα συμβούν. Μιλάμε στο παιδί ήρεμα και του εξηγούμε πως δεν πειράζει και πως την επόμενη φορά θα τα καταφέρει.
  • Όταν αποφασίσετε να ξεκινήσετε την διακοπή της πάνας, πρέπει να είστε συνεπείς και σταθεροί. Μην μπερδέψετε το παιδί φορώντας του τη μια μέρα πάνα και την επόμενη όχι.
  • Οπλιστείτε με υπομονή κι επιμονή και σκεφτείτε ότι είναι μια διαδικασία ιδιαίτερη για το παιδί σας, η οποία οδηγεί προς την αυτονόμησή του.
  • Η διακοπή της πάνας το βράδυ ή στον μεσημεριανό ύπνο γίνεται σταδιακά, αφού πρώτα έχει κατακτηθεί η διακοπή της κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Η επικοινωνία μέσω του λόγου, οι λέξεις που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε, η ταχύτητα και η ένταση με την οποία μιλάμε, η στάση, η κίνηση ή η ακινησία του σώματός μας, οι χειρονομίες και οι εκφράσεις του προσώπου μας μπορεί να αποτελέσουν «γέφυρες» ή και «τείχη» που χτίζονται ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους, όταν αλληλεπιδρούμε. Ο τρόπος που επικοινωνούμε μπορεί να δημιουργεί ένα κλίμα συμπάθειας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό μας, άνεσης ή αμηχανίας, συναισθηματικής εγγύτητας ή απόστασης με τους γύρω μας, σαφήνειας ή ασάφειας, ασφάλειας και εμπιστοσύνης ή σύγχυσης και δυσπιστίας.  Όλα τα ανωτέρω είναι πολύ προσωπικά στοιχεία που διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο λόγω της προσωπικής, αλλά και της κοινωνικο-πολιτισμικής του ιστορίας, συστήνουν και συντείνουν σ’ ένα μεγάλο μέρος (σ)το ποιοι είμαστε.

Στο παρόν άρθρο (α' μέρος), ο πυρήνας του οποίου έχει ξεκινήσει να σχηματίζεται χρόνια πριν στους χώρους εκπαίδευσής μου και με αφορμή την παρατήρηση στους χώρους δουλειάς, θα γίνει μία προσπάθεια παράθεσης συγκεκριμένων παραδειγμάτων λειτουργικότερης επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μας, δίνοντας έμφαση στα παιδιά, με στόχο τις πιο απολαυστικές σχέσεις στη ζωή μας.

1. Κατά λάθος

Πολλές φορές, στην καθημερινή μας επικοινωνία με τους ανθρώπους, χρησιμοποιούμε ορισμένες εκφράσεις που δεν ανταποκρίνονται στην κυριολεκτική τους σημασία. Για παράδειγμα -από συνήθεια ή μιμούμενοι ή άθελά μας– μπορεί να απευθυνόμαστε σ’ ένα άτομο και το «μήνυμα» που του μεταδίδουμε να είναι σαν να απευθυνόμαστε σ’ ένα αντικείμενο, υποτιμώντας την αξία του, ως άτομο ή θέτοντας τον σε μία εξαρτητική -σε σχέση με εμάς- θέση ή δημιουργώντας μία εξουσιαστική συνθήκη. Παρακάτω παρατίθενται ενδεικτικά ορισμένα τέτοια παραδείγματα:

Αποπροσανατολιστικό μήνυμα Επιθυμητό μήνυμα
«Την έστειλα» να πάρει εφημερίδα «Της ζήτησα» να πάρει εφημερίδα
«Την κατέβασα» κάτω «Κατεβήκαμε» κάτω
«Σε πήρα» μαζί μου «Πήγαμε» μαζί
«Τους πήρα» βόλτα «Βγήκαμε» βόλτα
«Λες ψέματα» «Διαφωνώ» ή «πιστεύω πως αυτό δεν έγινε έτσι»

 Το τι μήνυμα στέλνουμε επηρεάζει κατά πολύ το τι μήνυμα λαμβάνουμε! Αν στείλω ένα απαξιωματικό μήνυμα ίσως λάβω πίσω ένα επιθετικό ή αμυντικό μήνυμα. Η συνεπής λεκτική και εξωλεκτική έκφραση αυτού που θέλω να πω και να δείξω, μειώνει την προσωπική συναισθηματική ένταση, αλλά επίσης καθιστά και πιο ξεκάθαρο το να αξιολογήσω αυτό (την απόκριση /το μήνυμα) που θα λάβω πίσω.

2.  Όταν οι άλλοι καλούνται να κάνουν τις «δουλειές» μας…

Ορισμένες φορές αναθέτουμε στους άλλους (στους φίλους, στους μαθητές, στα παιδιά μας, στους λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας, στο σύντροφό μας) να κάνουν ορισμένες δραστηριότητες, που δεν τους αφορούν και δη προς όφελός μας ή μόνο για τη δική μας εξυπηρέτηση και ευχαρίστηση. Για παράδειγμα:

α) μπορεί να ζητήσουμε να μας φτιάξει κάποιος /-α ένα ρόφημα (χωρίς να διερευνήσουμε π.χ. αν το επιθυμεί), β) να μας αγοράσει κάτι χωρίς ο ίδιος να έχει βγει για δικά του ψώνια, γ) να καλέσουν οι νεότεροι συνάδελφοι κάποιο μέλος του προσωπικού στη δουλειά που θέλουμε να του πούμε κάτι ή δ) αντί να πούμε εμείς σε κάποιον /-α ότι τον /την ζητούν στο τηλέφωνο που σηκώσαμε, λέμε σε κάποιον άλλο να του/ της το πει (το είπαμε στο σκύλο μας κι εκείνος στην ουρά του!) ε) μεταφέρουμε κάποιο μήνυμα στο παιδί μας για να το πει στον άλλο γονιό («πες στη μάνα σου»). Όλα τα παραπάνω αφορούν δραστηριότητες που σχετίζονται με την επικοινωνία των μελών ενός συστήματος (π.χ. οικογενειακού, εργασιακού κ.τ.λ.).

Ο κάθε ένας από εμάς οφείλει (υπό την έννοια ότι του αναλογεί η προσωπική ευθύνη) να αναρωτηθεί πριν δράσει ή ζητήσει κάτι, κατά πόσο και σε τί επίπεδο η εμπλοκή ενός άλλου ανθρώπου σε ένα θέμα ή σε μία δράση τον αφορά, του αρμόζει ή τον ωφελεί.

Αν μία παρόμοια κατάσταση «αναζήτησης θελημάτων» παγιωθεί, ο άλλος τίθεται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με εμάς, βάσει της οποίας μας “επιτρέπεται” να του αναθέτουμε τις «δουλειές» μας. Είναι πιθανό για παράδειγμα, στο μέλλον ο άνθρωπος αυτός να μας ρωτά: «θες να σου πάρω τίποτα από το περίπτερο;», «θες κάτι να φας;» κ.τ.λ. χωρίς να του ζητείται καν, μιας και αυτός ο τρόπος πλέον μπορεί να είναι ο μόνος που νιώθει σημαντικός για εμάς! Όταν κάτι τέτοιο γίνει και οι ρόλοι παγιωθούν (στο συγκεκριμένο παράδειγμα οι ρόλοι αφορούν σε «αυτόν που ζητά» και σε «αυτόν που εξυπηρετεί») η σχέση μπορεί να «βαλτώσει» δηλ. οι δύο αυτοί άνθρωποι υπάρχει περίπτωση να αδυνατούν να σχετιστούν διαφορετικά. Η σχέση που βαλτώνει συχνά δεν επιτρέπει πιο ισότιμους ρόλους που να εναλλάσσονται.

Χρειάζεται προσοχή να μη γενικεύσουμε τα παραπάνω με αποτέλεσμα να μην ενθαρρύνουμε καθόλου την επικοινωνία π.χ. με τα παιδιά μας ή με τα αδέλφια μεταξύ τους. Χρειάζεται συχνά να συνυπολογίζουμε το ύφος μας και τη στιγμή που λέμε κάτι. Π.χ. μπορούμε να δώσουμε την οδηγία (και όχι την εντολή) να βοηθήσει ένα παιδί τον αδελφό του στη μεταφορά ενός αντικειμένου. Επίσης, μπορούμε να τον ενθαρρύνουμε να είναι ευγενικός και π.χ. να ρωτήσει τους καλεσμένους μιας οικογένειας ή κάποιο μέλος της οικογένειας αν χρειάζεται κάτι από το περίπτερο, με την ευκαιρία που βγαίνει έξω για δική του αγορά.

3.  Όταν τα παιδιά, μας επιτίθενται λεκτικά…

Α.  Όταν δεν υπάρχει προφανής λόγος για την επίθεση αυτή και τα παιδιά είναι αρκετά μικρά:

i)   καλό είναι να μη την ενισχύουμε. Ενίσχυση μπορεί να είναι ο διάλογος εκείνη τη στιγμή ή να είναι η ανταπάντησή μας [έτσι «παίζουμε (με) το παιχνίδι του»]:

•   Καλό είναι να αποφεύγουμε να μιλάμε κι εμείς με προκλητικές εκφράσεις και με εριστικό ύφος του τύπου: «Άλλες βρισιές δεν ξέρεις;»

•   Καλό είναι επίσης, τη στιγμή της έντασης να ζητάμε από το παιδί μας ένα πράγμα τη φορά ή τη στιγμή εκείνη, όχι π.χ. και να μη βρίζει και να πάει στο δωμάτιό του και να φορέσει τα παπούτσια του/ της κ.τ.λ.

ii) τις περισσότερες φορές καλό είναι να αδιαφορούμε για την προκλητική αυτή συμπεριφορά –όχι για το άτομο- αποστρέφοντας ακόμη και το βλέμμα μας (να μην τον /την κοιτάμε). Ίσως να χρειαστεί ακόμη και να αποχωρήσουμε από το χώρο που βρίσκεται το άτομο που βρίζει, όταν αυτό είναι εφικτό και ασφαλές. Έτσι, προστατεύουμε αρχικά τον εαυτό μας και την ψυχική μας ηρεμία και του δείχνουμε έμπρακτα -και όχι με λεκτική παρατήρηση που μπορεί να κουράζει- πως αυτή η συμπεριφορά μας ενοχλεί πραγματικά και του το δείχνουμε.

Β.  Όταν υπάρχει σε εμάς προφανής λόγος για τη λεκτική επιθετικότητα ή πιστεύουμε πως κάτι έχει ενοχλήσει το άτομο, καλό είναι να διερευνήσουμε εκείνη τη στιγμή τους λόγους του εκνευρισμού του, ρωτώντας π.χ. «τι συμβαίνει;», αλλά παράλληλα, καθιστούμε σαφές πώς δε θέλουμε να μας απευθύνεται το παιδί μας βρίζοντας. Η κουβέντα από μόνη της ίσως να αποφορτίσει την ένταση και να μας δώσει στοιχεία για το τι ενοχλεί τον γιο ή την κόρη μας και ανάλογα να παρέμβουμε. Για παράδειγμα, να χαμηλώσουμε την ένταση της τηλεόρασης, να του δώσουμε τα χρήματα της εβδομάδας, να σταματήσουμε να φωνάζουμε μπροστά του /της κ.τ.λ.

Σχεδόν πάντα –και στις 2 παραπάνω περιπτώσεις- φαίνεται αποτελεσματική η δική μας ψυχραιμία. Μιλάμε δηλαδή, με ήπιο και σταθερό τόνο στη φωνή μας, όντας σε τέτοια απόσταση από τον άλλο που να μη νιώθει απειλή ή φόβο και δίχως να του μεταβιβάζουμε τον πανικό ή την αγανάκτησή μας. Δεν ξεχνάμε δε πως τα παιδιά μας, μιμούνται εμάς: αν εμείς ως ενήλικες γονείς βρίζουμε ως μέσο επίλυσης των διαφορών μας ή ως έκφραση του θυμού μας ή ακόμη και για ψύλλου πήδημα, το να ζητάμε από τα παιδιά μας να μην το κάνουν φαίνεται στα μάτια τους τουλάχιστον ασυνεπές και υποκριτικό.

4.  Όταν απευθυνόμαστε στα παιδιά μας…

Γενικά όταν δίνουμε κάποια οδηγία στον γιο /στην κόρη μας ή όταν του/ της απευθυνόμαστε είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούμε ολοκληρωμένες προτάσεις και όχι ελλιπείς λέγοντας: Μαρία, μπάνιο ή σφουγγάρισμα κ.τ.λ.!! Χρησιμοποιώντας ολοκληρωμένες προτάσεις:

α) προάγουμε την εκπαίδευση στον επικοινωνιακό λόγο (ακόμη και για τα παιδιά που δεν έχουν ανεπτυγμένο λόγο εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας τους ή λόγω κάποιας ψυχοκινητικής δυσκολίας),

β) διατηρούμε το υγιές πρότυπο συμπεριφοράς,

γ) αποφεύγουμε να υποδεικνύουμε με ύφος εντολής στο παιδί μας τι να κάνει,

δ) αποφεύγουμε την παρεξήγηση στα λεγόμενα μας.

Άλλωστε, αν το σκεφτούμε καλύτερα η πρόταση «Γιώργο, σφουγγάρισμα» δε σημαίνει κάτι συγκεκριμένο και εύκολα ο κάθε ένας μπορεί να το εκλάβει διαφορετικά. Ειδικά στους ανθρώπους που έχουν κάποια ψυχική, νοητική ή αναπτυξιακή διαταραχή, ο λόγος μας είναι καλό να είναι άμεσος, σαφής και συγκεκριμένος. Τέλος, έτσι είμαστε και πιο ευγενικοί!

5.  Όταν κάνουμε «πλάκα» με τα παιδιά που έχουν δυσκολίες

 Βεβαίως το να γελάμε μαζί με τα παιδιά μας και να λέμε αστεία με τα αδέλφια μας, μπορεί να ενθαρρύνει την επικοινωνία μας μαζί τους με ευχάριστο τρόπο και αυτό είναι πολύ επιθυμητό. Το γέλιο ξεκουράζει, εκτονώνει, αναζωογονεί! Όμως σε καμία περίπτωση δεν ωφελεί να γελάμε με τις δυσκολίες, το παραλήρημα ή τις μειονεξίες τους, όταν είμαστε μπροστά τους. Αυτό μπορεί να γίνεται π.χ. όταν μιμούμαστε τις στερεοτυπίες τους, τον τόνο της φωνής τους, τις τελετουργίες τους κ.τ.λ. ή όταν τους ειρωνευόμαστε και τους περιπαίζουμε, ειδικά μπροστά σε άλλους. Όταν χρησιμοποιούμε το παραλήρημά τους ή τις μειονεξίες τους για να γελάσουμε μπορεί να τους κάνουμε, τόσο να νιώθουν υποτιμημένοι, όσο και να χάσουμε το σεβασμό που τρέφουν για ’μας, καταρρίπτοντας εμείς οι ίδιοι την εικόνα του προτύπου και της ωριμότητας.

Ας φροντίσουμε λοιπόν την επικοινωνία μας, όπως θα θέλαμε να μας την έχουν φροντίσει και όσο φροντισμένα θέλουμε να τη δεχόμαστε στο εξής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
  • Χάιντς, Ε. (2000). Συζυγική θεραπεία: Τρόποι βελτίωσης της συζυγικής επικοινωνίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. 

Τζίκου Ελένη

Ψυχολόγος

Ειδίκευση στις Χοροθεραπευτικές Παρεμβάσεις

Εκπαίδευση στην Οικογενειακή Θεραπεία

Επικοινωνία

Βασιλίσσης Σοφίας 54

Ιλίσια / Αθήνα

Τ: +30 210 72 22 214
F: +30 210 72 22 282

email: [email protected], [email protected]