Η κατάθλιψη είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για τους εφήβους καθώς συνδέεται με κατάχρηση ουσιών, αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχοκοινωνική τους λειτουργικότητα, διαταραχές άγχους, διατροφικές διαταραχές, αυτοκτονικό ιδεασμό, απόπειρες αυτοκτονίας. Όσο νωρίτερα ξεκινήσει η κατάθλιψη (μέσος όρος έναρξης 14 ετών) τόσο πιο πιθανό είναι να εμφανιστούν αργότερα καταθλιπτικά επεισόδια στην ενήλικη ζωή. Η χρονιότητα και η σοβαρότητα της κατάστασης κάνουν επιτακτική την ανάγκη για έγκαιρη παρέμβαση και πρόληψη. Για τους γονείς μπορεί να είναι δύσκολο να διακρίνουν τα φυσιολογικά σημάδια της εφηβείας από μια συναισθηματική διαταραχή. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από ραγδαίες σωματικές, νοητικές, συναισθηματικές και κοινωνικές αλλαγές οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν άγχος και φόβο στους εφήβους, αλλά και απόγνωση στους γονείς. Ωστόσο οι ενδείξεις της κατάθλιψης αφορούν σε ευερέθιστη διάθεση ή υπερβολικό κλάμα, έλλειψη ενδιαφέροντος για τις δραστηριότητες που οι έφηβοι έβρισκαν ευχάριστες (απομόνωση), δυσκολία στη συγκέντρωση, αίσθημα αναξιότητας, διαταραχή στον ύπνο (η οποία επιμένει), αυτοκαταστροφική συμπεριφορά (κατάχρηση ουσιών, ριψοκίνδυνη σεξουαλική συμπεριφορά, αυτοτραυματισμοί), διαταραχή όρεξης, αυτοκτονικές σκέψεις.

Οι ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν τους γονείς βασίζονται στο ότι τα αρνητικά οικογενειακά πρότυπα προκαλούν και διαιωνίζουν τα καταθλιπτικά συναισθήματα των εφήβων. Στόχος των παρεμβάσεων είναι η βελτίωση της διάθεσης καθώς και το να αποτελέσει η οικογένεια μια πηγή ψυχικής ανθεκτικότητας κι ένα ασφαλές πλαίσιο το οποίο θα ενδυναμώσει τον έφηβο. Για να βελτιωθεί λοιπόν η ψυχική υγεία των νέων είναι σημαντικό οι γονείς να εξασφαλίσουν μια υγιή και εποικοδομητική αλληλεπίδραση μαζί τους.

Η ενεργητική ακρόαση και η προσπάθεια κατανόησης των προβλημάτων τους θα αποτελέσουν τη βάση για μια θετική σχέση που θα χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, συνέπεια, οριοθέτηση.

Η ανοιχτή, χωρίς επίκριση, επικοινωνία θα κάνει τον έφηβο να νιώσει ηρεμία ώστε να μοιραστεί τις ανησυχίες του.

Η ενθάρρυνση για επικοινωνία θα τονώσει την αυτοεκτίμησή του. Όπως και η παρότρυνση (χωρίς πίεση) για συμπεριφορική ενεργοποίηση: το να συμμετέχει ξανά ο έφηβος σε δραστηριότητες από τις οποίες απέχει λόγω κατάθλιψης θα αυξήσει το αίσθημα της προσωπικής ικανότητας και ικανοποίησης.

Οι γονείς χρειάζεται επίσης να αποφασίσουν ποιανού ανάγκη ικανοποιούν όταν σπεύδουν να διορθώσουν ένα πρόβλημα που παρουσιάζεται. Είναι σημαντικό για τον έφηβο με κατάθλιψη να αμφισβητήσει την τάση του για παθητικότητα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα κάνει κάτι για να αλλάξει την κατάσταση. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η απελπισία και η κοινωνική απομόνωση οδηγούν στην εξάρτηση από τους γονείς. Η αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα σε μια εξάρτηση που πηγάζει από την καταθλιπτική διαταραχή και στην επιθυμία των εφήβων για αυτονομία και ανεξαρτησία από τους γονείς μπορεί να αποτελέσει αιτία θυμού και εσωτερικής αναστάτωσης. Οι γονείς μπορεί να βρεθούν σε αδιέξοδο: η πρακτική και συναισθηματική υπερεμπλοκή μπορεί να οδηγήσει σε μια αίσθηση των εφήβων ότι τους ελέγχουν. Από την άλλη η γονεϊκή αποστασιοποίηση μπορεί να κάνει τους εφήβους να νιώσουν ότι δεν ενδιαφέρονται και ότι τους εγκαταλείπουν. Μπροστά σε αυτή την αμφιθυμία των εφήβων, οι οποίοι μπορεί να αποσύρονται και να αρνούνται βοήθεια ή να γίνονται παθητικοί περιμένοντας τα πάντα από τους άλλους, είναι σημαντικό για τους γονείς να κατανοήσουν ότι η διαπραγμάτευση είναι μια απαραίτητη αναπτυξιακή διεργασία που περιπλέκεται όμως από την κατάθλιψη.

Οι γονείς μπορούν να διασφαλίσουν ένα ισορροπημένο και ανεκτικό περιβάλλον για το παιδί τους, όπου η διαπραγμάτευση γίνεται με σεβασμό και συζήτηση. Ώστε να μπορέσουν να επικοινωνήσουν πως πίσω από τους κανόνες και τα όρια δεν είναι η ανάγκη τους για έλεγχο και υπακοή. Είναι η αγάπη που θα επιτρέψει στον έφηβο να ανθίσει και η αποδοχή που θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα προβλήματά του.

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

 

Πως Θρηνούν τα Παιδιά και οι Έφηβοι

 

Προσαρμογή στα Ελληνικά από: Parenting SA. (2010). Grief & Loss. Parent Easy Guide 6.South Australia: Department of Health, Government of South Australia

Το να μεγαλώνει κανείς συνιστά μία διαρκή διεργασία αλλαγής που περιλαμβάνει απώλειες αλλά και οφέλη. Για τα παιδιά μικρές αλλαγές κι εμπειρίες όπως η έναρξη του παιδικού σταθμού ή του σχολείου, η αλλαγή τάξης ή δασκάλου, η διανυκτέρευση στο σπίτι ενός φίλου, η απώλεια ενός κατοικίδιου ζώου, φίλου ή συγγενή επιφέρουν νέες προκλήσεις και νέα ερεθίσματα για μάθηση. Ανάλογα με την υποστήριξη που λαμβάνουν για τη διαχείριση των πρώιμων αυτών απωλειών, τα παιδιά μπορούν να μάθουν να ανταπεξέρχονται και να διαχειρίζονται τις απώλειες που θα συμβούν στη διάρκεια της ζωής τους.

Τα παιδιά θρηνούν, ακόμη και σε πρώιμη ηλικία, όχι, όμως, με τον ίδιο τρόπο που θρηνούν οι ενήλικες. Συνηθίζουν να εκφράζουν τον θρήνο τους με λιγότερο άμεσους τρόπους από τους ενήλικες. Τα παιδιά «μπαινοβγαίνουν» στη διεργασία του θρήνου, καθώς μία ημέρα μπορεί να φαίνονται ότι είναι καλά και διαχειρίζονται ικανοποιητικά την απώλεια και την επόμενη να δείχνουν το αντίθετο.

Είναι σύνηθες τα παιδιά να έχουν περισσότερες ανάγκες κατά την περίοδο της απώλειας που συχνά εκφράζονται με τη μορφή επίμονων απαιτήσεων, στην προσπάθειά τους να εκμαιεύσουν πληροφορίες, επιβεβαίωση, φροντίδα, εγγύτητα και υποστήριξη από τους ενήλικες. Η απώλεια ως εμπειρία ζωής επηρεάζει διαφορετικά κάθε παιδί ανάλογα με την ηλικία του, την συναισθηματική του ωριμότητα, τις συνθήκες της απώλειας και την σχέση του με το αντικείμενο της απώλειας. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε ότι κάθε παιδί θρηνεί με τον δικό του τρόπο και να του προσφέρουμε τη βοήθεια που του ταιριάζει.

Πότε θρηνούν τα παιδιά

Πολλές από τις περιστάσεις απώλειας είναι κοινές για παιδιά κι ενήλικες, όπως:

  • Ο θάνατος ή η φυγή του ενός γονέα
  • Το διαζύγιο ή η διάλυση της οικογένειας
  • Η απώλεια ενός φίλου
  • Η απώλεια ενός κατοικίδιου ζώου
  • Η απόκτηση μίας αναπηρίας
  • Η απώλεια λόγω φυσικών καταστροφών, πχ φωτιά, πλημμύρα, σεισμοί
  • Η μετανάστευση
  • Ο θάνατος του παππού / της γιαγιάς
  • Η μετακόμιση σε άλλη γειτονιά ή σπίτι και η αλλαγή του σχολείου
  • Μεγάλοι περίοδοι αποχωρισμού του ενός γονέα
  • Η παραμονή στο νοσοκομείο

Επιπλέον, πολλές φορές τα παιδιά θρηνούν για λόγους που φαίνονται ασήμαντοι για τους ενήλικες, πχ η απώλεια του ανθρώπου που τα φροντίζει στο σπίτι.

Κατανοώντας την απώλεια

Παιδιά προσχολικής ηλικίας

Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας αντιλαμβάνονται μεν την απουσία ενός σημαντικού προσώπου από το περιβάλλον τους, αλλά δεν κατανοούν την οριστικότητα του θανάτου. Η επίδραση της απώλειας ενδέχεται να είναι εντονότερη σε αυτήν την ηλικία καθώς βρίσκονται σε μία σύγχυση για το τί ακριβώς συμβαίνει. Δεν διαχωρίζουν ακόμη πλήρως τί είναι αληθινό και τί όχι και μπορεί να πιστεύουν ότι οι δικές τους σκέψεις ή ευχές επέφεραν την απουσία του συγκεκριμένου ανθρώπου. Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου συνιστά μία οδυνηρή εμπειρία που απαιτεί χρόνο και φροντίδα για να ξεπεραστεί. Κατά κάποιο τρόπο, είναι σα να χάνουν ένα κομμάτι του εαυτού τους.

Τα μικρά παιδιά δεν διαθέτουν το κατάλληλο λεξιλόγιο για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους κι έτσι συχνά εκφράζονται μέσα από την συμπεριφορά τους. Ενδέχεται η συμπεριφορά τους να γίνει πιο εξαρτητική και απαιτητική και να έχουν πρόβλημα στον αποχωρισμό από άλλα αγαπημένα πρόσωπα. Επιπλέον, η συμπεριφορά τους μπορεί να ποικίλλει: τη μια στιγμή μπορεί να είναι θλιμμένα ή να εκδηλώνουν ιδιαίτερη τρυφερότητα και να φροντίζουν άλλα στεναχωρημένα άτομα και την αμέσως επόμενη να θέλουν να επιστρέψουν στο παιχνίδι τους, το οποίο δείχνουν να χαίρονται και να απολαμβάνουν, όπως και πριν την απώλεια.

Παιδιά πρώιμης σχολικής ηλικίας

Τα παιδιά αυτής της ηλικίας αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την οριστικότητα του θανάτου. Αν και σταδιακά κατανοούν ότι ο θάνατος είναι ένα μη αναστρέψιμο γεγονός, τους είναι δύσκολο να αντιληφθούν ότι δεν συμβαίνει μόνο στους άλλους. Μπορεί να εκφράζουν επανειλημμένα απορίες –ακόμη και τις ίδιες-  ή την ανάγκη να ακούνε συχνά την περιγραφή του τί συνέβη στην προσπάθειά τους να αφομοιώσουν το γεγονός. Κάποια παιδιά αισθάνονται υπεύθυνα για τον θάνατο ή τον αποχωρισμό καθώς το αποδίδουν σε κάτι που έκαναν ή σκέφτηκαν, πχ αταξίες, απαγορευμένες πράξεις ή σκέψεις. Ενδέχεται, επίσης, να εκφράσουν ανησυχίες για το μέλλον τους, για παράδειγμα να ανησυχήσουν για το ποιός θα τα φροντίζει ή θα τα βοηθάει στο διάβασμα ή ακόμη να αγωνιούν μήπως χάσουν και τον άλλον γονέα. Έχουν την τάση να μιλούν για τον θάνατο και την απώλεια με κυριολεκτικό τρόπο και συχνά ζητούν να ενημερωθούν για τα «πρακτικά» ζητήματα του γεγονότος, πχ. τί συμβαίνει στο σώμα μετά τον θάνατο. Καθώς στην ηλικία αυτή δεν διαθέτουν ακόμη επαρκές λεξιλόγιο για να περιγράψουν τί σκέφτονται και νιώθουν, εκφράζουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους μεσα από το παιχνίδι και την συμπεριφορά τους.

Παιδιά σχολικής ηλικίας

Ήδη από αυτήν την ηλικία, τα παιδιά κατανοούν όχι μόνο την οριστικότητα αλλά και το αναπόφευκτο του θανάτου για όλα τα ζωντανά πλάσματα, καθώς και τις επιμέρους αιτίες θανάτου, πχ. ατύχημα, σοβαρή αρρώστια, γηρατιά. Αν και διαθέτουν την λεκτική ευχέρεια να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, δεν είναι πάντα διαθέσιμα να το κάνουν. Στην ηλικία αυτή γίνεται ολοένα και λιγότερο πιθανό να ενοχοποιήσουν τον εαυτό τους για την απώλεια, ωστόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να θεωρήσουν υπεύθυνο κάποιον άλλον άνθρωπο ή γεγονός, για παράδειγμα τον άλλον γονέα, έναν καβγά, το διαζύγιο, κ.ά.

Ιδίως στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου τα παιδιά έχουν ξεκάθαρες απόψεις για το σωστό και το λάθος και συχνά σχηματίζουν ισχυρές απόψεις σχετικά με το τί ακριβώς συνέβη και γιατί. Πιθανόν να εκφράσουν απορίες για τη ζωή μετα τον θάνατο και να αναπτύξουν πνευματικές ανησυχίες, παράλληλα με το ενδιαφέρον τους για τις πρακτικές και ρεαλιστικές λεπτομέρειες του συμβάντος.

Όσο μεγαλώνουν, αυξάνεται και η δυνατότητα των παιδιών να μπαίνουν στη θέση του άλλου και να κατανοούν τα συναισθήματά του.

Έφηβοι

Αν και οι έφηβοι θρηνούν με παρόμοιο τρόπο με τους ενήλικες, συχνά διέπονται από εντονότερη δυσφορία λόγω των διακυμάνσεων στη διάθεσή τους που αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα της συγκεκριμένης ηλικιακής περιόδου. Μπορεί να επηρεαστούν βαθιά από την απώλεια μίας σημαντικής σχέσης, το διαζύγιο των γονιών τους ή τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου. Συνήθως κλείνονται στον εαυτό τους και γίνονται σκυθρωποί και κυκλοθυμικοί. Πιθανόν να αναζητήσουν στήριξη από τους φίλους τους, με τους οποίους θα θέλουν να περνούν περισσότερο χρόνο. Ωστόσο, χρειάζεται να ξέρουν ότι σε περίπτωση που το θελήσουν, κάποιος/-α από την οικογένειά τους είναι διαθέσιμος/-η για αυτούς.

Συχνά «μεταμφιέζουν» την θλίψη τους σε θυμό ή αναίτια ξεσπάσματα οργής. Κάποιοι έφηβοι μπορεί να καταφύγουν σε επικίνδυνες ή ακόμη και ακραίες συμπεριφορές -όπως πχ. χρήση ουσιών, παραβατική συμπεριφορά, κ.ά.- και χρήζουν άμεσης υποστήριξης. Άλλοι έφηβοι έχουν την ανάγκη να εκτονώσουν την ενέργειά τους σε έντονες και θορυβώδεις  δραστηριότητες, πχ. να χορέψουν με πολύ δυνατή μουσική ή να εμπλακούν σε έντονη φυσική άσκηση, ενώ άλλοι έχουν την τάση να αποσύρονται στην ησυχία τους, αναζητώντας ψυχική ανακούφιση μέσα από την ποίηση, τη λογοτεχνία ή μοναχικούς περιπάτους.

Σε περίπτωση που η απώλεια αφορούσε ένα πρόσωπο αγαπητό για τον/την έφηβο, ρωτήστε τον έφηβο αν θα ήθελε να κάνει κάτι ιδιαίτερο στη μνήμη του, είτε στο πλαίσιο της τελετής είτε εκτός.

 

Δήμητρα Πετανίδου

Ψυχολόγος, ΜSc., Ph.D. Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Η εφηβεία αποτελεί την κατεξοχήν περίοδο ανάπτυξης και ολοκλήρωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας. Πρόκειται για την τελευταία φάση ανάπτυξης του ατόμου πριν την οριστική είσοδό του σε αυτό που αποκαλούμε ωριμότητα ή ενήλικη ζωή. Είναι η περίοδος κατά την οποία το άτομο, θεωρητικά τουλάχιστον, δεν ανήκει πλέον στην παιδική ηλικία, αλλά ούτε και στην κανονική ενήλικη ζωή.

Τι είναι η εφηβεία;

  • Είναι μια μεταβατική φάση από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή
  • Είναι η φάση όπου το άτομο «απομακρύνεται» σιγά-σιγά από την οικογένεια
  • Ξεκινούν οι σεξουαλικές αναζητήσεις και η κοινωνική ένταξη, κυρίως μέσω της ομάδας των συνομηλίκων
  • Επαναδιαπραγμάτευση πολλών θεμάτων και δυσκολιών, που υπήρχαν από την παιδική ηλικία (π.χ. δυσκολίες στις σχέσεις με τους γονείς, θέματα αυτονομίας)

Τα Χαρακτηριστικά των Εφήβων;

  • Αυθορμητισμός & άμεση έκφραση του συναισθήματος
  • Ανάγκη από αναγνώριση, επιβεβαίωση, και επιβράβευση
  • Ιδεολόγοι & οραματιστές
  • Αποφασιστικότητα, ισχυρή θέληση και πάθος στα πιστεύω τους
  • Ασυμβίβαστοι (εξαιτίας της έλλειψης πείρας και του αυθορμητισμού)
  • Έχουν έντονες κοινωνικές ευαισθησίες (αντιδρούν στην αδικία και την εκμετάλλευση)

Η ρευστότητα της σημερινής οικογενειακής δομής δημιουργεί πλήθος αντιφάσεων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο βιώνουν τα παιδιά και οι γονείς τον ρόλο τους. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τον έφηβο, που βρίσκεται σε μια φάση αναζήτησης, έτσι και ο γονέας βρίσκεται σε μια φάση αναζήτησης νέας ταυτότητας και νέου γονεϊκού ρόλου.

Ο γονέας καλείται ουσιαστικά να ισορροπήσει ανάμεσα στις εμπειρίες του ως παιδί και στις απαιτήσεις που προβάλει η σύγχρονη πραγματικότητα. Από την εποχή που ως παιδί ήταν πλήρως συμμορφωμένος προς την γονεϊκή εξουσία, έχει καταλήξει να λειτουργεί με τελείως διαφορετικό τρόπο. Δηλαδή, χαρακτηρίζεται από αδυναμία επιβολής ορίων, στερήσεων, απαγορεύσεων, κανόνων και περιορισμών.

Σχέση με Γονείς

  • Ο έφηβος αποφεύγει μπροστά στους γονείς του να συμπεριφέρεται σαν παιδί. Αποφεύγει να ζητά πράγματα και δεν επιτρέπει στον εαυτό του να φανεί μικρός, ανήμπορος, ανενημέρωτος και χωρίς άποψη.
  • Απαιτεί από τους γονείς του να του φέρονται ως ενήλικας και να μην τον μειώνουν. Απεχθάνεται τις πολύ μητρικές συμπεριφορές και επιθυμεί την ελευθερία του λόγου και των κινήσεών του.
  • Αναζητά, με λίγα λόγια, την αναγνώρισή του ως ξεχωριστού και αυτόνομου ατόμου.
  • Σε πρακτικό επίπεδο θέλει να έχει το δικό του δωμάτιο, όπως το θέλει, να ντύνεται όπως ο ίδιος επιθυμεί, να ακούει τη μουσική που θέλει και να κάνει παρέα με όποιον εκείνος διαλέξει.

Η Κρίση της Εφηβείας

Ο όρος «κρίση» χρησιμοποιείται ώστε να αναδειχθεί μια κατάσταση ανισορροπίας ή αδιεξόδου, την οποία βιώνει ο έφηβος σε ψυχολογικό επίπεδο και προέρχεται από τις σωματικές και ψυχικές αλλαγές που συμβαίνουν αυτήν την περίοδο.

Σε γενικές γραμμές, μεγάλο ποσοστό των εφήβων βιώνει μια «ομαλή και προοδευτική κατάσταση αλλαγής», την οποία δε θεωρεί διαταρακτική της σχέσης του με τον εαυτό του, το σώμα του και τον περίγυρό του.

Η Γονεϊκή κρίση

Οι αλλαγές στην εφηβεία προκαλούν συχνά μια αόριστη αναστάτωση ή ένα αίσθημα απώλειας και στους γονείς. Η συναισθηματική αυτή αναστάτωση δεν οφείλεται στην περίεργη συμπεριφορά του εφήβου, αλλά στο ίδιο το γεγονός της αυτονόμησης και της ωρίμανσής του. Ο έφηβος πλέον δε μιλά πολύ, αναπτύσσει προσωπική ζωή που δεν ελέγχει ο γονέας.

Οι γονείς νιώθουν ότι «χάνουν» το παιδί τους. Συχνά, αναζητούν συμβουλευτική υποστήριξη σε σχέση με τον έφηβο, μη αναγνωρίζοντας την δική τους αδυναμία να περάσουν και οι ίδιοι σε ένα διαφορετικό αναπτυξιακό στάδιο (φόβος για το δικό τους μέλλον, πλέον έχουν άλλο ρόλο διαφορετικό από εκείνο του φροντιστή και ελεγκτή, περνούν σε μια άλλη ηλικιακή φάση και πρέπει να το δεχτούν).

Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι παράλληλα με τον έφηβο που βιώνει αλλαγές και προχωράει σ’ ένα επόμενο στάδιο ανάπτυξης, έτσι και οι γονείς αντίστοιχα μεταβαίνουν σε ένα επόμενο αναπτυξιακό στάδιο.  Μιλάμε, συνεπώς, για τον κύκλο ζωής της οικογένειας η οποία κάθε φορά που βιώνει νέες αλλαγές δυσκολεύεται και επιστρέφει στις γνώριμες και οικείες συμπεριφορές, καθώς κάθε τι καινούριο φαντάζει απειλητικό. Ωστόσο, όταν αυτές οι αλλαγές επιτραπεί να βιωθούν βρίσκεται μια καινούρια ισορροπία στις σχέσεις των μελών της οικογένειας, η οποία περνά στην επόμενη αναπτυξιακή φάση όντας λειτουργική.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Πότε να μιλήσω στο παιδί;

Η κατάλληλη ηλικία συζήτησης με το παιδί μας σχετικά με το σεξ ποικίλει από παιδί σε παιδί. Μιλάμε στο παιδί μας γύρω από το θέμα αυτό, όταν ξεκινήσει αυτό να ρωτά.

Από τον πρώτο χρόνο της ζωής του, το παιδί αγγίζει κι εξερευνά το κάθε τι προκειμένου να εξερευνήσει το περιβάλλον του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποτελεί για εκείνο το σώμα του.

Από τα 3 του χρόνια, όπου ανακαλύπτει το φύλο του, γίνεται περίεργο και για το σώμα των άλλων και με τη βοήθεια του λόγου, ο οποίος έχει γίνει πια παραγωγικός, ξεκινά να εκφράζει απορίες: «Πώς γεννιούνται τα μωρά;», «Γιατί τα γεννητικά όργανα της μαμάς είναι διαφορετικά απ’ του μπαμπά;».

Η στάση των γονέων

Η αντίδραση των γονέων σε τέτοιου είδους ερωτήσεις ποικίλλει. Άλλοι ξαφνιάζονται και δεν ξέρουν τι να απαντήσουν, άλλοι ντρέπονται και αλλάζουν θέμα συζήτησης κ.ο.κ.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει λόγος ντροπής. Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και οι αναζητήσεις τέτοιου τύπου από την πλευρά του παιδιού μας είναι πλέον φυσιολογικά ζητήματα και δε θα έπρεπε να μας ανησυχούν και να μας αναστατώνουν.

Τι λέμε;

  • Ενθαρρύνετε το παιδί να μιλά και να κάνει ερωτήσεις.
  • Χρειάζεται να είμαστε σαφείς κ κατανοητοί. Μιλάμε ειλικρινά κι απλά, προσαρμόζοντας πάντα το λόγο μας στην ηλικία του παιδιού και αποφεύγουμε περιττές λεπτομέρειες, οι οποίες μπορεί να το μπερδέψουν.
  • Οι δύο γονείς πρέπει να κρατούν ίδια στάση, όπως και στα υπόλοιπα θέματα που αφορούν στο παιδί τους.
  • Ακόμα κι αν δεν γνωρίζουμε κάτι, λέμε την αλήθεια και παίρνουμε τον χρόνο μας ώστε να διαβάσουμε σχετικά με το θέμα και φυσικά επανερχόμαστε στο παιδί λύνοντάς του τις απορίες.
  • Δεν αρκεί να μιλήσουμε στο παιδί μας μια φορά για τα θέματα αυτά. Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι μια διαρκής διαδικασία, που εκτείνεται μέχρι την εφηβεία.
  • Προμηθευτείτε βιβλία για γονείς, αλλά και για παιδιά γύρω από το συγκεκριμένο θέμα.

Να θυμάστε ότι:

  • Παραμελώντας τη σεξουαλική αγωγή των παιδιών, ταυτόχρονα αρνούμαστε γνώσεις και δεξιότητες σ’ ένα τομέα που διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή τους.
  • Ακόμα κι αν εμείς ως παιδιά δεν είχαμε τέτοιου είδους συζητήσεις με τους γονείς μας, δε σημαίνει ότι αυτό χρειάζεται να συμβεί και στην περίπτωση του δικού μας παιδιού. Η εποχή μας εξάλλου είναι τόσο διαφορετική από εκείνη των γονιών μας.
  • Αν δεν αναλάβετε ως γονείς να κάνετε τέτοιες συζητήσεις με τα παιδιά σας, κάποιος άλλος θα το κάνει (φίλοι, τηλεόραση, κ.λ.π.). Το περιεχόμενο αυτών των συζητήσεων, όμως, είναι αμφιβόλου ποιότητας και συχνά μπορεί να οδηγήσει το παιδί σε στρεβλωμένες πεποιθήσεις γύρω από το σεξ.
  • Μην ανησυχείτε! Τίποτα δεν μπορεί να πάει τόσο λάθος που να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη. Να έχετε εμπιστοσύνη στο ένστικτο και τη διαίσθησή σας. Μεγαλύτερο πρόβλημα μπορεί να δημιουργηθεί στην περίπτωση που δε μιλάτε με το παιδί σας.
  • Η στάση και τα λόγια σας διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εικόνα των παιδιών για τα δύο φύλα.
  • Το όφελος από την σεξουαλική αγωγή του παιδιού είναι τεράστιο, διότι, εκτός από τον προσανατολισμό που του παρέχετε, το βοηθάτε στη συναισθηματική του ανάπτυξη, αποκτά σεβασμό στον εαυτό του, εμπιστοσύνη σε σας, σωστή και υγιή στάση απέναντι στη σεξουαλικότητα.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Συνεργάτης του Ψυχοθεραπευτικού Κέντρου – Πολυχώρου Animus Corpus

Η επικοινωνία μέσω του λόγου, οι λέξεις που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε, η ταχύτητα και η ένταση με την οποία μιλάμε, η στάση, η κίνηση ή η ακινησία του σώματός μας, οι χειρονομίες και οι εκφράσεις του προσώπου μας μπορεί να αποτελέσουν «γέφυρες» ή και «τείχη» που χτίζονται ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους, όταν αλληλεπιδρούμε. Ο τρόπος που επικοινωνούμε μπορεί να δημιουργεί ένα κλίμα συμπάθειας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό μας, άνεσης ή αμηχανίας, συναισθηματικής εγγύτητας ή απόστασης με τους γύρω μας, σαφήνειας ή ασάφειας, ασφάλειας και εμπιστοσύνης ή σύγχυσης και δυσπιστίας. Όλα τα ανωτέρω είναι πολύ προσωπικά στοιχεία που διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο λόγω της προσωπικής, αλλά και της κοινωνικο - πολιτισμικής του ιστορίας, συστήνουν και συντείνουν σ’ ένα μεγάλο μέρος (σ)το ποιοι είμαστε.

Στο παρόν άρθρο, ο πυρήνας του οποίου έχει ξεκινήσει να σχηματίζεται χρόνια πριν στους χώρους εκπαίδευσής μου και με αφορμή την παρατήρηση στους χώρους δουλειάς, θα γίνει μία προσπάθεια παράθεσης συγκεκριμένων παραδειγμάτων λειτουργικότερης επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μας, με στόχο τις πιο απολαυστικές σχέσεις στη ζωή μας.

(Σημείωση: Το παρακάτω κείμενο αποτελεί το δεύτερο μέρος ενός ευρύτερου άρθρου).

Ενισχύοντας την εξωλεκτική επικοινωνία – ..αποφεύγοντας το διπλό μήνυμα!

Ένας απλός τρόπος ώστε να λάβει ο συνομιλητής μας το μήνυμα ότι τον προσέχουμε, τον ακούμε και δεν αδιαφορούμε ή δεν τον υποτιμούμε, είναι να διατηρούμε τη βλεμματική επαφή μαζί του, για όσο διαρκεί ο διάλογος. Ακόμη και όταν απλά μας χαιρετά ή μας ρωτά κάτι σύντομα κάποιος, καλό είναι να γυρίσουμε προς το μέρος του και να του απαντήσουμε, κοιτάζοντάς τον. Ορισμένες φορές μπορεί να απαντάμε σε κάποιον (= μήνυμα πως τον παρακολουθούμε, νιώθουμε καλά που είμαστε μαζί του και τον προσέχουμε), αλλά παράλληλα να ασχολούμαστε και με κάτι άλλο (π.χ. να βλέπουμε τηλεόραση, να γράφουμε, να κάνουμε δουλειές στο σπίτι κ.τ.λ.) και να μην τον κοιτάζουμε (= μήνυμα πως αδιαφορούμε ή μας κουράζει να μιλήσουμε μαζί του ή έχουμε κάτι σημαντικότερο ν’ ασχοληθούμε κ.τ.λ.). Η βλεμματική επαφή ωστόσο, δεν είναι ο μόνος τρόπος να δείξουμε σεβασμό στο διάλογο με τον συνομιλητή μας. Μπορούμε να δείχνουμε κατανόηση σε κάποιον από τον τόνο της φωνής μας, τη στάση του σώματος, τις εκφράσεις του προσώπου μας. Σε όλα τα ανωτέρω παίζει φυσικά σημαντικό ρόλο, το είδος της σχέσης με τον άλλο. Εννοώντας πως σε μία συντροφική η στενά φιλική σχέση, το να συνομιλούμε, αλλά και παράλληλα να κάνουμε κάποιες δουλειές στο σπίτι μπορεί να αντανακλά τη συναισθηματική εγγύτητα και την άνεση που έχω με τον άλλο.

Αδιέξοδος διάλογος…:

Ο αδιέξοδος διάλογος ναι μεν μπορεί να εκτονώνει ένταση (!), υπό την έννοια της «ανταλλαγής πυρών», αν ωστόσο συζητάμε για κάποιο σκοπό, δηλαδή, για να κατανοήσουμε τον άλλο, για να επιλύσουμε μία σύγκρουση καλό είναι να αποφεύγουμε συνειδητά να απαντούμε στους άλλους με ερώτηση!

Παράδειγμα:

(Ε.): «Δε μ’ αγαπάς;..».

(Π):  «Γιατί σου είπα εγώ ότι δε σ’ αγαπάω;».

Ορισμένες πιθανές εξελίξεις του περιστατικού αυτού μπορεί να είναι:

α)     Η διακοπή της επικοινωνίας,

β)     η δημιουργία εντύπωσης στον Ε πως είμαστε επιθετικοί απέναντί του μέσω λανθάνουσας («υπόγειας») επίπληξης, ειδικά εάν ο τόνος της φωνής μας εντείνει κάτι τέτοιο,

γ)     η επόμενη ερώτηση του Ε μπορεί να είναι π.χ. «γιατί σου είπα, πως μου είπες πως δε μ’ αγαπάς» (αδιέξοδος διάλογος)!!!

Εκείνη τη στιγμή ο Ε με αυτή τη φράση προφανώς προσπαθεί να μας πει κάτι άλλο… π.χ. μπορεί να προσπαθεί να μας επικοινωνήσει τη μοναξιά του …

Γενικά όταν μιλάμε ή απαντάμε καλό είναι:

1.  Να είμαστε ακριβείς και περιγραφικοί σε αυτό που λέμε (Χάιντς, 2000), χωρίς να γενικεύουμε (αποφεύγουμε δηλ. φράσεις τύπου «πάντα απρόσεκτός είσαι». Αντίθετα, μπορούμε να πούμε στον άλλο «προτείνω να κάνεις πιο αργές κινήσεις, όταν σερβίρεις...»),

2.  Να διατυπώνουμε τις σκέψεις μας με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι εμφανές ότι πρόκειται για τη δική μας, την προσωπική μας δηλαδή, άποψη ή εντύπωση (Χάιντς, 2000). Δηλαδή, «πιστεύω πως αυτή η μπλούζα δεν πάει με αυτό το παντελόνι» και όχι: «δεν έχεις γούστο», «αυτά τα ρούχα δεν πάνε» ή «τι έβαλες πάλι;» κ.τ.λ.

3.   Να αποφεύγουμε τους χαρακτηρισμούς (π.χ. είσαι “περίεργη”).

4.  Να είμαστε σίγουροι και ξεκάθαροι μέσα μας γι’ αυτό που θέλουμε να πούμε στον άλλο ή γι’ αυτό που του ζητάμε (Χάιντς, 2000) και επίσης να αξιολογούμε αν αυτό που απευθύνουμε ανταποκρίνεται στο επίπεδο, στο είδος και στη φάση της σχέσης που έχουμε με τον άλλο.

5.  Να φροντίζουμε τα λεγόμενά μας να περιλαμβάνουν το πώς νιώθουμε, αλλά και να δείχνουν πως κατανοούμε την άποψη ή τη θέση του άλλου. Παράδειγμα: «Καταλαβαίνω πως θέλεις τα λεφτά σου τώρα, αλλά δε μου είναι ευχάριστο με το που μπαίνω σπίτι ν’ ακούω παράπονα. Χρειάζομαι πρώτα λίγη ξεκούραση και φαγητό και θα συζητήσουμε σε μισή ώρα αυτό που θες».

Ανάγκη για τρυφερότητα, νοιάξιμο, συναισθηματική ασφάλεια.

Το συναισθηματικό μέρος της επικοινωνίας συνήθως μεταφέρεται μέσω της μη λεκτικής οδού (Παππά, 2013), δηλαδή της εξωλεκτικής και παραγλωσσικής επικοινωνίας μας (τόνος και ένταση φωνής, ταχύτητα του λόγου, στάση σώματος, εκφράσεις του προσώπου κ.τ.λ.) και όχι μέσω των λεγομένων μας. Μία / Ένας σύντροφος για παράδειγμα, που διαβεβαιώνει την / τον σύντροφό του πως την αγαπά, την επιθυμεί ερωτικά κ.τ.λ., αλλά π.χ. σπάνια την αγκαλιάζει, την ακουμπά, τη χαϊδεύει, θα γίνει λιγότερα πιστευτός για το συναίσθημά του από έναν σύντροφο που την αγκαλιάζει συχνά, τη χαϊδεύει, την προσεγγίζει ερωτικά κ.τ.λ.

Ο Mehrabian θεωρεί πως η συνολική επίδραση ενός μηνύματος είναι 7% λεκτική, 38% φωνητική και 55% μη λεκτική. Τα μη λεκτικά μηνύματα είναι περισσότερο αξιόπιστα, γιατί είναι κυρίως ασυνείδητα και μη ελεγχόμενα. Τα μη λεκτικά μέσα που κάποιος διαθέτει είναι εγγενή και οικουμενικά, ωστόσο καθορίζονται από τον πολιτισμό και γι’ αυτό μπορεί να διαφοροποιούνται από χώρα σε χώρα (Παππά, 2013).

Οι σχέσεις γονιού παιδιού και συντρόφων είναι σχέσεις που καθορίζονται ιδιαίτερα από το κομμάτι της μη λεκτικής επικοινωνίας και σχέσεις που χρειάζονται τη συναισθηματική ασφάλεια και την έκφραση της τρυφερότητας. Όταν ένα 2χρονο παιδί π.χ. πέφτει και χτυπά, έχει ανάγκη για να ανακουφιστεί και να νιώσει ασφάλεια την άμεση, ήρεμη και εγκάρδια αγκαλιά ως ένδειξη παρηγοριάς, συμπόνιας και «συναισθηματικού κρατήματος» από τον γονιό.

Ας φροντίσουμε λοιπόν την επικοινωνία μας, όπως θα θέλαμε να μας την έχουν φροντίσει και όσο φροντισμένα θέλουμε να τη δεχόμαστε στο εξής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
  • Χάιντς, Ε. (2000). Συζυγική θεραπεία: Τρόποι βελτίωσης της συζυγικής επικοινωνίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. 

Ελένη Τζίκου

Ψυχολόγος

Ειδίκευση στις Χοροθεραπευτικές Παρεμβάσεις

Εκπαίδευση στην Οικογενειακή Θεραπεία

Η επικοινωνία μέσω του λόγου, οι λέξεις που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε, η ταχύτητα και η ένταση με την οποία μιλάμε, η στάση, η κίνηση ή η ακινησία του σώματός μας, οι χειρονομίες και οι εκφράσεις του προσώπου μας μπορεί να αποτελέσουν «γέφυρες» ή και «τείχη» που χτίζονται ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους, όταν αλληλεπιδρούμε. Ο τρόπος που επικοινωνούμε μπορεί να δημιουργεί ένα κλίμα συμπάθειας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό μας, άνεσης ή αμηχανίας, συναισθηματικής εγγύτητας ή απόστασης με τους γύρω μας, σαφήνειας ή ασάφειας, ασφάλειας και εμπιστοσύνης ή σύγχυσης και δυσπιστίας.  Όλα τα ανωτέρω είναι πολύ προσωπικά στοιχεία που διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο λόγω της προσωπικής, αλλά και της κοινωνικο-πολιτισμικής του ιστορίας, συστήνουν και συντείνουν σ’ ένα μεγάλο μέρος (σ)το ποιοι είμαστε.

Στο παρόν άρθρο (α' μέρος), ο πυρήνας του οποίου έχει ξεκινήσει να σχηματίζεται χρόνια πριν στους χώρους εκπαίδευσής μου και με αφορμή την παρατήρηση στους χώρους δουλειάς, θα γίνει μία προσπάθεια παράθεσης συγκεκριμένων παραδειγμάτων λειτουργικότερης επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μας, δίνοντας έμφαση στα παιδιά, με στόχο τις πιο απολαυστικές σχέσεις στη ζωή μας.

1. Κατά λάθος

Πολλές φορές, στην καθημερινή μας επικοινωνία με τους ανθρώπους, χρησιμοποιούμε ορισμένες εκφράσεις που δεν ανταποκρίνονται στην κυριολεκτική τους σημασία. Για παράδειγμα -από συνήθεια ή μιμούμενοι ή άθελά μας– μπορεί να απευθυνόμαστε σ’ ένα άτομο και το «μήνυμα» που του μεταδίδουμε να είναι σαν να απευθυνόμαστε σ’ ένα αντικείμενο, υποτιμώντας την αξία του, ως άτομο ή θέτοντας τον σε μία εξαρτητική -σε σχέση με εμάς- θέση ή δημιουργώντας μία εξουσιαστική συνθήκη. Παρακάτω παρατίθενται ενδεικτικά ορισμένα τέτοια παραδείγματα:

Αποπροσανατολιστικό μήνυμα Επιθυμητό μήνυμα
«Την έστειλα» να πάρει εφημερίδα «Της ζήτησα» να πάρει εφημερίδα
«Την κατέβασα» κάτω «Κατεβήκαμε» κάτω
«Σε πήρα» μαζί μου «Πήγαμε» μαζί
«Τους πήρα» βόλτα «Βγήκαμε» βόλτα
«Λες ψέματα» «Διαφωνώ» ή «πιστεύω πως αυτό δεν έγινε έτσι»

 Το τι μήνυμα στέλνουμε επηρεάζει κατά πολύ το τι μήνυμα λαμβάνουμε! Αν στείλω ένα απαξιωματικό μήνυμα ίσως λάβω πίσω ένα επιθετικό ή αμυντικό μήνυμα. Η συνεπής λεκτική και εξωλεκτική έκφραση αυτού που θέλω να πω και να δείξω, μειώνει την προσωπική συναισθηματική ένταση, αλλά επίσης καθιστά και πιο ξεκάθαρο το να αξιολογήσω αυτό (την απόκριση /το μήνυμα) που θα λάβω πίσω.

2.  Όταν οι άλλοι καλούνται να κάνουν τις «δουλειές» μας…

Ορισμένες φορές αναθέτουμε στους άλλους (στους φίλους, στους μαθητές, στα παιδιά μας, στους λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας, στο σύντροφό μας) να κάνουν ορισμένες δραστηριότητες, που δεν τους αφορούν και δη προς όφελός μας ή μόνο για τη δική μας εξυπηρέτηση και ευχαρίστηση. Για παράδειγμα:

α) μπορεί να ζητήσουμε να μας φτιάξει κάποιος /-α ένα ρόφημα (χωρίς να διερευνήσουμε π.χ. αν το επιθυμεί), β) να μας αγοράσει κάτι χωρίς ο ίδιος να έχει βγει για δικά του ψώνια, γ) να καλέσουν οι νεότεροι συνάδελφοι κάποιο μέλος του προσωπικού στη δουλειά που θέλουμε να του πούμε κάτι ή δ) αντί να πούμε εμείς σε κάποιον /-α ότι τον /την ζητούν στο τηλέφωνο που σηκώσαμε, λέμε σε κάποιον άλλο να του/ της το πει (το είπαμε στο σκύλο μας κι εκείνος στην ουρά του!) ε) μεταφέρουμε κάποιο μήνυμα στο παιδί μας για να το πει στον άλλο γονιό («πες στη μάνα σου»). Όλα τα παραπάνω αφορούν δραστηριότητες που σχετίζονται με την επικοινωνία των μελών ενός συστήματος (π.χ. οικογενειακού, εργασιακού κ.τ.λ.).

Ο κάθε ένας από εμάς οφείλει (υπό την έννοια ότι του αναλογεί η προσωπική ευθύνη) να αναρωτηθεί πριν δράσει ή ζητήσει κάτι, κατά πόσο και σε τί επίπεδο η εμπλοκή ενός άλλου ανθρώπου σε ένα θέμα ή σε μία δράση τον αφορά, του αρμόζει ή τον ωφελεί.

Αν μία παρόμοια κατάσταση «αναζήτησης θελημάτων» παγιωθεί, ο άλλος τίθεται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με εμάς, βάσει της οποίας μας “επιτρέπεται” να του αναθέτουμε τις «δουλειές» μας. Είναι πιθανό για παράδειγμα, στο μέλλον ο άνθρωπος αυτός να μας ρωτά: «θες να σου πάρω τίποτα από το περίπτερο;», «θες κάτι να φας;» κ.τ.λ. χωρίς να του ζητείται καν, μιας και αυτός ο τρόπος πλέον μπορεί να είναι ο μόνος που νιώθει σημαντικός για εμάς! Όταν κάτι τέτοιο γίνει και οι ρόλοι παγιωθούν (στο συγκεκριμένο παράδειγμα οι ρόλοι αφορούν σε «αυτόν που ζητά» και σε «αυτόν που εξυπηρετεί») η σχέση μπορεί να «βαλτώσει» δηλ. οι δύο αυτοί άνθρωποι υπάρχει περίπτωση να αδυνατούν να σχετιστούν διαφορετικά. Η σχέση που βαλτώνει συχνά δεν επιτρέπει πιο ισότιμους ρόλους που να εναλλάσσονται.

Χρειάζεται προσοχή να μη γενικεύσουμε τα παραπάνω με αποτέλεσμα να μην ενθαρρύνουμε καθόλου την επικοινωνία π.χ. με τα παιδιά μας ή με τα αδέλφια μεταξύ τους. Χρειάζεται συχνά να συνυπολογίζουμε το ύφος μας και τη στιγμή που λέμε κάτι. Π.χ. μπορούμε να δώσουμε την οδηγία (και όχι την εντολή) να βοηθήσει ένα παιδί τον αδελφό του στη μεταφορά ενός αντικειμένου. Επίσης, μπορούμε να τον ενθαρρύνουμε να είναι ευγενικός και π.χ. να ρωτήσει τους καλεσμένους μιας οικογένειας ή κάποιο μέλος της οικογένειας αν χρειάζεται κάτι από το περίπτερο, με την ευκαιρία που βγαίνει έξω για δική του αγορά.

3.  Όταν τα παιδιά, μας επιτίθενται λεκτικά…

Α.  Όταν δεν υπάρχει προφανής λόγος για την επίθεση αυτή και τα παιδιά είναι αρκετά μικρά:

i)   καλό είναι να μη την ενισχύουμε. Ενίσχυση μπορεί να είναι ο διάλογος εκείνη τη στιγμή ή να είναι η ανταπάντησή μας [έτσι «παίζουμε (με) το παιχνίδι του»]:

•   Καλό είναι να αποφεύγουμε να μιλάμε κι εμείς με προκλητικές εκφράσεις και με εριστικό ύφος του τύπου: «Άλλες βρισιές δεν ξέρεις;»

•   Καλό είναι επίσης, τη στιγμή της έντασης να ζητάμε από το παιδί μας ένα πράγμα τη φορά ή τη στιγμή εκείνη, όχι π.χ. και να μη βρίζει και να πάει στο δωμάτιό του και να φορέσει τα παπούτσια του/ της κ.τ.λ.

ii) τις περισσότερες φορές καλό είναι να αδιαφορούμε για την προκλητική αυτή συμπεριφορά –όχι για το άτομο- αποστρέφοντας ακόμη και το βλέμμα μας (να μην τον /την κοιτάμε). Ίσως να χρειαστεί ακόμη και να αποχωρήσουμε από το χώρο που βρίσκεται το άτομο που βρίζει, όταν αυτό είναι εφικτό και ασφαλές. Έτσι, προστατεύουμε αρχικά τον εαυτό μας και την ψυχική μας ηρεμία και του δείχνουμε έμπρακτα -και όχι με λεκτική παρατήρηση που μπορεί να κουράζει- πως αυτή η συμπεριφορά μας ενοχλεί πραγματικά και του το δείχνουμε.

Β.  Όταν υπάρχει σε εμάς προφανής λόγος για τη λεκτική επιθετικότητα ή πιστεύουμε πως κάτι έχει ενοχλήσει το άτομο, καλό είναι να διερευνήσουμε εκείνη τη στιγμή τους λόγους του εκνευρισμού του, ρωτώντας π.χ. «τι συμβαίνει;», αλλά παράλληλα, καθιστούμε σαφές πώς δε θέλουμε να μας απευθύνεται το παιδί μας βρίζοντας. Η κουβέντα από μόνη της ίσως να αποφορτίσει την ένταση και να μας δώσει στοιχεία για το τι ενοχλεί τον γιο ή την κόρη μας και ανάλογα να παρέμβουμε. Για παράδειγμα, να χαμηλώσουμε την ένταση της τηλεόρασης, να του δώσουμε τα χρήματα της εβδομάδας, να σταματήσουμε να φωνάζουμε μπροστά του /της κ.τ.λ.

Σχεδόν πάντα –και στις 2 παραπάνω περιπτώσεις- φαίνεται αποτελεσματική η δική μας ψυχραιμία. Μιλάμε δηλαδή, με ήπιο και σταθερό τόνο στη φωνή μας, όντας σε τέτοια απόσταση από τον άλλο που να μη νιώθει απειλή ή φόβο και δίχως να του μεταβιβάζουμε τον πανικό ή την αγανάκτησή μας. Δεν ξεχνάμε δε πως τα παιδιά μας, μιμούνται εμάς: αν εμείς ως ενήλικες γονείς βρίζουμε ως μέσο επίλυσης των διαφορών μας ή ως έκφραση του θυμού μας ή ακόμη και για ψύλλου πήδημα, το να ζητάμε από τα παιδιά μας να μην το κάνουν φαίνεται στα μάτια τους τουλάχιστον ασυνεπές και υποκριτικό.

4.  Όταν απευθυνόμαστε στα παιδιά μας…

Γενικά όταν δίνουμε κάποια οδηγία στον γιο /στην κόρη μας ή όταν του/ της απευθυνόμαστε είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούμε ολοκληρωμένες προτάσεις και όχι ελλιπείς λέγοντας: Μαρία, μπάνιο ή σφουγγάρισμα κ.τ.λ.!! Χρησιμοποιώντας ολοκληρωμένες προτάσεις:

α) προάγουμε την εκπαίδευση στον επικοινωνιακό λόγο (ακόμη και για τα παιδιά που δεν έχουν ανεπτυγμένο λόγο εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας τους ή λόγω κάποιας ψυχοκινητικής δυσκολίας),

β) διατηρούμε το υγιές πρότυπο συμπεριφοράς,

γ) αποφεύγουμε να υποδεικνύουμε με ύφος εντολής στο παιδί μας τι να κάνει,

δ) αποφεύγουμε την παρεξήγηση στα λεγόμενα μας.

Άλλωστε, αν το σκεφτούμε καλύτερα η πρόταση «Γιώργο, σφουγγάρισμα» δε σημαίνει κάτι συγκεκριμένο και εύκολα ο κάθε ένας μπορεί να το εκλάβει διαφορετικά. Ειδικά στους ανθρώπους που έχουν κάποια ψυχική, νοητική ή αναπτυξιακή διαταραχή, ο λόγος μας είναι καλό να είναι άμεσος, σαφής και συγκεκριμένος. Τέλος, έτσι είμαστε και πιο ευγενικοί!

5.  Όταν κάνουμε «πλάκα» με τα παιδιά που έχουν δυσκολίες

 Βεβαίως το να γελάμε μαζί με τα παιδιά μας και να λέμε αστεία με τα αδέλφια μας, μπορεί να ενθαρρύνει την επικοινωνία μας μαζί τους με ευχάριστο τρόπο και αυτό είναι πολύ επιθυμητό. Το γέλιο ξεκουράζει, εκτονώνει, αναζωογονεί! Όμως σε καμία περίπτωση δεν ωφελεί να γελάμε με τις δυσκολίες, το παραλήρημα ή τις μειονεξίες τους, όταν είμαστε μπροστά τους. Αυτό μπορεί να γίνεται π.χ. όταν μιμούμαστε τις στερεοτυπίες τους, τον τόνο της φωνής τους, τις τελετουργίες τους κ.τ.λ. ή όταν τους ειρωνευόμαστε και τους περιπαίζουμε, ειδικά μπροστά σε άλλους. Όταν χρησιμοποιούμε το παραλήρημά τους ή τις μειονεξίες τους για να γελάσουμε μπορεί να τους κάνουμε, τόσο να νιώθουν υποτιμημένοι, όσο και να χάσουμε το σεβασμό που τρέφουν για ’μας, καταρρίπτοντας εμείς οι ίδιοι την εικόνα του προτύπου και της ωριμότητας.

Ας φροντίσουμε λοιπόν την επικοινωνία μας, όπως θα θέλαμε να μας την έχουν φροντίσει και όσο φροντισμένα θέλουμε να τη δεχόμαστε στο εξής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
  • Χάιντς, Ε. (2000). Συζυγική θεραπεία: Τρόποι βελτίωσης της συζυγικής επικοινωνίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. 

Τζίκου Ελένη

Ψυχολόγος

Ειδίκευση στις Χοροθεραπευτικές Παρεμβάσεις

Εκπαίδευση στην Οικογενειακή Θεραπεία

Η πλειοψηφία των ελληνικών οικογενειών πιστεύει ότι η εφηβεία είναι ένας Γολγοθάς, που όταν περάσει, όλα θα είναι καλύτερα. Είναι όμως έτσι;

 

Η μεγάλη πρόκληση της μετάβασης στην ενήλικη ζωή είναι η γεφύρωση της ομαδικότητας και των κοινών οικογενειακών και φιλικών δραστηριοτήτων με την πορεία προς την ατομικότητα και ανεξαρτητοποίηση. Κατά την εφηβεία, το άτομο αποφασίζει να εξυπηρετήσει δικούς του σκοπούς, με δικά του μέσα, καθώς και τον τρόπο και το βαθμό που θα διαφοροποιηθεί τόσο από το οικογενειακό όσο και από το φιλικό περιβάλλον. Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνει την ατομική του ταυτότητα, δομικό στοιχείο της ανεξαρτητοποίησης.

Σήμερα οι νέοι καθυστερούν όλο και περισσότερο χρονικά αυτή την ανεξαρτητοποίηση τους τόσο από την πατρική οικογένεια όσο και από την ομαδικότητα της παρέας. Η οικονομική κρίση και η ανεργία δεν βοηθούν τους νέους ενήλικους να μείνουν μόνοι τους και να είναι οικονομικά ανεξάρτητοι. Επιπλέον, όπως ισχύει παραδοσιακά στην Ελληνική οικογένεια, οι γονείς αντιμετωπίζουν με τρόμο την προοπτική να φύγουν τα παιδιά τους από το σπίτι και οι ίδιοι να έρθουν αντιμέτωποι με τις προκλήσεις που συνδέονται με το σύνδρομο της άδειας φωλιάς. Έτσι η ανεξαρτητοποίηση και η ανάληψη ευθύνης της προσωπικής ζωής αναβάλλεται μέχρι το μη περαιτέρω. Τα αποτελέσματα αυτής της συγχώνευσης είναι οι δυσκολίες προσαρμογής στην ενήλικη ζωή και στη δημιουργία μιας ικανοποιητικής δυαδικής σχέσης και τελικά στη δημιουργία οικογένειας.

 

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό και τη διαχείριση των συνθηκών που προβάλλουν ως εμπόδια στην ενηλικίωση ενός ατόμου. Έτσι ώστε να βοηθήσει στη μετατροπή των προβληματικών σχέσεων σε δημιουργικές καθώς και στην ανάληψη της προσωπικής ευθύνης για την ζωή του κάθε ατόμου. Με άλλα λόγια, η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην ενηλικίωση ενός ατόμου ανεξάρτητα από την ηλικία που γράφει η ταυτότητα του.

Αλεξία Ζήση

M.Sc. Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Επικοινωνία

Βασιλίσσης Σοφίας 54

Ιλίσια / Αθήνα

Τ: +30 210 72 22 214
F: +30 210 72 22 282

email: [email protected], Animus[email protected]