ΜΕΡΟΣ Β΄:  ή αλλιώς το Δικαίωμα του «Δεν ήμουν εκεί»

Η επικοινωνία στο πλαίσιο του δημόσιου διαδικτυακού περιβάλλοντος αντικατέστησε το ιδιωτικό παλιάς τεχνολογίας τηλέφωνο. Το μέσο θριάμβευσε επί του σκοπού (επικοινωνία) και άλλαξε το χαρακτήρα του τελευταίου.

Αρχικά, ο κλασικός, διακοπτόμενος, τονιζόμενος λόγος έδωσε τη θέση του στον σύντομο εικονοποιημένο λόγο. Στη συνέχεια, η επικοινωνία μετατράπηκε σε δημόσια εξομολόγηση και έλεγχο. Τα social media είναι «φίλοι – εξομολογητές» δημοσίου χαρακτήρα, πλειοψηφικής αισθητικής και ουσίας. Περαιτέρω είναι και ελεγκτές παρουσίας και αποδεκτής εικόνας και συμπεριφοράς.

Παλαιότερα, η επιβράβευση ή απόρριψη μιας θέσης, συμπεριφοράς ή εικόνας γινόταν μέσω προσωπικής επαφής, σύμφωνα με ένα παραδοσιακό σύστημα αξιών με ατομικές μεν διαφορές αλλά ενταγμένο σ’ ένα πλαίσιο γνωστό. Στα social media, ο χρήστης ανεβάζει κείμενα, σχόλια, συζητήσεις ή φωτογραφίες ανεξαρτήτως συστήματος αξιών και κυρίως σε δημόσια κρίση και πλαίσιο. Η επάρκεια της θέσης του, άποψης ή εικόνας κρίνεται πλειοψηφικά και αναλόγως της αποδοχής – διασημότητας στην ηλεκτρονική παρέα. Ο μηχανισμός ενοχής για την ανεπάρκεια ή την ηθική μεταφέρεται από τη σφαίρα της παραδοσιακής κοινωνικής ηθικής στην πρόθεση της απόλυτης πλειοψηφίας.

Για τα social media, δεν υπάρχει απόσυρση από το πεδίο. Δεν υπάρχει «δεν ήμουν εκεί», υπάρχει «ήμουν εκεί αλλά…». Ο έλεγχος έγινε αναπόσπαστο μέρος της νέας διαδικτυακής επικοινωνίας.

Για εμάς τα παραπάνω είναι επιλογή, αφού φαίνεται να προτιμούμε την εικονοποιημένη δημόσια επικοινωνία από την ιδιωτική, οριοθετημένη, του παρελθόντος. Τα παιδιά όμως έχουν την επιλογή να αποφασίσουν ελεύθερα και κυρίως ιδιωτικά?

Αλεξία Ζήση

M.Sc. Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

 Η διακοπή της πάνας είναι μια διαδικασία, η οποία αγχώνει συχνά τους γονείς. Έτσι, αναζητούν συχνά συμβουλές από παιδιάτρους, δασκάλους και ειδικούς γύρω από το θέμα αυτό, ειδικά όταν τα παιδιά τους έχουν ξεπεράσει την ηλικία των 2 ετών.

Ποια είναι η σωστή ηλικία για τη διακοπή της πάνας;

Ανάμεσα στις ηλικίες 18-30 μηνών τα περισσότερα παιδιά είναι σε θέση να ελέγξουν τους σφιγκτήρες τους (να μπορούν δηλαδή να «κρατήσουν» τα κακά και τα τσίσα τους). Ωστόσο πέρα από τη νευρολογική ετοιμότητα, πολύ σημαντική είναι και η ψυχολογική ετοιμότητα των παιδιών. Γι’ αυτό το λόγο οι γονείς πρέπει να μπορούν να «αφουγκραστούν» το παιδί τους και το ρυθμό του, χωρίς να το πιέζουν. Εάν ένα παιδί είναι αρνητικό σε αυτή τη διαδικασία είναι καλό να μην το πιέσουμε, αλλά να περιμένουμε λίγους μήνες ακόμα, ώστε να είναι έτοιμο.

Είναι το παιδί μου έτοιμο;

Κάποια σημάδια ότι το παιδί μας είναι έτοιμο να απαλλαχθεί από την πάνα είναι τα εξής:

  • Μένει στεγνό για αρκετές ώρες, παρόλο που φοράει την πάνα του.
  • Μπορεί να ακολουθήσει απλές εντολές.
  • Δυσανασχετεί όταν η πάνα του είναι λερωμένη (λεκτικά ή με εκφράσεις του προσώπου).
  • Δείχνει ενδιαφέρον για την τουαλέτα.
  • Ζητά να φορέσει βρακάκι.
  • Ζητά να ουρήσει στην τουαλέτα.

Η μετάβαση…

  • Αγοράστε με το παιδί σας ένα γιογιό ή αν εκείνο δεν το επιθυμεί, αγοράστε ένα στεφάνι για την τουαλέτα, καθώς και ένα μικρό σκαλοπατάκι.
  • Ενθαρρύνετέ το να καθίσει στην τουαλέτα/γιογιό.
  • Δείξτε του τη διαδικασία που ακολουθούμε στην τουαλέτα (αυτοεξυπηρέτηση & κανόνες υγιεινής).
  • Αγοράστε βρακάκια που του αρέσουν.
  • Μην το τιμωρείτε και μην αναστατώνεστε σε τυχόν ατυχήματα. Είναι αναμενόμενο πως θα συμβούν. Μιλάμε στο παιδί ήρεμα και του εξηγούμε πως δεν πειράζει και πως την επόμενη φορά θα τα καταφέρει.
  • Όταν αποφασίσετε να ξεκινήσετε την διακοπή της πάνας, πρέπει να είστε συνεπείς και σταθεροί. Μην μπερδέψετε το παιδί φορώντας του τη μια μέρα πάνα και την επόμενη όχι.
  • Οπλιστείτε με υπομονή κι επιμονή και σκεφτείτε ότι είναι μια διαδικασία ιδιαίτερη για το παιδί σας, η οποία οδηγεί προς την αυτονόμησή του.
  • Η διακοπή της πάνας το βράδυ ή στον μεσημεριανό ύπνο γίνεται σταδιακά, αφού πρώτα έχει κατακτηθεί η διακοπή της κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

ΜΕΡΟΣ Α: Διαδικτυακά Παιχνίδια Νέας Εποχής

Η φαντασία είναι το εργαλείο με το οποίο τα παιδιά φέρνουν στα μέτρα τους την πραγματικότητα. Η καταβύθιση στην οθόνη του gaming ακυρώνει την πρωτοκαθεδρία της φαντασίας. Αυτή παραδίδεται στην δημόσια ηλεκτρονική πλατφόρμα.

Tο νεότερο περιβάλλον διαδικτυακών παιχνιδιών σε αντίθεση με το παλαιότερο (εποχή packman, arkanoid) έχει ως εξής:

  • ασαφή διάρκεια , αρχή και τέλος του παιχνιδιού.
  • απροσδιόριστοι στόχοι σε άτακτα χρονικά διαστήματα.
  • αμέτρητοι αντίπαλοι με αφύσικη ταχύτητα.
  • ατμόσφαιρα παιχνιδιού που δημιουργεί αίσθηση αιωνιότητας, άπειρης χρωματικής ποικιλίας και ξεχωριστών δυνάμεων.

Τα παραπάνω αντιτίθενται στην πραγματική παιδική ζωή, όπου οι περισσότερες δραστηριότητες είναι περιορισμένες χρονικά, βαρετές, έχουν αρχή και τέλος και όλα βαίνουν πιο αργά απ’ ότι στα παιχνίδια.

Η επιλογή αποχώρησης από την επίπλαστη πραγματικότητα του διαδικτυακού παιχνιδιού φαντάζει οικειοθελής αλλά στην πραγματικότητα στιγματίζει τον παίκτη. Σε κάποια παιχνίδια, αν ένα παιδί επιλέξει ατομικά να αποχωρήσει, του δίνεται αντίστροφη μέτρηση για να επανεξετάσει την αποχώρηση του και απειλείται να χαρακτηριστεί προδότης – ένοχος για την ομάδα του, αν τελικά το κάνει.

Mε την επιλογή αυτού του τρόπου διασκέδασης για τα παιδιά μας, συναινούμε στο να ζουν σε ένα ηλεκτρονικό βασίλειο αιώνιο, άπειρο, χρωματιστό, αφύσικα ταχύ, όπου η ηλεκτρονική προσωπικότητά τους αναμετράται με παντοδύναμους αντιπάλους. Όποιο παιδί κρίνεται ανεπαρκές σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ηλεκτρονικής του ταυτότητας, ή επιθυμεί κάποια στιγμή προσωρινά ή μόνιμα να απεκδυθεί αυτής, είναι ένοχο.

Η ηλεκτρονική «ικανότητα» του παιδιού δημοσιοποιείται και ελέγχεται από την διαδικτυακή παρέα. Ο βασιλιάς της ενοχής είναι παρών, κυριαρχεί από δημόσιο βήμα, αλλά δεν έχει πρόσωπο. Παλαιότερα η επιτυχία/ αποτυχία σε ηλεκτρονικό παιχνίδι ήταν προσωπική/ ιδιωτική.

Για τους ενήλικες τα διαδικτυακά παιχνίδια είναι επιλογή. Κρίνοντας από τη συχνότητα χρήσης τους, φαίνεται ότι τα προτιμούμε από τα παλιά παιχνίδια. Τα παιδιά όμως έχουν την επιλογή να αποφασίσουν ελεύθερα και κυρίως ιδιωτικά;

Αλεξία Ζήση

M.Sc. Συστημική Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Η επικοινωνία μέσω του λόγου, οι λέξεις που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε, η ταχύτητα και η ένταση με την οποία μιλάμε, η στάση, η κίνηση ή η ακινησία του σώματός μας, οι χειρονομίες και οι εκφράσεις του προσώπου μας μπορεί να αποτελέσουν «γέφυρες» ή και «τείχη» που χτίζονται ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους, όταν αλληλεπιδρούμε. Ο τρόπος που επικοινωνούμε μπορεί να δημιουργεί ένα κλίμα συμπάθειας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό μας, άνεσης ή αμηχανίας, συναισθηματικής εγγύτητας ή απόστασης με τους γύρω μας, σαφήνειας ή ασάφειας, ασφάλειας και εμπιστοσύνης ή σύγχυσης και δυσπιστίας.  Όλα τα ανωτέρω είναι πολύ προσωπικά στοιχεία που διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο λόγω της προσωπικής, αλλά και της κοινωνικο-πολιτισμικής του ιστορίας, συστήνουν και συντείνουν σ’ ένα μεγάλο μέρος (σ)το ποιοι είμαστε.

Στο παρόν άρθρο (α' μέρος), ο πυρήνας του οποίου έχει ξεκινήσει να σχηματίζεται χρόνια πριν στους χώρους εκπαίδευσής μου και με αφορμή την παρατήρηση στους χώρους δουλειάς, θα γίνει μία προσπάθεια παράθεσης συγκεκριμένων παραδειγμάτων λειτουργικότερης επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μας, δίνοντας έμφαση στα παιδιά, με στόχο τις πιο απολαυστικές σχέσεις στη ζωή μας.

1. Κατά λάθος

Πολλές φορές, στην καθημερινή μας επικοινωνία με τους ανθρώπους, χρησιμοποιούμε ορισμένες εκφράσεις που δεν ανταποκρίνονται στην κυριολεκτική τους σημασία. Για παράδειγμα -από συνήθεια ή μιμούμενοι ή άθελά μας– μπορεί να απευθυνόμαστε σ’ ένα άτομο και το «μήνυμα» που του μεταδίδουμε να είναι σαν να απευθυνόμαστε σ’ ένα αντικείμενο, υποτιμώντας την αξία του, ως άτομο ή θέτοντας τον σε μία εξαρτητική -σε σχέση με εμάς- θέση ή δημιουργώντας μία εξουσιαστική συνθήκη. Παρακάτω παρατίθενται ενδεικτικά ορισμένα τέτοια παραδείγματα:

Αποπροσανατολιστικό μήνυμα Επιθυμητό μήνυμα
«Την έστειλα» να πάρει εφημερίδα «Της ζήτησα» να πάρει εφημερίδα
«Την κατέβασα» κάτω «Κατεβήκαμε» κάτω
«Σε πήρα» μαζί μου «Πήγαμε» μαζί
«Τους πήρα» βόλτα «Βγήκαμε» βόλτα
«Λες ψέματα» «Διαφωνώ» ή «πιστεύω πως αυτό δεν έγινε έτσι»

 Το τι μήνυμα στέλνουμε επηρεάζει κατά πολύ το τι μήνυμα λαμβάνουμε! Αν στείλω ένα απαξιωματικό μήνυμα ίσως λάβω πίσω ένα επιθετικό ή αμυντικό μήνυμα. Η συνεπής λεκτική και εξωλεκτική έκφραση αυτού που θέλω να πω και να δείξω, μειώνει την προσωπική συναισθηματική ένταση, αλλά επίσης καθιστά και πιο ξεκάθαρο το να αξιολογήσω αυτό (την απόκριση /το μήνυμα) που θα λάβω πίσω.

2.  Όταν οι άλλοι καλούνται να κάνουν τις «δουλειές» μας…

Ορισμένες φορές αναθέτουμε στους άλλους (στους φίλους, στους μαθητές, στα παιδιά μας, στους λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας, στο σύντροφό μας) να κάνουν ορισμένες δραστηριότητες, που δεν τους αφορούν και δη προς όφελός μας ή μόνο για τη δική μας εξυπηρέτηση και ευχαρίστηση. Για παράδειγμα:

α) μπορεί να ζητήσουμε να μας φτιάξει κάποιος /-α ένα ρόφημα (χωρίς να διερευνήσουμε π.χ. αν το επιθυμεί), β) να μας αγοράσει κάτι χωρίς ο ίδιος να έχει βγει για δικά του ψώνια, γ) να καλέσουν οι νεότεροι συνάδελφοι κάποιο μέλος του προσωπικού στη δουλειά που θέλουμε να του πούμε κάτι ή δ) αντί να πούμε εμείς σε κάποιον /-α ότι τον /την ζητούν στο τηλέφωνο που σηκώσαμε, λέμε σε κάποιον άλλο να του/ της το πει (το είπαμε στο σκύλο μας κι εκείνος στην ουρά του!) ε) μεταφέρουμε κάποιο μήνυμα στο παιδί μας για να το πει στον άλλο γονιό («πες στη μάνα σου»). Όλα τα παραπάνω αφορούν δραστηριότητες που σχετίζονται με την επικοινωνία των μελών ενός συστήματος (π.χ. οικογενειακού, εργασιακού κ.τ.λ.).

Ο κάθε ένας από εμάς οφείλει (υπό την έννοια ότι του αναλογεί η προσωπική ευθύνη) να αναρωτηθεί πριν δράσει ή ζητήσει κάτι, κατά πόσο και σε τί επίπεδο η εμπλοκή ενός άλλου ανθρώπου σε ένα θέμα ή σε μία δράση τον αφορά, του αρμόζει ή τον ωφελεί.

Αν μία παρόμοια κατάσταση «αναζήτησης θελημάτων» παγιωθεί, ο άλλος τίθεται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με εμάς, βάσει της οποίας μας “επιτρέπεται” να του αναθέτουμε τις «δουλειές» μας. Είναι πιθανό για παράδειγμα, στο μέλλον ο άνθρωπος αυτός να μας ρωτά: «θες να σου πάρω τίποτα από το περίπτερο;», «θες κάτι να φας;» κ.τ.λ. χωρίς να του ζητείται καν, μιας και αυτός ο τρόπος πλέον μπορεί να είναι ο μόνος που νιώθει σημαντικός για εμάς! Όταν κάτι τέτοιο γίνει και οι ρόλοι παγιωθούν (στο συγκεκριμένο παράδειγμα οι ρόλοι αφορούν σε «αυτόν που ζητά» και σε «αυτόν που εξυπηρετεί») η σχέση μπορεί να «βαλτώσει» δηλ. οι δύο αυτοί άνθρωποι υπάρχει περίπτωση να αδυνατούν να σχετιστούν διαφορετικά. Η σχέση που βαλτώνει συχνά δεν επιτρέπει πιο ισότιμους ρόλους που να εναλλάσσονται.

Χρειάζεται προσοχή να μη γενικεύσουμε τα παραπάνω με αποτέλεσμα να μην ενθαρρύνουμε καθόλου την επικοινωνία π.χ. με τα παιδιά μας ή με τα αδέλφια μεταξύ τους. Χρειάζεται συχνά να συνυπολογίζουμε το ύφος μας και τη στιγμή που λέμε κάτι. Π.χ. μπορούμε να δώσουμε την οδηγία (και όχι την εντολή) να βοηθήσει ένα παιδί τον αδελφό του στη μεταφορά ενός αντικειμένου. Επίσης, μπορούμε να τον ενθαρρύνουμε να είναι ευγενικός και π.χ. να ρωτήσει τους καλεσμένους μιας οικογένειας ή κάποιο μέλος της οικογένειας αν χρειάζεται κάτι από το περίπτερο, με την ευκαιρία που βγαίνει έξω για δική του αγορά.

3.  Όταν τα παιδιά, μας επιτίθενται λεκτικά…

Α.  Όταν δεν υπάρχει προφανής λόγος για την επίθεση αυτή και τα παιδιά είναι αρκετά μικρά:

i)   καλό είναι να μη την ενισχύουμε. Ενίσχυση μπορεί να είναι ο διάλογος εκείνη τη στιγμή ή να είναι η ανταπάντησή μας [έτσι «παίζουμε (με) το παιχνίδι του»]:

•   Καλό είναι να αποφεύγουμε να μιλάμε κι εμείς με προκλητικές εκφράσεις και με εριστικό ύφος του τύπου: «Άλλες βρισιές δεν ξέρεις;»

•   Καλό είναι επίσης, τη στιγμή της έντασης να ζητάμε από το παιδί μας ένα πράγμα τη φορά ή τη στιγμή εκείνη, όχι π.χ. και να μη βρίζει και να πάει στο δωμάτιό του και να φορέσει τα παπούτσια του/ της κ.τ.λ.

ii) τις περισσότερες φορές καλό είναι να αδιαφορούμε για την προκλητική αυτή συμπεριφορά –όχι για το άτομο- αποστρέφοντας ακόμη και το βλέμμα μας (να μην τον /την κοιτάμε). Ίσως να χρειαστεί ακόμη και να αποχωρήσουμε από το χώρο που βρίσκεται το άτομο που βρίζει, όταν αυτό είναι εφικτό και ασφαλές. Έτσι, προστατεύουμε αρχικά τον εαυτό μας και την ψυχική μας ηρεμία και του δείχνουμε έμπρακτα -και όχι με λεκτική παρατήρηση που μπορεί να κουράζει- πως αυτή η συμπεριφορά μας ενοχλεί πραγματικά και του το δείχνουμε.

Β.  Όταν υπάρχει σε εμάς προφανής λόγος για τη λεκτική επιθετικότητα ή πιστεύουμε πως κάτι έχει ενοχλήσει το άτομο, καλό είναι να διερευνήσουμε εκείνη τη στιγμή τους λόγους του εκνευρισμού του, ρωτώντας π.χ. «τι συμβαίνει;», αλλά παράλληλα, καθιστούμε σαφές πώς δε θέλουμε να μας απευθύνεται το παιδί μας βρίζοντας. Η κουβέντα από μόνη της ίσως να αποφορτίσει την ένταση και να μας δώσει στοιχεία για το τι ενοχλεί τον γιο ή την κόρη μας και ανάλογα να παρέμβουμε. Για παράδειγμα, να χαμηλώσουμε την ένταση της τηλεόρασης, να του δώσουμε τα χρήματα της εβδομάδας, να σταματήσουμε να φωνάζουμε μπροστά του /της κ.τ.λ.

Σχεδόν πάντα –και στις 2 παραπάνω περιπτώσεις- φαίνεται αποτελεσματική η δική μας ψυχραιμία. Μιλάμε δηλαδή, με ήπιο και σταθερό τόνο στη φωνή μας, όντας σε τέτοια απόσταση από τον άλλο που να μη νιώθει απειλή ή φόβο και δίχως να του μεταβιβάζουμε τον πανικό ή την αγανάκτησή μας. Δεν ξεχνάμε δε πως τα παιδιά μας, μιμούνται εμάς: αν εμείς ως ενήλικες γονείς βρίζουμε ως μέσο επίλυσης των διαφορών μας ή ως έκφραση του θυμού μας ή ακόμη και για ψύλλου πήδημα, το να ζητάμε από τα παιδιά μας να μην το κάνουν φαίνεται στα μάτια τους τουλάχιστον ασυνεπές και υποκριτικό.

4.  Όταν απευθυνόμαστε στα παιδιά μας…

Γενικά όταν δίνουμε κάποια οδηγία στον γιο /στην κόρη μας ή όταν του/ της απευθυνόμαστε είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούμε ολοκληρωμένες προτάσεις και όχι ελλιπείς λέγοντας: Μαρία, μπάνιο ή σφουγγάρισμα κ.τ.λ.!! Χρησιμοποιώντας ολοκληρωμένες προτάσεις:

α) προάγουμε την εκπαίδευση στον επικοινωνιακό λόγο (ακόμη και για τα παιδιά που δεν έχουν ανεπτυγμένο λόγο εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας τους ή λόγω κάποιας ψυχοκινητικής δυσκολίας),

β) διατηρούμε το υγιές πρότυπο συμπεριφοράς,

γ) αποφεύγουμε να υποδεικνύουμε με ύφος εντολής στο παιδί μας τι να κάνει,

δ) αποφεύγουμε την παρεξήγηση στα λεγόμενα μας.

Άλλωστε, αν το σκεφτούμε καλύτερα η πρόταση «Γιώργο, σφουγγάρισμα» δε σημαίνει κάτι συγκεκριμένο και εύκολα ο κάθε ένας μπορεί να το εκλάβει διαφορετικά. Ειδικά στους ανθρώπους που έχουν κάποια ψυχική, νοητική ή αναπτυξιακή διαταραχή, ο λόγος μας είναι καλό να είναι άμεσος, σαφής και συγκεκριμένος. Τέλος, έτσι είμαστε και πιο ευγενικοί!

5.  Όταν κάνουμε «πλάκα» με τα παιδιά που έχουν δυσκολίες

 Βεβαίως το να γελάμε μαζί με τα παιδιά μας και να λέμε αστεία με τα αδέλφια μας, μπορεί να ενθαρρύνει την επικοινωνία μας μαζί τους με ευχάριστο τρόπο και αυτό είναι πολύ επιθυμητό. Το γέλιο ξεκουράζει, εκτονώνει, αναζωογονεί! Όμως σε καμία περίπτωση δεν ωφελεί να γελάμε με τις δυσκολίες, το παραλήρημα ή τις μειονεξίες τους, όταν είμαστε μπροστά τους. Αυτό μπορεί να γίνεται π.χ. όταν μιμούμαστε τις στερεοτυπίες τους, τον τόνο της φωνής τους, τις τελετουργίες τους κ.τ.λ. ή όταν τους ειρωνευόμαστε και τους περιπαίζουμε, ειδικά μπροστά σε άλλους. Όταν χρησιμοποιούμε το παραλήρημά τους ή τις μειονεξίες τους για να γελάσουμε μπορεί να τους κάνουμε, τόσο να νιώθουν υποτιμημένοι, όσο και να χάσουμε το σεβασμό που τρέφουν για ’μας, καταρρίπτοντας εμείς οι ίδιοι την εικόνα του προτύπου και της ωριμότητας.

Ας φροντίσουμε λοιπόν την επικοινωνία μας, όπως θα θέλαμε να μας την έχουν φροντίσει και όσο φροντισμένα θέλουμε να τη δεχόμαστε στο εξής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
  • Χάιντς, Ε. (2000). Συζυγική θεραπεία: Τρόποι βελτίωσης της συζυγικής επικοινωνίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. 

Τζίκου Ελένη

Ψυχολόγος

Ειδίκευση στις Χοροθεραπευτικές Παρεμβάσεις

Εκπαίδευση στην Οικογενειακή Θεραπεία

Το διαζύγιο είναι σχεδόν πάντα τραυματικό για τα παιδιά. Παρόλα αυτά οι γονείς μπορούν να μειώσουν τις αρνητικές επιπτώσεις επιτυγχάνοντας μια ανοιχτή και καλή επικοινωνία. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να γνωρίζουν κάποια από τα συναισθήματα που μπορεί να βιώσουν τα παιδιά τους ώστε να τα βοηθήσουν να προσαρμοστούν όσο γίνεται πιο ομαλά στις νέες συνθήκες.

  • Ενοχές: τα παιδιά που είναι λίγο μεγαλύτερα από τεσσάρων χρονών μπορεί να θεωρούν πως είναι υπεύθυνα τα ίδια για το διαζύγιο των γονιών τους ή ότι δεν έκαναν αρκετά για να το αποτρέψουν. Ακόμα και η ανακούφιση που μπορεί να νιώσουν μετά την απόφαση του διαζυγίου επειδή οι συγκρούσεις και οι καυγάδες μειώθηκαν μπορεί να τους προκαλέσει ενοχές.
  • Θλίψη: νοσταλγούν τη δομή της οικογένειας και θα ήθελαν να δουν τους γονείς τους πάλι μαζί.
  • Μοναξιά: επιδιώκουν να είναι μόνα τους προκειμένου να κρύβουν τα συναισθήματά τους.
  • Θυμός: απέναντι στους γονείς που διατάραξαν την οικογενειακή ενότητα.
  • Σύγχυση: δεν ξέρουν τι να περιμένουν, τι να πιστέψουν. Έχουν ανάμεικτα και αντικρουόμενα συναισθήματα τα οποία δεν μπορούν να εξηγήσουν.
  • Φόβος: φοβούνται μήπως οι γονείς τους τα εγκαταλείψουν όπως άφησαν ο ένας τον άλλον. Ανησυχούν μήπως σταματήσουν να τα αγαπούν όπως σταμάτησαν να αγαπούν ο ένας τον άλλον. Αναρωτιούνται αν θα μετακομίσουν ή αν θα συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους κανονικά. Μπορεί να φοβούνται μήπως δεν ξαναδούν το γονιό που θα φύγει από το σπίτι.

Πως μπορούν οι γονείς να μειώσουν το αρνητικό αντίκτυπο του διαζυγίου:

  • Να ενθαρρύνουν την ανοιχτή επικοινωνία επιτρέποντας στα παιδιά να κάνουν ερωτήσεις, βοηθώντας τα να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Κάποια παιδιά ανησυχούν πως αν εκφράσουν αυτό που νιώθουν θα επιδεινώσουν μια ήδη αποδιοργανωμένη κατάσταση. Μπορεί να διστάζουν να εκφράσουν το θυμό τους μη τυχόν βγει εκτός ελέγχου και καταστρέψει ότι έχει απομείνει. Μερικά παιδιά φοβούνται πως αν σκεφτούν ή συζητήσουν κάτι τρομερό θα αυξήσουν τις πιθανότητες να συμβεί.
  • Να είναι μαζί όταν θα ανακοινώσουν στα παιδιά την απόφασή τους να πάρουν διαζύγιο. Η κοινή παρουσία τους καθησυχάζει τα παιδιά περνώντας το μήνυμα ότι παρόλο που ο γάμος έφτασε στο τέλος του, οι γονείς θα συνεχίσουν να είναι μαζί για θέματα που αφορούν τα παιδιά τους.
  • Να παραμείνουν και οι δύο στη ζωή των παιδιών τους συμμετέχοντας σε κάθε τομέα – σχολικό, κοινωνικό, συναισθηματικό. Έτσι δείχνουν πως εξακολουθούν να είναι διαθέσιμοι και πως τα αγαπούν και μετά το διαζύγιο.  
  • Να παρέχουν μια υγιή, συγκροτημένη καθημερινότητα. Το προβλέψιμο πρόγραμμα και η ρουτίνα θα βοηθήσουν τα παιδιά να συνεχίσουν να αισθάνονται ασφαλή και να έχουν μια αίσθηση ελέγχου της ζωής τους. Και κυρίως θα είναι σίγουρα πως θα βλέπουν σταθερά και τον γονιό που λείπει πλέον από το σπίτι.
  • Να είναι υποστηρικτικοί και θετικοί όσον αφορά τον άλλο γονιό. Να μιλούν με σεβασμό ο ένας για τον άλλον. Αυτό θα έχει θετική επίπτωση στις σχέσεις τους με τα παιδιά τους, αλλά και στις σχέσεις των παιδιών με άλλους ανθρώπους μακροπρόθεσμα.
  • Όταν οι ίδιοι χρειάζονται υποστήριξη να απευθύνονται σε ενήλικες. Τα παιδιά δεν μπορούν να διαχειριστούν το βάρος των συναισθηματικών αντιδράσεων των γονιών τους. Κάτι τέτοιο θα προκαλούσε στα παιδιά ενοχές, τα οποία θα ένιωθαν υπεύθυνα να φροντίσουν τα συναισθήματα των γονιών τους, ενώ δεν είναι αυτός ο ρόλος τους.

Τσώλα Δήμητρα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

Σελίδα 2 από 2

Επικοινωνία

Βασιλίσσης Σοφίας 54

Ιλίσια / Αθήνα

Τ: +30 210 72 22 214
F: +30 210 72 22 282

email: [email protected], [email protected]