Σε ένα κόσμο ρευστό όπως είναι ο δικός μας, όπου όλοι μαθαίνουμε να αντέχουμε την ιδέα πως σχεδόν τίποτα δεν είναι απόλυτα προβλέψιμο, κάποια άτομα έχουν την ανάγκη για απόλυτη βεβαιότητα. Ενώ γνωρίζουμε και δεχόμαστε ότι πάντα υπάρχει η πιθανότητα να συμβεί ένα ατύχημα ενώ οδηγούμε, ή να γελοιοποιηθούμε κατά τη διάρκεια μιας παρουσίασης, κάποιοι από μας θέλουμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι τα αρνητικά αποτελέσματα που συνδέονται με τους φόβους μας δεν πρόκειται να συμβούν.

Η δυσανεξία στην αβεβαιότητα ή το άγνωστο είναι ένας παράγοντας που σχετίζεται με την εμφάνιση και τη διατήρηση του άγχους. Περιλαμβάνει πεποιθήσεις που αφορούν στην αναγκαιότητα να είναι κανείς τελείως σίγουρος για την έκβαση διαφόρων καταστάσεων, καθώς και στην αδυναμία του να διαχειριστεί τη μη προβλεψιμότητα και την ασάφεια. Τα άτομα με μεγαλύτερη δυσανεξία στο απρόβλεπτο βιώνουν υψηλά επίπεδα δυσφορίας. Από τη μία, αναζητούν διαβεβαιώσεις προκειμένου να εξουδετερώσουν το άγχος για μελλοντικά αβέβαια γεγονότα. Για παράδειγμα, μπορεί να επισκέπτονται τακτικά τους γιατρούς για να βεβαιωθούν ότι δεν πάσχουν από κάποια ασθένεια. Από την άλλη, μπορεί να αποφεύγουν κάποιες καταστάσεις με την προοπτική πως αυτές θα είναι δυνητικά επικίνδυνες. Όπως την κατανάλωση ‘απαγορευμένων’ τροφών για να προλάβουν ή να εμποδίσουν την εμφάνιση μιας ανεπιθύμητης ασθένειας.

Η δυσανεξία στην αβεβαιότητα αποτελεί ένα γνωστικό ‘φίλτρο’ μέσα από το οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται τον κόσμο απειλητικά ασαφή και επικίνδυνα απρόβλεπτο. Έχουν την τάση να επικεντρώνουν την προσοχή τους σε επιλεκτικά συγκεκριμένα ερεθίσματα ή πληροφορίες από το περιβάλλον που επιβεβαιώνουν το φόβο τους· ενώ υπερεκτιμούν αυτό που εκλαμβάνουν ως απειλή (καταστροφοποίηση). Για παράδειγμα, η παραμικρή ταχυκαρδία ερμηνεύεται ως σημείο καρδιακής προσβολής. Επίσης μπορεί να εξάγουν συμπεράσματα βάσει της συναισθηματικής τους κατάστασης. Φέρονται στο συναίσθημά τους σαν να είναι γεγονός (συναισθηματική λογική). ‘Αφού δεν αισθάνομαι σιγουριά, άρα είμαι σε κίνδυνο’. ‘Φοβάμαι ότι θα πάρει φωτιά το σπίτι, άρα υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να καεί το σπίτι’.

Προκειμένου να μειώσουν το υπερβολικό άγχος, τα άτομα καταφεύγουν σε συμπεριφορές αναζήτησης ασφάλειας όπως διαβεβαιώσεις (πχ επανειλημμένη αναζήτηση ιατρικών πληροφοριών στο internet), επανέλεγχοι (πηγαίνουν πολλές φορές και ελέγχουν ότι δεν έχουν ξεχάσει το φούρνο αναμμένο), υπερβολική ανησυχία (‘αν δεν ανησυχώ για τη δουλειά μου, θα με απολύσουν’), νοητικές τελετουργίες (λένε προσευχές), ώστε να αποκαταστήσουν μια αίσθηση «ελέγχου» και να μειώσουν την ένταση και το φόβο. Ενδέχεται να υιοθετήσουν τακτικές αποφυγής, οι οποίες εκδηλώνονται ως αναβλητικότητα και αναποφασιστικότητα, ώστε να ελαχιστοποιήσουν την πιθανότητα να κάνουν μια επιπόλαιη επιλογή ή να πάρουν μια απόφαση για την οποία θα μετανιώσουν στο μέλλον.

Οι συμπεριφορές αναζήτησης ασφάλειας μειώνουν μόνο προσωρινά το άγχος, πχ τα άτομα αισθάνονται στιγμιαία ανακούφιση όταν έχουν στα χέρια τους τα αρνητικά αποτελέσματα ενός εργαστηριακού ελέγχου. Με δεδομένο ότι δεν είναι εφικτή η απόλυτη εγγύηση της ασφάλειας, οι συμπεριφορές αυτές μετατρέπονται (μέσω της αρνητικής ενίσχυσης) σε δυσπροσαρμοστικές στρατηγικές αντιμετώπισης της αβεβαιότητας. Μακροπρόθεσμα ενισχύουν το άγχος και τις ανεπιθύμητες σκέψεις αφού η αποφυγή δυσάρεστων συνεπειών αποδίδεται στις συμπεριφορές ασφάλειας. Πχ ‘Αν έχω πάντα μαζί μου ένα ηρεμιστικό, δεν θα εκδηλώσω άγχος’. Το άγχος ξανάρχεται· και έρχεται πιο μεγάλο.

Ας δούμε πως ο μηχανισμός των δυσλειτουργικών σκέψεων ενισχύει την αβεβαιότητα και την αμφιβολία:

Πυρηνικές πεποιθήσεις για την αβεβαιότητα (‘Δεν αντέχω να νιώθω ότι δεν είμαι ασφαλής. Πρέπει να εξουδετερώσω το άγχος’.) à Επαγρύπνηση και επικέντρωση σε λανθασμένες πληροφορίες à Αβεβαιότητα/ αμφιβολία à Απειλητικές παρερμηνείες (συναισθηματική λογική) à Άγχος à Συμπεριφορές αναζήτησης ασφάλειας (διαβεβαιώσεις) à Αρνητική ενίσχυση (προσωρινή ανακούφιση από το άγχος, μακροπρόθεσμη ευαισθησία σε αμφιβολίες)

Η θεραπεία των διαταραχών που σχετίζονται με το άγχος βασίζεται στην αντοχή και ανοχή σε αποδεκτά επίπεδα αβεβαιότητας. Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις αμφισβητούν την ανάγκη των ατόμων για απόλυτη βεβαιότητα. Η δυσανεξία στην αβεβαιότητα άλλωστε επιμένει ακόμα κι όταν τα άτομα πείθονται ότι οι συνέπειες που φοβούνται είναι λιγότερο πιθανές. Το κλειδί λοιπόν στην αντιμετώπιση του άγχους είναι η συνειδητοποίηση πως η υιοθέτηση των συμπεριφορών ασφάλειας επιβεβαιώνει τα άτομα πως υπάρχει πρόβλημα. Η σταδιακή έκθεση στο άγχος βοηθά τα άτομα να μάθουν ότι το απρόβλεπτο είναι πιο διαχειρίσιμο από αυτό που αναμένεται.

References

Abramowitz, J. S. & Blakey, S. M. (2020). Clinical handbook of fear and anxiety: Maintenance processes and treatment mechanisms. American Psychological Association

Lamagnere, F. (2017). Μανίες, φοβίες και έμμονες ιδέες. Εκδόσεις Πατάκη

Δήμητρα Τσώλα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτριαv

Το άγχος, η ανησυχία, η πίεση είναι συναισθήματα που βιώνουμε τακτικά πλέον στη ζωή μας, αφού οι ρυθμοί της, οι αυξημένες υποχρεώσεις, η απουσία προσωπικού χρόνου και η οικονομική στενότητα μας έχουν επηρεάσει, άλλους λίγο κι άλλους πολύ.

Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι το άγχος είναι ένα γνώριμο και οικείο συναίσθημα για όλους. Τόσο οι ενήλικες, όσο και τα παιδιά βιώνουν άγχος, ανησυχία ή φόβο υπό ορισμένες συνθήκες.

Ως άγχος ορίζεται «μία δυσάρεστη αίσθηση ανησυχίας, που συχνά συνοδεύεται από σωματικά συμπτώματα, όπως ο πονοκέφαλος, η εφίδρωση, η ταχυκαρδία, ο πόνος στο στήθος και το άτομο δυσκολεύεται να παραμείνει ήρεμο για μεγάλο χρονικό διάστημα».

Το άγχος, θα λέγαμε πως είναι ένα λειτουργικό συναίσθημα, το οποίο μας βοηθά να αντιμετωπίσουμε διάφορες δυσκολίες που συναντάμε στη ζωή μας. Για παράδειγμα, μας κινητοποιεί σε περιόδους εξετάσεων, στην απειλή ενός κινδύνου, κ.α. Επομένως, μας ενεργοποιεί και μας προετοιμάζει να ανταπεξέλθουμε στις εκάστοτε δύσκολες και νέες συνθήκες.

Ωστόσο, όταν το βίωμά του είναι υπερβολικό σε ένταση, δυσανάλογο σε σχέση με το ερέθισμα που το προκαλεί και με μεγάλη διάρκεια, τότε μετατρέπεται σε παθολογικό.

Σκόπιμο είναι να διακριθεί το φυσιολογικό από το παθολογικό άγχος, καθώς στις μέρες μας ακούμε καθημερινά τους γύρω μας να μιλούν για άγχος και πολύ συχνά να καταφεύγουν στη χρήση ηρεμιστικών κι αγχολυτικών χαπιών.

Το παθολογικό άγχος προκαλεί μεγάλη δυσφορία στο άτομο και παρεμποδίζει τις καθημερινές του δραστηριότητες. Προκαλεί διαταραχές στον ύπνο του, τη συγκέντρωση και τη μνήμη του, το εμποδίζει να ηρεμήσει θέτοντάς το συνεχώς σε επαγρύπνηση. Συχνά, το άτομο αποφεύγει περιστάσεις που του προκαλούν άγχος και με τον τρόπο αυτό αρχίζουν να δημιουργούνται προβλήματα στις επαγγελματικές, κοινωνικές και οικογενειακές του σχέσεις.

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε όλες αυτές τις καταστάσεις, το άγχος παρεμποδίζει εν γένει τη λειτουργικότητα του ατόμου και την προσαρμοστικότητά του. Αντί, δηλαδή, να προειδοποιεί το άτομο και να το προετοιμάζει να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, αντίθετα το προτρέπει να την αποφύγει.

Το παθολογικό άγχος εκφράζεται μέσα από τις εξής διαταραχές: Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή, Κοινωνική Φοβία, Διαταραχή Πανικού, Αγοραφοβία, Ειδικές Φοβίες.

Στην περίπτωση, που εμείς ή κάποιος δικός μας άνθρωπος αντιληφθεί ότι το άγχος που βιώνει έχει ξεπεράσει τα χαρακτηριστικά του φυσιολογικού, είναι χρήσιμο να επισκεφθεί κάποιον ειδικό προκειμένου να εξαλείψει τα συμπτώματα αυτά και να μπορέσει να ζήσει φυσιολογικά ανακτώντας τον έλεγχο της ζωής του.

Βίκυ Τσατσανύφου

Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια

Η διαταραχή πανικού χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες απροσδόκητες προσβολές πανικού. Η προσβολή πανικού είναι μια διακριτή περίοδος έντονου άγχους που χαρακτηρίζεται από συμπτώματα όπως ταχυκαρδία, αίσθημα δύσπνοιας, εφίδρωση, τρεμούλα ή έντονο τρόμο, ναυτία, ρίγη, φόβο απώλειας ελέγχου ή ότι το άτομο τρελαίνεται, φόβο ότι θα πεθάνει. Η έντονη δυσφορία κορυφώνεται μέσα σε μερικά λεπτά.

Οι γυναίκες που παθαίνουν προσβολές πανικού κατά την επιλόχεια περίοδο βιώνουν κοινά συμπτώματα με τις γυναίκες που παθαίνουν προσβολές πανικού σε μια οποιαδήποτε άλλη περίοδο στη ζωή τους. Ωστόσο έχουν παρουσιαστεί στις πρώτες κάποια επιπλέον συμπτώματα όπως υστερικό κλάμα, αποπροσανατολισμός, και πονοκέφαλοι. Έχει επίσης παρατηρηθεί πως οι γυναίκες αυτές νιώθουν εκτός ελέγχου, εξαντλούνται από την προσπάθειά τους να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους, έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση ενώ νιώθουν πως απογοητεύουν τον εαυτό τους και την οικογένειά τους. Επιπλέον φοβούνται πολύ το ενδεχόμενο η συναισθηματική τους ανησυχία να επιδράσει αρνητικά στις ίδιες καθώς και στις οικογένειές τους. Οι ενοχές, η ντροπή, η ανησυχία και ο φόβος ότι δεν θα είναι ικανές να φροντίσουν το νεογέννητο προκαλούν ακόμα περισσότερη δυσφορία.

Όταν η διαταραχή πανικού προϋπάρχει, τα συμπτώματα πανικού φαίνεται να επιδεινώνονται κατά την επιλόχεια περίοδο. Ειδικά αν το άτομο σταματήσει να παίρνει την φαρμακευτική του αγωγή.

Οι αιτίες της διαταραχής πανικού κατά την επιλόχεια περίοδο (έναρξη ή επιδείνωση) συμπεριλαμβάνουν κοινωνικοδημογραφικούς, βιολογικούς καθώς και ψυχολογικούς παράγοντες.

Κοινωνικοδημογραφικοί παράγοντες

  • Ηλικία: όσο νεότερη η μητέρα, τόσο περισσότερο το άγχος της αν θα ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της νέας κοινωνικής κατάστασης. Επίσης η νεαρή ηλικία του πατέρα συμβάλλει στην αύξηση του άγχους της μητέρας (για τον ίδιο λόγο) 
  • Μορφωτικό επίπεδο: το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης της μητέρας μπορεί να της προκαλέσει αίσθημα ανεπάρκειας και ανασφάλειας
  • Οικογενειακή κατάσταση: είναι περισσότερες οι πιθανότητες για την ανύπαντρη μητέρα ή αυτήν που είχε μια σύντομη σχέση με τον πατέρα του νεογέννητου να ανησυχούν για την δέσμευση και την εμπλοκή του πατέρα στη φροντίδα του παιδιού
  • Οικονομική κατάσταση: οι οικονομικές δυσκολίες μπορεί να οδηγήσουν σε καταστάσεις υψηλού στρες

Βιολογικοί παράγοντες

  • Οιστρογόνα: οι αλλαγές στα επίπεδα των οιστρογόνων επηρεάζουν την έναρξη και την επιδείνωση των συμπτωμάτων πανικού
  • Προγεστερόνη: έχει αναφερθεί πως τα συμπτώματα πανικού αυξάνονται κατά την επιλόχεια περίοδο επειδή τα επίπεδα προγεστερόνης μειώνονται δραματικά και παρουσιάζεται αύξηση στα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα (CO2)

Ψυχολογικοί παράγοντες

  • Οι γυναίκες που έχουν προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό άγχους ή κατάθλιψης έχουν περισσότερες πιθανότητες να βιώσουν συμπτώματα πανικού κατά την επιλόχεια περίοδο.
  • Ο παραποιημένος τρόπος σκέψης (καταστροφοποίηση) επίσης παίζει ρόλο στην ανάπτυξη της συμπτωματολογίας: οι γυναίκες που έχουν την τάση να προβλέπουν την αρνητική έκβαση διαφόρων καταστάσεων έχουν περισσότερες πιθανότητες να πάθουν προσβολές πανικού.

Η ψυχολογική παρέμβαση στις ιδέες ενοχής, και αναξιότητας που βιώνουν οι γυναίκες αυτές είναι σημαντική. Νιώθουν ανεπαρκείς και ως μητέρες και ως σύζυγοι. Η ψυχολογική θεραπεία που θα εστιάσει στις διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις θα βοηθήσει τις νέες μητέρες να αξιολογήσουν τον εαυτό τους ρεαλιστικά και να δουν τις θετικές και υγιείς πτυχές του εαυτού τους στο νέο τους ρόλο.

Τσώλα Δήμητρα

Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια

 

Επικοινωνία

Βασιλίσσης Σοφίας 54

Ιλίσια / Αθήνα

Τ: +30 210 72 22 214
F: +30 210 72 22 282

email: [email protected], [email protected]